Legislator Case Law & Legislation
439/2014 AI generated

439/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 439/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4245/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1162/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2000 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 926/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1162/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

439/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως προκύπτει από την .../10.9.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση κλήσης με την παρά πόδας πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου (10.12.2013) για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2778/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κλήση για παράσταση κατ' αυτή τη συζήτηση επιδόθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο αναιρεσίβλητο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ., πρώην συζύγου Ν. Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΝΙΚΑΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ - ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ", πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σημαντήρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4245/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1162/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2000 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 926/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1162/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2778/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 519/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 28/6/2012 κλήση της.

Εκδόθηκε η 520/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2013 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 28/11/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά Δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις Δικαστή, ενώ επί εργατικών διαφορών, ήδη, η πληρεξουσιότητα αυτή μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή (αρθρ. 665 παρ.2 εδ.

γ' Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ.6 Ν. 4055/2012), μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Ακόμη, κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.

Συνέπεια της αυτεπάγγελτης, κατά τα άνω, εξετάσεως της ελλείψεως της αναγκαίας πληρεξουσιότητας είναι, ότι θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, ως μη νομίμως παριστάμενος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος (περίπτωση που συντρέχει και αν αυτός δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, θεωρούμενος, κατά τα άνω, δικονομικά απών), ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2778/2002 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, φέρεται προς συζήτηση με την από την από 7-6-2013 κλήση της αναιρεσείουσας, που προσδιορίστηκε νόμιμα, για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την έκδοση της 510/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η οποία είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους με δηλώσεις, κατ' αρθρ. 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα παρέστη, κατά τα άνω, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος προσκόμισε σχετικά στο φάκελο της δικογραφίας την υπ' αριθμ. .../20.5.2000 πράξη της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Νίκης Κωβαίου-Γαρίνη, που αφορά την παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν από την αναιρεσείουσα για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης, ενώ για το δικηγόρο Στρατή Σημαντήρη, που παρέστη δια δηλώσεως για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, προσκομίζεται η από 9.12.2013 έγγραφη εξουσιοδότηση, η οποία υπογράφεται από τον Διοικητή αυτού (αναιρεσιβλήτου) ΚΒ, χωρίς, όμως βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, όπως απαιτείται, κατά νόμο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όταν η πληρεξουσιότητα δεν χορηγείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Εφόσον, λοιπόν, η παροχή της πληρεξουσιότητας στην τελευταία περίπτωση (όσον αφορά το αναιρεσίβλητο) δεν έγινε κατά νόμιμο τρόπο, ενόψει του ότι δεν δόθηκε με συμβολαιογραφική πράξη ούτε το αναιρεσίβλητο παραστάθηκε στο ακροατήριο, δια του νόμιμου εκπροσώπου του, για να διορίσει τον προαναφερόμενο δικηγόρο, η δε προσκομιζόμενη έγγραφη εξουσιοδότηση δεν φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του νόμιμου εκπροσώπου αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, ο ανωτέρω δικηγόρος, ως μη εξουσιοδοτηθείς νομίμως, δεν εκπροσώπησε προσηκόντως το αναιρεσίβλητο.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την .../10.9.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση κλήσης με την παρά πόδας πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου (10.12.2013) για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2778/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κλήση για παράσταση κατ' αυτή τη συζήτηση επιδόθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς το τελευταίο, που εμφανίσθηκε μεν αλλά δεν εκπροσωπήθηκε νομότυπα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο θεωρείται δικονομικά απόν και εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση και γι' αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. το Δικαστήριο τούτο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτό παρόν.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση", προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Αν το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε δεν αναφέρεται, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, στο πληττόμενο με τον ως άνω λόγο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τότε ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι ως δικαστήριο της παραπομπής, ενώ με την υπ' αριθμ. 926/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 1162/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου από την προηγούμενη υπ' αριθμ. 4240/1995 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, όσον αφορά το νομικό καθεστώς βάσει του οποίου διαμορφώνονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι αποδοχές της αναιρεσείουσας που προσέφερε την εργασία της στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως καθαρίστρια, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική αυτή απόφαση, αλλά έκρινε ότι.

οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, που αναφέρονταν στο χρονικό διάστημα 1989 - 1991, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ 496/1974 και απέρριψε ακολούθως κατά το αντίστοιχο μέρος την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ο Άρειος Πάγος επέλυσε μόνο το νομικό θέμα της υπάρξεως δεδικασμένου για τις ένδικες απαιτήσεις από την υπ' αριθμ. 4240/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και κατά συνέπεια, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμευόταν από την ανωτέρω αναιρετική απόφαση ως προς την έρευνα της ουσίας της διαφοράς στην οποία εμπεριέχεται και η παραγραφή ή μη των ένδικων απαιτήσεων.

Η παράβαση των καθηκόντων, που το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει στους διαδίκους, στους νομίμους αντιπροσώπους και στους πληρεξουσίους τους, όπως αυτό της τηρήσεως των κανόνων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών καθώς και της αποφυγής ενεργειών που φανερά οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης, μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατά το άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ., ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημιώσεως, όχι όμως και τη δικονομική κύρωση του απαραδέκτου της διαδικαστικής πράξεως ή ενέργειας, αφού τούτο δεν προβλέπεται από τη διάταξη αυτή ούτε ρητώς ούτε με τη χρήση συγγενούς προς την έννοια του απαραδέκτου εκφράσεως. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 116 του αυτού Κώδικα, δεν απέρριψε -ως απαράδεκτη την προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής των ένδικων απαιτήσεων γιατί αυτή αντιφάσκει προς την άρνηση της υπάρξεως των εν λόγω απαιτήσεων, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, ανεξάρτητα από το ότι είναι δικονομικώς παραδεκτή η επικουρική προς την άρνηση της αγωγής προβολή της ενστάσεως αυτής.

Με το άρθρο 44 παρ. 1 του ν.δ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου ν. δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάση φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δυο ετών".

Κατά δε το άρθρο 49 του αυτού ν.δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/19974, προκύπτει ότι με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται έκδοση διοικητικής πράξεως, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο από το άρθρο 44 του ιδίου ν.δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετής), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.

Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496//1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προαναφερόμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Ολ.ΑΠ 2/2011, ΑΠ 1047/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας από διαφορές αποδοχών, που αναφέρονται στα έτη 1989, 1990 και 1991, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974. διότι η αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 23-7-1994, ήτοι μετά την πάροδο δυο ετών από τα τέλη των αντίστοιχων ετών, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι σ' αυτά αναφερόμενες αξιώσεις της αναιρεσείουσας και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974. Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 51 εδ. β' του ιδίου ν.δ/τος. 496/1974 προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των κατά των ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό που θεσπίζει το άρθρο 48 παρ. 3 του αυτού ν.δ/τος, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή των εν λόγω αξιώσεων.

Η αίτηση δε αυτή δεν επιφέρει το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα αν από το περιεχόμενο της δεν προκύπτουν κατά τρόπο αναμφίβολο οι απαιτήσεις των οποίων ζητείται η πληρωμή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. 9873/30-12-1992 αίτηση της αναιρεσείουσας και 63 ακόμη συναδέλφων της προς το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την οποία αυτή ζητούσε την πληρωμή, της διαφοράς των αποδοχών και αποζημιώσεων που οφείλεται "α)....β)...

ιε) και γενικά εις την μη καταβολή των προβλεπομένων υπό του νόμου και των σχετικών Δ.Α. και Σ.Σ.Ε. αποδοχών της από 1-1-1981 βάσει των ετών υπηρεσίας και προϋπηρεσίας μας, της ειδικότητας και των οικογενειακών βαρών μας κ.λ.π", δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής ως προς τις αναφερόμενες στο χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-1990 απαιτήσεις της αναιρεσείουσας από τον μη καθορισμό των αποδοχών της βάσει του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου του προβλεπομένου από τις ΕΓΣΣΕ στις οποίες παραπέμπει η υπ' αριθμ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών λόγω της αοριστίας της πιο πάνω αιτήσεως ως προς απαιτήσεις στις οποίες αναφέρεται. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την ανωτέρω περί διακοπής της παραγραφής αντένσταση της αναιρεσείουσας λόγω αοριστίας της σχετικής αιτήσεως προς πληρωμή των προβαλλόμενων απαιτήσεων, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι την εν λόγω αντένσταση, ως προς το παραδεκτό και νόμιμο αυτής ερεύνησε το Εφετείο, όπως είχε νομική υποχρέωση, αυτεπαγγέλτως.

Κατά το άρθρο 51 περ. α' του ν.δ 496/1974 "φυλαττομένης της ισχύος ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνο α) δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, στις χρηματικές αξιώσεις κατά του ν.π.δ.δ. επέρχεται διακοπή της παραγραφής όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας διαφορετικό αντικείμενο επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξιώσεως, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση. Εξάλλου, για την ίδρυση του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή μη νόμιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλούσα, καθ' υποφορά, την αντένσταση της διακοπής της διετούς παραγραφής, με την επικαλούμενη από 6-12-1991 αγωγή της, με την οποία εισήχθησαν στο αρμόδιο δικαστήριο τα ζητήματα "αν δικαιούται (η αναιρεσείουσα) βασικό ημερομίσθιο βάσει οκταώρου εργασίας και τα επιδόματα τριετιών και συζύγου των α' και β' γενικών όρων της υπ' αριθμ. 42/81 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς, καθώς και την αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, που αποτελούν τη βάση και την προϋπόθεση για την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεών της", τα οποία και επιλύθηκαν με την επί της αγωγής αυτής εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4240/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αντένσταση, όμως, αυτή ήταν μη νόμιμη διότι τα πιο πάνω επιλυθέντα "ζητήματα" δεν αποτελούσαν τη βάση ή την προϋπόθεση για την ικανοποίηση και των με τη μεταγενέστερη, από 23-6-1994, αγωγή της αναιρεσείουσας προβαλλόμενων αξιώσεων για μισθολογικές διαφορές που προέκυπταν από τη διαμόρφωση των αποδοχών της βάσει του καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ κατωτάτου ημερομισθίου, στο οποίο παραπέμπει η υπ' αριθμ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, αφού με την προηγούμενη εφετειακή απόφαση επιλύθηκε το ζήτημα της διαμορφώσεως των αποδοχών της αναιρεσείουσας βάσει της υπ' αριθμ. 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που προέβλεπε διαμόρφωση των πάσης φύσεως αποδοχών των υπαγομένων στη διαιτητική αυτή απόφαση καθαριστριών με βάση διαφορετικό ημερομίσθιο.

Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον μη νόμιμο αυτόν ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον έκτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι απέρριψε εν μέρει το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, με την παραδοχή ότι αυτή εργάστηκε κατά τις ημέρες αυτές τις μισές ώρες από αυτές που αναφέρει στην αγωγή της, χωρίς όμως να προταθεί από το αναιρεσίβλητο σχετικός ισχυρισμός, και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας ερευνά την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αυτεπαγγέλτως κατά νομική υποχρέωση.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.

Ειδικότερα, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που, εκτός άλλων, εγγυάται το αμερόληπτο με την έννοια του ουδέτερου δικαστή, συνάγεται ότι η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επίσης όλες εκείνες τις θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες είναι σημαντικές για την κατοχύρωση της αμεροληψίας, μεταξύ των οποίων η ισότητα των όπλων και η διαθετική αρχή.

Η ισχύς της διαθετικής αρχής δεν αποκλείει ωστόσο σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την κατ' εξαίρεση πρόβλεψη της δυνατότητας θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή. Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι, η ύπαρξη ενός αντικειμενικού, ουσιαστικού λόγου, όπως στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης θέσης σε κίνηση της διαδικασίας χάριν του γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η υπεροχή του οποίου είναι δικαιολογημένη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως τον λόγο αυτό αναίρεσης, στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Τέτοια είναι και η στηριζόμενη στο άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων υπαλλήλων του, για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτή αρχή της διαθέσεως και της συζητήσεως, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά." Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νόμιμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί.

Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ των ν.π.δ.δ. έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτη του ν.δ. 496/1974 δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη, στην επιμέλεια των οργάνων της διοικήσεως ή των νομικών παραστατών των ν.π.δ.δ. για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Συγκεκριμένα, η προβολή της ένστασης της παραγραφής, που γενικώς (ΑΚ 277), ως ένσταση "συνειδήσεως", απόκειται στη βούληση ενός εκάστου (ιδιώτη) οφειλέτη και στις υποκειμενικές εκάστοτε σταθμίσεις αυτού, δεν ενδείκνυται, ακριβώς χάριν της τήρησης της ισότητας, να επαφεθεί στις, κατ' ανάγκη εκάστοτε ποικίλλουσες, υποκειμενικές σταθμίσεις των κάθε φορά πληρεξουσίων των ν.π.δ.δ., τα οποία, πάντως, δεν στερούνται της δυνατότητας, όταν οι διοικήσεις τους κρίνουν ότι συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι, να προβαίνουν κατά τη νόμιμη διαδικασία σε αναγνώριση των κατ' αυτών απαιτήσεων.

Επίσης, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του ν.π.δ.δ.

από τη δυνατότητα να προβάλουν καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.

Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ' του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλά όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο.

Και τούτο διότι "περιουσία" κατά την ως άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομη σχέση του δανειστή του ν.π.δ.δ., δεν αποτελεί, λογικώς, το - κατ' ένσταση μόνο - προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεως του. Άλλωστε, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι: "Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ., κατά τα προεκτιθέμενα (Ολ.

ΑΠ 22/2005 και 11/2003). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αξιώσεων της από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-12-1991 και από 1-1-1992 έως 31-5-1994, έκρινε ακολούθως ότι οι ένδικες αξιώσεις που αναφέρονται στην πρώτη χρονική περίοδο έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν,δ 496/1974, την οποία έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ.

γ' του ιδίου ν.δ/τος αυτεπαγγέλτως, αφού η περί παραγραφής ένσταση δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου ούτε είχε επαναφερθεί σε αυτό νομίμως, με συγκεκριμένη αναφορά κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. σε σχετικό μέρος των πρωτόδικων προτάσεων του ανιρεσιβλήτου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δε υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το με στοιχ. γ' σκέλος του ως αβάσιμος.

Τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 2 Ν.Δ. 4961974, ορίζεται ότι "ο νομός και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το νομικό πρόσωπο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Εφόσον όμως ο νόμος (η ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 7 §2 ν.δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνο προς τη γένεση της επιδικίας δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και κατά τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.

Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη, εντεύθεν, συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι, στην περίπτωση περιορισμού του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό οφείλονται τόκοι (Ολ.ΑΠ 7/2011 επί ομοίως διάταξης του άρθρ. 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.) να της καταβάλει για διαφορές αποδοχών το χρηματικό ποσό των 28.811.100 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κατά την πρώτη συζήτηση της οποίας, όμως, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα στο ποσό των 49.000 δραχμών και ζήτησε την αναγνώριση της υπόλοιπης οφειλής με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει για συνολικό ποσό 17.566.080 δραχμών, από το οποίο υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα 49.000 δρχ. (143,80 ευρώ) ανεγνώρισε ότι οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 17.566.080 δρχ (51.552,22 ευρώ), για το οποίο έκρινε ότι μετά τον περιορισμό για το ποσό αυτό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται κατά νόμο τόκοι γι' αυτό.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, 340, 341, 345 και 346 ΑΚ. Επομένως ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κατωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνων είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως προς τον όγδοο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2778/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής που έκρινε ότι δεν οφείλονται τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής επί του αιτήματος αυτής που περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, και δη επί του ποσού των 51552,22 ευρώ που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει το αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν.4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει και, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η ερημοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων και επί του αιτήματος της αγωγής που περιορίστηκε κατά ένα μέρος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είναι νόμιμο και κατά τούτο είναι δεκτή η αναίρεση. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και δικάζοντας την έφεση μόνο για το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος της, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 51552,22 ευρώ νομιμοτόκως και της επιδόσεως της αγωγής.

Τέλος, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικασθεί εν μέρει στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά τα άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2778/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.

Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα πενήντα μία χιλιάδες πεντακόσια πενήντα δύο ευρώ και είκοσι δύο λεπτά (51.552,22 ευρώ) νομιμοτόκως και από την επίδοση της αγωγής.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις28 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ