Legislator Case Law & Legislation
439/2017 AI generated

439/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 439/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

439/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 30-7-2015 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 15-7-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving fitness to drive excessive speed traffic violation driving without authorization extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 439/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Ρ. του Κ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Β. Α. (S. V. A.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσας την επιμέλεια του ανήλικου εγγονού της Ί. Β. Β. (I. V. V.), 2) Ν. - Σ. Β. Μ. (N. - S. V. B.), κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας ... και 3) Μ. Α. Μ. (B. A. M.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. Α. (S. V. A.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσας την επιμέλεια του ανήλικου εγγονού της Ί. Β. Β. (I. V. V.), 2) Ν. - Σ. Β. Μ. (N. - S. V. B.), κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας ... και 3) Μ. Α. Μ. (B. A. M.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δευτέρου λόγου της από 15-7-2015 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 1609/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ... - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2013 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2649/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1609/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 30-7-2015 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 15-7-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε τις από 10-3-2016 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της από 30-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της από 15-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 1609/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (16-12-2016), συζητήθηκαν η από 15.7.2015 αίτηση αναιρέσεως των Σ. Β. Α. κ.λπ. και η από 30-7-2015 αίτηση αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ..." κ.λπ. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 1609/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επί της από 15.7.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αιτήσεως αναιρέσεως:

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεώς της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 665/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκαν από τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και δήλωσαν επίσης ότι συνεχίζουν την συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς πρώτο και τρίτο λόγους αυτής. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε από αυτούς, ως προς τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο (δεύτερο).

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το ουσιαστικό δικαστήριο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Κατ’ αρχήν, αρκεί στην απόφαση να αναφέρεται γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου (λ.χ. μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Μόνο, αν, από την γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ή κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013).

Η επίκληση αποδεικτικού μέσου μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτoύ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 887/2015, ΑΠ 1651/2012).

Ειδικώς, προκειμένου περί των μνημονευόμενων στα άρθρα 270 παρ. 2, 650 παρ. 1 και 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων, ούτε των μαρτύρων, αλλά αποτελούν αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο, η παράλειψη ειδικής αναφοράς της δικαστικής αποφάσεως σ’ αυτές καταφάσκει την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.

γ’ του Κ.Πολ.Δικ. απορρέουσα αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1253/2010). Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται ειδικώς στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέγκλητη κρίση του, δεν είχαν προσκομιστεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 314/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ως προς επικληθείσα και προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, η επίκληση αυτής πρέπει να είναι ειδική, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός της, αυτός ενώπιον του οποίου δόθηκε (Ειρηνοδίκης ή Συμβολαιογράφος) και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 887/2015).

Στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 του Κ.Πολ.Δικ., ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες (άρθρ. 671 παρ. 1 εδ.

δ’ του Κ.Πολ.Δικ.). Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για το επιτρεπτό της εκτιμήσεως των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων κατά την ως άνω διαδικασία, αποτελεί η λήψη τους, μετά προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά την λήψη της ένορκης βεβαιώσεως (ΑΠ 314/2016, ΑΠ 68/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν, σχετικώς, τα εξής: Οι αναιρεσείοντες (εκκαλούντες στην δευτεροβάθμια δίκη), με τις έγγραφες προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού κονδυλίου της χρηματικής τους ικανοποιήσεως, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού της συγγενούς τους Ξ.

Β. Α., είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει στο Εφετείο την υπ’ αριθμ. ....3.2014 ένορκη βεβαίωση της Γ. Μ., που είχε δοθεί ενώπιον του διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο της Ελληνικής Πρεσβείας στο Κίεβο της Ουκρανίας Δ. Τ., που εκτελούσε συμβολαιογραφικά καθήκοντα, στις 12.3.2014. Ακόμη είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει την σχετική κλήση τους, που περιείχετο στην ένδικη από 30.12.2013 αγωγή - γνωστοποίηση εξετάσεως μαρτύρων και κλήση (στιχ. 12 σελίδα 10 αυτής) και τις υπ’ αριθμ. ... /7.2. 2014, ... /21.1.2014 και ...4.2.2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Τ., προς απόδειξη της προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως των αντιδίκων τους για παράσταση κατά την λήψη αυτής (ένορκης βεβαιώσεως). Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων στα ποσά που αναφέρονται σ’ αυτήν, επανεκτιμώντας την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την από 3.6.2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την Τροχαία πραγματογνώμονος Α.

Δ., τις φωτογραφίες και τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια. Δεν έλαβε όμως υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση. Τούτο δε διότι δεν γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έπρεπε, ότι λήφθηκε υπόψη, ως αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο και η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμών τους σχετικώς με την προκληθείσα σ’ αυτούς ψυχική οδύνη, συνεπεία του θανασίμου τραυματισμού της προαναφερομένης συγγενούς τους και χωρίς επίσης να αποκρουστεί από το Εφετείο αυτή (ως άνω ένορκη βεβαίωση).

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση, όπως βασίμως μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο, το μεν αναφέρεται ότι την ένορκη αυτή βεβαίωση είχαν προσκομίσει, μετ’ επικλήσεως, οι αναιρεσείοντες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες, ενώπιον τούτου, προτάσεις τους, το δε καθορίζεται (επίσης στο αναιρετήριο) η μη ληφθείσα υπόψη ένορκη βεβαίωση, κατά τρόπο που προκύπτει η ταυτότητά της και η νόμιμη λήψη της, το περιεχόμενο της ένορκης αυτής βεβαιώσεως και το παραδεκτό της προσκομίσεώς της στο δικαστήριο της ουσίας, όπως επίσης και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτή προσκομίστηκε.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τρίτου λόγου αυτής (αναιρέσεως), ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Επί της από 30.7.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αιτήσεως αναιρέσεως:

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρο 300 Α.Κ.).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 του Α.Κ., οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005). Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3/4/2013 και περί ώρα 5.50, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα, υπερβαίνουσα τα 78 χιλιόμετρα ανά ώρα το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της Λεωφόρου Αθηνών στο Περιστέρι Αττικής, με κατεύθυνση προς Κόρινθο. Η πιο πάνω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δε δύο ρεύματα αυτής χωρίζει δεντροφυτευμένη νησίδα ασφαλείας, πλάτους 4,3 μέτρων, με μεταλλικές μπάρες εκατέρωθεν των πλευρών της.

Στο ύψος του οικοδομικού ..., το ρεύμα πορείας της λεωφόρου Αθηνών προς Κόρινθο έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων, η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία και στη συνέχειά της παρουσιάζει κατωφέρεια χωρίς επαρκή ηλεκτροφωτισμό, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν.

Στον πιο πάνω τόπο δεν υπάρχει διάβαση πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, ενώ ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται στα 60 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ενώ λοιπόν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός εξακολουθούσε να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, άρχισε να κινείται μέσα από την νησίδα ασφαλείας, υπερπηδώντας τις μεταλλικές μπάρες, οι οποίες είχαν ήδη στο σημείο εκείνο υποστεί φθορά, η 23 ετών πεζή Ξ.

Β. Α., Ουκρανή υπήκοος, η οποία ήθελε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα της λεωφόρου. Όταν η πιο πάνω πεζή, είχε ήδη διασχίσει 2.20 μέτρα επί του οδοστρώματος παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, ο οποίος μη έχοντας τροχοπεδήσει πριν την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του στο σώμα της πεζής, την εκτίναξε τουλάχιστον 30 μέτρα μετά, όπου βρέθηκε το υπόδημά της, ενώ το μήκος τροχοπέδησης των αριστερών του τροχών ήταν 45,8 μέτρα και το μήκος των δεξιών τροχών 28,6 μέτρα.

Αποτέλεσμα του πιο πάνω συμβάντος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής, ο οποίος επήλθε συνεπεία των βαρύτατων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και κακώσεων αυχένα, θώρακος, κοιλιάς, λεκάνης και δεξιού κάτω άκρου. Κατά την τοξικολογική εξέταση, που διενεργήθηκε, ανιχνεύθηκε στο αίμα της πεζής αλκοόλ σε ποσοστό 2,94 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.

Υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 80% είναι η πεζή, η οποία υπό την επήρεια μεγάλης ποσότητας αλκοόλ επιχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Αθηνών, από σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, ούτε η ρύθμιση οχημάτων και πεζών γίνεται με φωτεινούς σηματοδότες, η δε κίνηση των οχημάτων στο σημείο εκείνο, όπου αυτή παρασύρθηκε είναι πυκνή.

Συνυπαίτιος, όμως του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 20% είναι και ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, επειδή αυτός είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα για τις περιστάσεις κατά πολύ υπερβαίνουσα τα ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, γεγονός που ενισχύεται από το ότι α) εκτίναξε το σώμα της πεζής 30 μέτρα από το σημείο πρόσκρουσης, όπου βρέθηκε το υπόδημά της, β) λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης με το σώμα της πεζής το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του και ειδικότερα το αριστερό τμήμα του καπώ υποχώρησε κατά 50 εκατοστά (βλ.

και πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος από την Τροχαία Αιγάλεω Α. Δ. μηχανολόγου μηχανικού στη σελ. 10) και γ) τα ίχνη τροχοπεδήσεως, τα οποία πραγματοποίησε το αυτοκίνητο του ενάγοντος αμέσως μετά την πρόσκρουσή του με το σώμα της πεζής, απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας σε 45,8 μέτρα για τους αριστερούς τροχούς του αυτοκινήτου και σε 28,6 μέτρα για τους δεξιούς τροχούς.

Η πιο πάνω μεγάλη διαφοροποίηση των ιχνών τροχοπεδήσεως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, αποδεικνύει ότι το σύστημα πέδησης του ζημιογόνου αυτοκινήτου λειτουργούσε ανεπαρκώς, αφού όσο μικρότερη είναι η απόκλιση μεταξύ των ιχνών τροχοπεδήσεως των αριστερών και δεξιών τροχών του αυτοκινήτου, τόσο αποτελεσματικότερη και ομαλή είναι η τροχοπέδηση.

Με δεδομένο ότι τα ίχνη τροχοπεδήσεως των αριστερών τροχών του αυτοκινήτου ανέρχονται σε 45,8 μέτρα, οπωσδήποτε η ταχύτητα του αυτοκινήτου του ενάγοντος θα ανερχόταν σε 90 ίσως και περισσότερα χιλιόμετρα ανά ώρα (βλ. και σχετ. πίνακα στη σελίδα 17 της πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Α. Δ.). Σε κάθε περίπτωση, εάν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου εκινείτο με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ανά ώρα ή χαμηλότερη, θα είχε το χρόνο και τη δυνατότητα είτε να πραγματοποιήσει αποτελεσματικότερη τροχοπέδηση είτε να ενεργήσει τον κατάλληλο ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να αποφύγει την παράσυρση της πεζής.

Η εκκαλουμένη όμως απόφαση που έκρινε διαφορετικά για την πιο πάνω αιτία, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον μοναδικό λόγο της εφέσεώς τους...". Με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, κρίνοντας συνυπαίτιο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο, παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις εφαρμοσθείσες από αυτό ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι δεν καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών.

Ειδικότερα, δεν μνηνονεύεται αν, την ώρα που συνέβη το ατύχημα (5.50), ήταν συνθήκες νύκτας, ενόψει της παραδοχής της ότι η οδός στο σημείο εκείνο ήταν χωρίς επαρκή ηλεκτροφωτισμό. Ακόμη δεν περιγράφεται επαρκώς ο τρόπος κινήσεως της πεζής, αν δηλαδή αυτή εξήλθε αιφνίδια, "πετάχτηκε" δηλαδή γρήγορα από την διαχωριστική νησίδα ή αντίθετα εξήλθε από αυτήν αργά και αν κινήθηκε γρήγορα ή αργά εντός του οδοστρώματος, προκειμένου να κριθούν τα περιθώρια και η δυνατότητα αντιδράσεως του πρώτου εναγομένου.

Επίσης δεν αναφέρει από ποια απόσταση ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την πεζή, ούτε από ποια απόσταση ο ίδιος, ενεργώντας ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, εάν δηλαδή η απόσταση ήταν τέτοια που θα του επέτρεπε να αντιδράσει έγκαιρα με τροχοπέδηση ή άλλον αποφευκτικό ελιγμό, εάν εκινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα των 60 χ/ω και να αποφύγει την πρόσκρουση του οχήματός του πάνω στο σώμα της πεζής ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής ή εάν, αντιθέτως, ήταν τόσο μικρή, που θα του ήταν τελείως αδύνατο, ακόμη και εάν εκινείτο με τη νόμιμη ταχύτητα, να την αποφύγει, η οποία θα είχε τα αυτά αποτελέσματα, έτσι ώστε να καταστεί σαφές εάν η ταχύτητα, με την οποία οδηγούσε το όχημά του, τελεί ή όχι σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο (συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου) και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχήν μεν του πρώτου αναιρετικού λόγου της πρώτης (από 15.7.2015) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το κεφάλαιο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στους οικείους της θανατωθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, κατά παραδοχήν δε του πρώτου αναιρετικού λόγου της δεύτερης (από 30.7.2015) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το κεφάλαιο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) που αφορά στην κριθείσα συνυπαιτιότητα (κατά ποσοστό 20%) του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατ’ ίσα μέρη εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων για την άσκηση των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες (εκάστης αναιρέσεως), ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 15.7.2015 και 30.7.2015 αιτήσεις για αναίρεση της 1609/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 15.7.2015 αίτηση αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο λόγο αυτής.

Αναιρεί την 1609/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και υπό τις αναφερόμενες σ’ αυτό διακρίσεις.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Και Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες εκάστης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ