439/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:82/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2010 μη οριστική και 48/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated439/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27-28/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 439 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ν.Π.Δ.Δ.- Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ", που εδρεύει στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Δήμου Αστακού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Τσατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καραμπουλιά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:82/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2010 μη οριστική και 48/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 9-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.) τελεσίδικη 48/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εξαφάνισε την εκκαλούμενη τότε, 82/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε ότι η σχέση που συνδέει τον ενάγοντα με τον εναγόμενο είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15170 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και καταδίκασε τον εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, από 800 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 αριθμ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.) Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27-28/1998).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση, εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης.
Ο χαρακτηρισμός δε μιας συμβάσεως, ως εργασίας ή έργου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει με βάση τα περιστατικά τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν στην έννομη σχέση τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ.ΑΠ 19/2007, Ολ.ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Περαιτέρω, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου, που καταρτίσθηκαν από το Δημόσιο, κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999 (που δημοσιεύθηκε την 10/7/1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10/7/1999) και ενσωματώθηκε, στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18/4/2001, με τις τελευταίες των οποίων απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού (με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου), ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) έχουν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ακόμη και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/76, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσεως εξηρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 255 εδ. 2 του ΑΚ, η οποία κατ' άρθρο 279 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως και επί αποσβεστικής προθεσμίας, προκύπτει σαφώς ότι η παραγραφή αναστέλλεται αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο δικαιούχος εμποδίστηκε ν' ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του υποχρέου.
Υπάρχει δε δόλια συμπεριφορά και όταν ο υπόχρεος, κατά την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, υπόσχεται στον απολυόμενο μισθωτό ότι σύντομα θα τον επαναπροσλάβει και στη συνέχεια επαναλαμβάνει την υπόσχεσή του και τον διαβεβαιώνει ότι η επαναπρόσληψή του είναι θέμα χρόνου, αυτή δε η υπόσχεση γίνεται μόνο φαινομενικά γιατί δεν υπάρχει στην πραγματικότητα τέτοια πρόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ στις 1-7-1998 και από της προσλήψεως του και εντεύθεν μέχρι την 31-12-2004 προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του ως οδηγός στα οχήματα του εναγομένου Δήμου Αστακού. Ο τελευταίος προσέλαβε τον ενάγοντα με έγγραφες συμβάσεις έργου που αφορούσαν: "εργασίες εφαρμογής μελέτης κυκλοφοριακού - καθαρισμός και μικροεπισκευές κοιν.
χώρων - δεντροφυτεύσεις", "καθημερινή διακίνηση του απορριμματοφόρου αυτοκινήτου για τη συλλογή σκουπιδιών των διαμερισμάτων του Δήμου", κλπ τον απασχολούσε όμως στην πραγματικότητα ως οδηγό των υπηρεσιακών οχημάτων του Δήμου (απορριμματοφόρου, οχήματος απομάκρυνσης λυμάτων, πυροσβεστικού οχήματος), με σταθερό ωράριο εργασίας, υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων του και τις οδηγίες των οργάνων του (εναγομένου).
Η παραπάνω εργασία, που παρείχε ο ενάγων στον εναγόμενο, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ειδικότερα ο εναγόμενος απέβλεψε στην υπό του ενάγοντος παρεχόμενη εργασία (διακίνηση απορριμματοφόρου και λοιπών οχημάτων του), καθεαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, ο δε ενάγων τελούσε υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων του, λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που του είχε ανατεθεί, τηρούσε καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχε την εργασία του στον ορισθέντα υπό του εναγομένου τόπο και χρόνο.
Επομένως, οι συμβάσεις βάσει των οποίων απασχολήθηκε ο ενάγων κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν κατά τη σύναψη τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνήψε τις κάτωθι συμβάσεις με τον εναγόμενο: 1) την από 1-7-1998 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 31-12- 1998, 2) την από 23-7-1999 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 23-7-1999 έως 31-12-1999, 3) την από 7-3-2000 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 22-7-2000, 4) την από 1-8-2000 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 1-8-2000 έως 31-12- 2000, 5) την από 17- 12-2001 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 17-12-2001 έως 31-12-2001, 6) την από 31-12-2001 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 7-12-2002, 7) την από 8-3-2003 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 8-3-2003.
έως 17-11-2003, 8) την από 18-11-2003 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 18-11-2003 έως 31-12-2003, 9) την από 20-2-2004 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 20-2-2004 έως 6-5-2004 και 10) την από 7-5-2004 σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 7-5-2004 έως 31-12-2004. Οι πιο πάνω συμβάσεις, οι οποίες επιγράφονται ως "συμφωνητικά" μισθώσεως έργου και φέρονται να αφορούν ορισμένο χρόνο, κατ' επίφαση χαρακτηρίζονται ως τέτοιες, δεδομένου ότι ο ενάγων με την παρεχόμενη εργασία του κάλυπτε πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου ως οδηγός του απορριμματοφόρου οχήματος του εναγομένου Δήμου, του οχήματος αποκομιδής λυμάτων, του πυροσβεστικού οχήματος καθώς και όλων των επαγγελματικών οχημάτων του Δήμου Αστακού καθόσον ήταν ο μόνος από τους εργαζόμενους στον εναγόμενο, που διέθετε επαγγελματική άδεια οδήγησης καθώς και ειδική άδεια οδήγησης πυροσβεστικού οχήματος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο με την παραπάνω ιδιότητα καθόλο το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 1-1-2005 συνεχώς, κατά τα ενδιάμεσα δε μεταξύ των προαναφερθεισών συμβάσεων διαστήματα συνέχιζε να παρέχει την εργασία του με άκυρη σύμβαση εργασίας. Επομένως, στις πιο πάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίσθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18/4/2001, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις) είχαν προσλάβει ήδη πριν από την έναρξη ισχύος των συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος στις 1-1-2005 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να του κοινοποιήσει έγγραφο και δίχως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Υποσχέθηκε όμως στον ενάγοντα, με το νόμιμο εκπρόσωπο του, ότι θα τον επαναπροσλάμβανε σύντομα ως μόνιμο οδηγό και ότι η επαναπρόσληψή του ήταν θέμα χρόνου.
Η συμπεριφορά αυτή των οργάνων του εναγομένου, που συνεχίστηκε μέχρι την 30-4-2006, οπότε δήλωσαν ρητά στον εναγόμενο ότι δεν πρόκειται να τον επαναπροσλάβουν, ήταν παραπλανητική, αφού στην πραγματικότητα δεν υπήρχε βούληση επαναπρόσληψής του, η συμπεριφορά δε αυτή απέτρεψε τον ενάγοντα από το να ασκήσει έγκαιρα τις ένδικες αξιώσεις, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με αποτέλεσμα να προβεί στην άσκηση αγωγής την 16-6-2006, μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1995.
Στη συνέχεια το Εφετείο, καταλήγοντας, δέχθηκε ότι ο ενάγων απώλεσε την προθεσμία άσκησης της αγωγής συνεπεία δόλιας συμπεριφοράς του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό επήλθε αναστολή της προθεσμίας αυτής και ότι η ένδικη αγωγή θεωρείται ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα. Τέλος το Εφετείο αναγνώρισε την ακυρότητα της από 1-5-2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και επεδίκασε σ' αυτόν 15.170 ευρώ για μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η εργασιακή σχέση που συνδέει τον ενάγοντα με τον εναγόμενο, είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, την οδηγία 1999/70/ΕΚ, διότι στις παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο, πριν από την έναρξη ισχύος της παραπάνω οδηγίας του Συμβουλίου της 28-6-1999 και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 δεν εφαρμόζονται οι συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις) είχαν προσλάβει, ήδη, από την έναρξη ισχύος των συνταγματικών και λοιπών διατάξεων του χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό.
Ομοίως, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν παραβίασε σύμφωνα με τα παραπάνω τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3198/1955 και ο εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, περιέχει σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο ορθά κατέληξε ότι η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος ήταν σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση έργου και περαιτέρω δεχθείσα ότι ο ενάγων απώλεσε την προθεσμία άσκησης της ένδικης αγωγής συνεπεία δόλιας συμπεριφοράς του εναγομένου και ότι η αγωγή θεωρείται ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα λόγω της επελθούσης αναστολής της προθεσμίας αυτής και συνεπώς ο εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης, με τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος.
Τέλος ο εκ του άρθρου 11γ του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση εκείνος από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι αυτή (απόφαση) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος), τον οποίο επικαλέσθηκε και προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα και ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι η πρώτη σύμβαση που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο μέχρι την 31-12-1998 ήταν ορισμένου χρόνου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και την παραπάνω επί μέρους σύμβαση, η οποία μαζί με τις λοιπές συμβάσεις οι οποίες επιγράφονται ως συμβάσεις μισθώσεως έργου και φέρονται ότι αφορούν ορισμένο χρόνο, κατ' επίφαση χαρακτηρίζονται ως τέτοιες, δεδομένου ότι ο ενάγων με την παρεχόμενη εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς (μόνιμες) ανάγκες του εναγομένου και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός ελήφθη υπόψη και απερρίφθη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος λόγω της ήττας του (αρθ. 183 Κ.Πολ.Δ.) στο ήμισυ της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το άρθ. 281 αριθμ. 2 του ν.3463/2006 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 48/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ