Legislator Case Law & Legislation
439/2013 AI generated

439/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 439/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποίηση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Legislator headnote

AI generated

439/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον ο ποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Keywords

AI generated
banking policy authorization to levy debt enforcement microprudential tasks objection to debt enforcement bank charges banking supervision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα ... εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τη προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/2/2012 αίτησή του και τους από 8/11/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 28/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον ο ποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-341, 346, 591 και 677 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την ειδική για διαφορές από αμοιβές για παροχή εργασίας διαδικασία, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσής του αυτής ιδρύει τον κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α)ποιες είναι οι αποδείξεις, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Αντίθετα είναι αόριστος ο αναιρετικός λόγος από το ως άνω άρθρο 559 αριθ.11β ΚΠολΔ, ο οποίος περιορίζεται στην αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις, τις οποίες δεν επικαλέστηκε ο αντίδικος του αναιρεσείοντος με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δίχως να περιέχονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω στοιχεία).Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται αυτός, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι αρκούμενη μόνο στη βεβαίωση "και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα απ' αυτόν έγγραφα, όπως αυτά περιέχονται λεπτομερώς στον ως άνω λόγο αναίρεσης, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή (προσβαλλομένη) ποια έγγραφα θεωρήθηκαν δημόσια ή ιδιωτικά, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτά, αν τα έγγραφα αυτά στηρίζουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, ποια από αυτά αναφέρονται ή όχι σε γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, και κατά το εκτεθέν μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη δεν είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να διαλαμβάνει στην απόφασή του όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, αρκούσης μόνο της γενικής αναφοράς ως προς το είδος των εν γένει αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π).

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης(πρώτο),και κατά το μέρος από τον αριθμό 11β του ίδιου ως άνω άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη το έγγραφο με αριθμό σχετικού 35,για το οποίο γίνεται αναφορά στις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, πλην όμως αυτό προσκομίσθηκε απαραδέκτως μετά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του Εφετείου και κατά τη διάρκεια της τριήμερης προθεσμίας για την τυχόν κατάθεση προσθήκης και αντίκρουσης εκ μέρους των διαδίκων.

Πλην όμως ο λόγος αυτός της αναίρεσης και κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ποιο είναι αυτό το σχετικό έγγραφο το οποίο προσκομίσθηκε απαραδέκτως και παρόλα αυτά λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ώστε να μη προκύπτει η ταυτότητα του, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί από την παραπομπή που κάνει αυτός (αναιρεσείων) στις ως άνω προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο εκτεθέν δικαστήριο (Εφετείο).

Επειδή, από την διάταξη του αρθ. 116 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.

Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά όταν δηλ.

αντιφάσκουν μεταξύ τους, η αντιφατικότητα δε αυτή έχει ως συνέπεια ότι κρίνεται ως απαράδεκτος ο κατά σειράν προβολής μεταγενέστερος ισχυρισμός. Σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτη η ένσταση, όταν η αντίφαση δεν υπάρχει προς άλλα επικαλούμενα γεγονότα, αλλά μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών των άλλων γεγονότων.

Έτσι, συγχωρείται η επικουρική προβολή ενστάσεως για την περίπτωση, που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσεως της αγωγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως δε αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Όμως για τη διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι ασκήθηκε παραδεκτά από την αναιρεσίβλητη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του την οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν, καθόσον ασκήθηκε σωρευτικά με τους αρνητικούς ισχυρισμούς ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του, όπως αυτό προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις και τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο αυτή (αναιρεσίβλητη), και ότι τον ισχυρισμό αυτό τον πρότεινε ο αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του, επανέφερε δε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Πλην, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της έφεσης που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης και των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου, η τελευταία (αναιρεσίβλητη) την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία απερρίφθη πρωτοδίκως, την πρόβαλε με επικουρικό λόγο έφεσης (τρίτο), σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους αυτής, με τους οποίους παραπονούνταν για αοριστία και ουσιαστική αβασιμότητα της άνω αγωγής, αντίστοιχα, με τις προτάσεις της δε επαναφέρονταν επιγραμματικά οι ανωτέρω λόγοι της έφεσης με ρητή παραπομπή κατά τα λοιπά στο δικόγραφο αυτής (έφεσης).

Ως προς δε τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, αναφέρεται σ' αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους κατά λέξη, και μετά την προβολή από την αναιρεσίβλητη των ισχυρισμών περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και περί νομικής και ουσιαστικής αβασιμότητος της, και η περικοπή "και σε κάθε περίπτωση η υπό τις άνω περιστάσεις άσκηση της υπό κρίση αγωγής είναι εκδήλως καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί:

Για ...". Από την παραπάνω περικοπή και ιδίως της φράσης "σε κάθε περίπτωση" συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι και πρωτοδίκως προβλήθηκε η άνω ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής επικουρικά και όχι σωρευτικά. Με τα δεδομένα αυτά, ο λόγος αυτός, που στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνο η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν' ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματός, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν' αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, διότι δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ.ΑΠ 8/2001).

Η ως άνω διάταξη έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 92 παρ.2 του κυρωθέντος με το ν.

δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία ορίζεται ο τρόπος καθορισμού του ελαχίστου ορίου της πάγιας περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005). Ειδικότερα(α)κατ' αρθ.91 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη,(β)κατ' άρθ. 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα(όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.β αυτής με το άρθ.5 παρ 3 του ν.δ 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθ.8 ν.1093/1980)η δικηγορική α μοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη την διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθ.98 επί του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στη προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγό ρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι, η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθ. 98 επ.

του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του αρ. 484 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθ. 174, 180 ΑΚ).Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαίτησής του ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.

Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή το περιεχόμενο της έγγραφης παραίτησης του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (Ολ.ΑΠ 33/2005).

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και στις γενικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1εδ.β ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγήν πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση αυτών προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, για την καταβολή οφειλομένου υπολοίπου δικηγορικής αμοιβής, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Ο Ενάγων, που είναι δικηγόρος Αθηνών, συμφώνησε το έτος 1994 με το διευθυντή νομικών υπηρεσιών της εναγομένης τράπεζας να προβαίνει στον έλεγχο της ακίνητης περιουσίας των κατ' εντολή της εναγομένης προσώπων (πελατών-εγγυητών) προς διακρίβωση της ακίνητης περιουσίας και των βαρών στα Υποθηκοφυλακεία του νομού Αττικής, πλην των Υποθηκοφυλακείων Αθηνών-Πειραιώς και στη σύνταξη σχετικής προς του το εκθέσεως του κάθε ελεγχομένου προσώπου.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα αμείβετο στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, σύμφωνα με τις ανατεθείσες και εκτελεσθείσες από αυτόν εντολές, με το πόσό των 3.500 δραχμών ανά ελεγχόμενο ακίνητο. Ο ενάγων αποδέχθηκε τους όρους της ως άνω συμφωνίας και άρχισε από το μήνα Ιούνιο του έτους 1994 τη συνεργασία με την εναγομένη ως εξωτερικός συνεργάτης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για ελέγχους τίτλων, βάσει του άρθρου 164 του Κώδικα Δικηγόρων, ήταν κατά το χρόνο συνάψεως της ως άνω συμφωνίας, 8.400 δραχμές (60 μεταλλικές δραχμές Χ 140). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει αναθέσει στο Τμήμα Ερεύνης Υποθηκοφυλακείων και Διαχείρισης, ως κύριο έργο, την ευθύνη και διακρίβωση των δηλώσεων για την ακίνητη περιουσία, που υποβάλούν οι πελάτες της εναγομένης, για τη συμπλήρωση του φακέλου χρηματοδοτήσεών τους.

Ειδικότερα, το εν λόγω τμήμα συγκέντρωνε και ομαδοποιούσε κατά Υποθηκοφυλακεία τα αιτήματα των καταστημάτων της εναγομένης και στη συνέχεια ανέθετε στον ενάγοντα, αλλά και στους λοιπούς εξωτερικούς συνεργάτες δικηγόρους της, εντολές ελέγχου της ακίνητης περιουσίας και των βαρών στα Υποθηκοφυλακεία του τόπου των ακινήτων των πελατών της.

Ο ενάγων, κατά την ανάθεση της εντολής, ελάμβανε ειδικό έντυπο, το οποίο έφερε τον τίτλο "δήλωση ακίνητης περιουσίας", συμπληρωμένο από τον πελάτη της εναγομένης ή από το αρμόδιο τμήμα της εναγομένης και ακολούθως, μετά τη διενεργηθείσα από αυτόν έρευνα, αυτός συμπλήρωνε στο ίδιο έντυπο σχετική έκθεση με τίτλο "έκθεση ερευνητή" και ειδικότερα συμπλήρωνε τον αριθμό μερίδας, τον τόμο και τον αριθμό μεταγραφής, τον αριθμό του εγγράφου (συμβολαιογραφικού κ.λ.π.), την ημερομηνία συντάξεώς του, την ημερομηνία καταχωρήσεως στο Υποθηκοφυλακείο, την αρχή ή το συμβολαιογράφο την ιδιοκτησία (ποσοστό) και τα τυχόν υπάρχοντα βάρη και ακολούθως, αφού ανέγραφε την ημερομηνία ελέγχου, υπέγραφε την έκθεση αυτή.

Με βάση τον αριθμό των παραδοθεισών εκθέσεων ερευνητού, στο τέλος του ημερολογιακού μήνα, ο ενάγων ελάμβανε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του για την οποία εξέδιδε σχετική απόδειξη είσπραξης και από την οποία παρακρατείτο ποσοστό 20% για φόρο εισοδήματος. Το έτος 1996 η εναγομένη τροποποίησε μονομερώς την αρχική συμφωνία ως προς τη καταβαλλόμενη αμοιβή του ενάγοντα στο ποσό των 3.500 δραχμών ανά ελεγχόμενο πρόσωπο, τροποποίηση για την οποία δυσανασχέτησε ο ενάγων, διαμαρτυρόμενος προφορικά προς στελέχη της εναγομένης, καθότι με τον τρόπο αυτό μειώνετο το καταβαλλόμενο σ' αυτόν ποσό ως προς τους ελέγχους που πραγματοποιούσε σε πρόσωπα που είχαν στην ιδιοκτησία τους περισσότερα του ενός ακίνητα.

Πλην όμως, ο ενάγων τελικά αποδέχθηκε τη συνέχιση της συνεργασίας του με την εναγομένη, με την προοπτική της μόνιμης συνεργασίας του με αυτή με πάγια αντιμισθία ή με τη θυγατρική της εταιρεία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ ΑΕ", δεδομένου ότι και ο πατέρας του ... ήταν νομικός σύμβουλος της εναγομένης στο νομό Λαρίσης, όπως και ο αδελφός του, που ήταν δικηγόρος στην ίδια πόλη, και αφού έλαβε προφορικές διαβεβαιώσεις από τους υπευθύνους του αρμοδίου τομέα της εναγομένης ότι τα εισοδήματα του δεν θα μειώνονταν καθότι θα διενεργούσε περισσότερους ελέγχους.

Για την προοπτική συνεργασίας του ενάγοντα με πάγια αντιμισθία με την εναγομένη ή την προαναφεθείσα θυγατρική της εταιρεία, καταθέτει ο πατέρας του ενάγοντα στην ένορκη βεβαίωση του όπως είχε πληροφορηθεί από συζητήσεις με το γενικό διευθυντή της εναγομένης και κουμπάρο του Σ. Κ.. Από την ένορκη δε βεβαίωση του μάρτυρα της εναγομένης Ν.

Κ., δικηγόρου με έμμισθη εντολή στην προαναφερθείσα θυγατρική εταιρεία της εναγομένης, προέκυψε ότι το έτος 1999, που ο Σ. Κ. ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αυτής, ο ενάγων ζήτησε πληροφορίες από αυτόν (μάρτυρα) για τις συνθήκες παροχής υπηρεσιών των εμμίσθων δικηγόρων της εταιρείας, το ωράριο εργασίας, τις αντιμισθίες και ότι ο ενάγων προβληματίσθηκε αν τον συνέφερε να εργασθεί με πάγια αντιμισθία ή να συνεχίσει να εργάζεται ως εξωτερικός συνεργάτης της εναγομένης.

Τελικά, αποδείχθηκε, ότι δεν έγινε πρόσληψη του ενάγοντα ως εμμίσθου δικηγόρου από την εναγομένη ή από θυγατρική της εταιρεία και συνεχίσθηκε η συνεργασία του ενάγοντα με την εναγομένη, βάσει της προαναφερθείσας συμφωνίας. Περαιτέρω, μετά τη κυκλοφορία του ευρώ, το ποσό της αμοιβής του ενάγοντα, αλλά και των άλλων συνεργαζομένων με την εναγομένη δικηγόρων, καθορίστηκε για κάθε ελεγχόμενο πρόσωπο στο ποσό των 11 ευρώ, που αναπροσαρμόστηκε από την 1-3-2006 στο ποσό των 13 ευρώ.

Η ως άνω συμφωνία, ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα, ήταν εξυπαρχής άκυρη, αφού η νόμιμη αμοιβή του ανήρχετο, όπως προαναφέρθηκε, βάσει του άρθρου 164 του Κώδικα Δικηγόρων, στο ποσό των 8.400 δραχμών (24,25 ευρώ) για κάθε έλεγχο τίτλων". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για την προεκτεθείσα αιτία και για το διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2003 έως Νοέμβριο 2009 τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στη προσβαλλομένη απόφαση ποσό και συνολικά το ποσό των 227.171 ευρώ δηλαδή 3.155,15 ευρώ το μήνα κατά μέσο όρο.

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: "Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίσθηκε παραδεκτά, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα του, ισχυρισμό που επαναφέρει με λόγο εφέσεως, για το λόγο ότι ο ενάγων επωφελούμενος της εμπιστοσύνης που απολάμβανε η οικογένεια του στο περιβάλλον της τράπεζας και ότι ήταν ο παλαιότερος εξωτερικός συνεργάτης της, είχε αναθέσει εκ μέρους της περισσοτέρων ερευνών σε σχέση με τους λοιπούς εξωτερικούς δικηγόρους της σε Υποθηκοφυλακεία της αρεσκείας του, λαμβάνοντας μεγαλύτερες αμοιβές από αυτές των συναδέλφων του που ασκούσαν την ίδια με αυτόν δραστηριότητα για λογαριασμό της, ότι ήταν πλήρως ικανοποιημένος με την προνομιακή με αυτή συνεργασία για 16 έτη εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο αμοιβών, ότι από τη συμπεριφορά του ενάγοντα είχε αυτή σχηματίσει τη βεβαιότητα ό τι ο ενάγων είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα την ανωτέρω καταβαλλομένη από αυτή αμοιβή, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για το ύψος των αμοιβών του και ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματός υπερβαίνει καταφανώς τα όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης αυτής αποδεικνύονται από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, τα ακόλουθα: Η καταβαλλόμενη στον ενάγοντα, αλλά και στους λοιπούς δικηγόρους εξωτερικούς συνεργάτες της εναγομένης αμοιβή, ήταν εξυπαρχής μικρότερη από τη νόμιμη, γεγονός που γνώριζαν αμφότερα τα διάδικα μέρη, αφού η εναγομένη διέθετε οργανωμένη νομική υπηρεσία, ο δε ενάγων λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε διατυπώσει κάποια παράπονα ως προς το ύψος της αμοιβής του, όπως καταθέτουν οι μάρτυρές του, χωρίς όμως να οχλήσει ποτέ με εξώδικη διαμαρτυρία την εναγομένη, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα, ή με άσκηση αγωγής κατ' αυτής, για τα προγενέστερα του επιδίκου χρονικού διαστήματος έτη συνεργασίας, λόγω της προοπτικής, τα πρώτα έτη, μόνιμης συνεργασίας με την εναγομένη, κυρίως, όμως, λόγω των σταθερών και ικανοποιητικών εισοδημάτων που είχε από την ως άνω συνεργασία.

Περαιτέρω και λόγω της προαναφερθείσας καλής σχέσεως του ενάγοντος και της οικογενείας του με στελέχη της εναγομένης, η αρμόδια διεύθυνση της εναγομένης αποδείχθηκε ότι έδινε στον ενάγοντα μεγαλύτερο αριθμό ελέγχων, σε σχέση με τους λοιπούς συνεργαζόμενους με αυτή δικηγόρους, προς εξασφάλιση μεγαλύτερων μηνιαίων αμοιβών.

Εξάλλου, ο μάρτυρας του ενάγοντα Σ. Ν., πρώην προϊστάμενος του Τμήματος Ερεύνης Υποθηκοφυλακείων της εναγομένης, το διάστημα από Δεκέμβριο 2002 έως Αύγουστο 2009, κατέθεσε ότι ο ενάγων ανέγραφε στις αποδείξεις τον αριθμό των ελεγχομένων προσώπων και όταν αυτός το έτος 2004 του ζήτησε την αιτία αυτής της αναγραφής ο ενάγων του απάντησε ότι άμειβε το λιγότερο από την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ότι είχε διαμαρτυρηθεί στο παρελθόν στην εναγομένη, ότι η επιφύλαξή του και η διαμαρτυρία του εξακολουθούσε να ισχύει και ότι αυτός (μάρτυρας) μετέφερε αυτό στο γενικό διευθυντή της εναγομένης.

Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων τα 16 έτη που παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγομένη με την ως άνω σχέση, δεν είχε διαμαρτυρηθεί εγγράφως αλλά και προφορικώς στους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης ή στο διευθυντή των νομικών υπηρεσιών της, αλλά αποδείχθηκε ότι είχε προφορικά και μόνο εκφράσει τη δυσαρέσκειά του ως προς το ύψος της αμοιβής σε πρόσωπα που εργάζονταν μεν στην εναγομένη, τα οποία όμως δεν εκπροσωπούσαν αυτή, ούτε ήταν αρμόδια για τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής του ενάγοντα, σε σχέση με τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες και για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε εγγράφως προς την εναγομένη με την από 20-1-2010 εξώδικη διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε σ' αυτή στις 21-1-2010 όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3161/21-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων, παρότι γνώριζε εξυπαρχής ότι το ύψος της καταβαλλομένης από την εναγομένη σ' αυτόν και στους άλλους δικηγόρους, που παρείχαν τις ίδιες με αυτόν υπηρεσίες, αμοιβής, ήταν μικρότερη από το ύψος της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής, επέλεξε με δική του ελεύθερη βούληση και κατ' επαγγελματική επιλογή να συνεχίσει, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (16 ετών), την παροχή των νομικών του υπηρεσιών, αποδεχόμενος το ύψος που προσδιόριζε η εναγομένη, εκδίδοντας αποδείξεις στο τέλος κάθε μήνα χωρίς να αναγράφει σ' αυτές ρητή επιφύλαξη για διεκδίκηση της νομίμου αμοιβής του και χωρίς να διακόψει καθ' όλο το διάστημα των ετών αυτών τη συνεργασία του με την εναγομένη ή να δηλώσει σ' αυτή ότι θα συνεχίσει υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Περαιτέρω, η μη ευόδωση των προσδοκιών του ενάγοντα για μόνιμη συνεργασία με την εναγομένη ή με θυγατρική εταιρεία αυτής, που οφείλεται εν μέρει και σε επιλογή του, αφού η συνεργασία του με την εναγομένη του απέδιδε ένα ικανοποιητικό μηνιαίο εισόδημα με εργασία απλή, ομοιόμορφη και τυποποιημένη ως προς όλους τους ελέγχους που διενεργούσε και διατηρώντας τη δυνατότητα στον υπόλοιπο ελεύθερο χρόνο του να ασκεί και ελεύθερη δικηγορία, προσδοκία άλλωστε που έπαυσε να υπάρχει από το τέλος του έτους 1999, δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της προσφοράς των υπηρεσιών του ενάγον τα προς την εναγομένη, με τους προαναφερθέντες όρους, δημιουργώντας εύλογα την πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, ενόψει της μη ασκήσεως αυτού για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εξάλλου, η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ζητώντας για διαφορά αμοιβής, για 18.693 ελέγχους που διενήργησε το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-12-2003 έως 30-11-2009), το ποσό των 350.459,20 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της νομίμου αμοιβής προσαυξημένης κατά ποσοστό 50% και της καταβληθείσας από την εναγομένη για το επίδικο χρονικό διάστημα, και επικουρικά το ποσό των 233.639,47 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της νομίμου αμοιβής και της καταβληθείσας, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην εναγομένη, που λειτουργεί ως επιχείρηση με τους κανόνες του εμπορίου με σκοπό τη δημιουργία κερδών στους μετόχους της, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα την επιπλέον προαναφερθείσα αμοιβή, καθόσον θα επιφέρει σ' αυτή σημαντική οικονομική ζημία, χωρίς αυτά να αναιρούνται από την οικονομική της επιφάνεια, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα ισολογισμούς της του επιδίκου χρονικού διαστήματος, καθότι θα περιορίζετο ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αν εξαντλεί το η εφαρμογή του στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τα προαναφερθέντα, δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος ως προς τη καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ως εκ τούτου ασκείται καταχρηστικά, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ως άνω ένδικη αγωγή, ως καταχρηστική, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι αναφέρονται σ' αυτή (προσβαλλομένη) οι δυσμενείς συνέπειες που θα υποστεί η αναιρεσίβλητη από την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, που είναι η διαφορά αμοιβής για 18.693 ελέγχους που διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 30-11-2009,ύψους 350.459,20 ευρώ, προσαυξημένης κατά 50% και της καταβληθείσας, ύψους 233.639,47.

Δεν συνιστά δε αντίφαση το ότι, ενώ αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα αμοιβές λιγότερες από τα ελάχιστα όρια που προβλέπει ο νόμος, είχε δε κυκλοφορήσει και την υπ' αριθ. 220/5- 8-1988 εγκύκλιο σχετικά με το ζήτημα αυτό των αμοιβών των δικηγόρων που απασχολούσε χωρίς πάγια αντιμισθία, ενέργειες για τις οποίες είχε διαμαρτυρηθεί αυτός, εντούτοις έκρινε τελικά ότι η συμπεριφορά του δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη τη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα κατώτατα όρια αμοιβών, που προβλέπονται από τον Κώδικα Δικηγόρων, παρόλο που δε δέχεται ότι ο αναιρεσείων είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει τη καταβολή των αμοιβών του σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατώτατα όρια, και αυτό δέχεται η προσβαλλομένη γιατί ο αναιρεσείων διαμαρτυρήθηκε μεν πλην σε πρόσωπα αναρμόδια να καθορίσουν το ύψος της αμοιβής του και ότι αυτός με την όλη του συμπεριφορά, όπως αυτή αναλύεται διεξοδικά στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση της αναιρεσίβλητης ότι δεν πρόκειται να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, ως προς τις καταβλητέες αμοιβές σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων.

Δεν τίθεται δε ζήτημα αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, από το ότι αφενός υπάρχει παραδοχή της ότι υφίστατο συμφωνία ως προς το ύψος των αμοιβών του αναιρεσείοντος, και αφετέρου σε άλλη παραδοχή της άνω απόφασης αναφέρεται ότι σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας μονομερώς, τροποποίησε την αρχική συμφωνία των διαδίκων, ως προς το εκτεθέν ύψος των αμοιβών του πρώτου (αναιρεσείοντος), δεν ήταν δε αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να διαλαμβάνεται στην προλεχθείσα απόφαση του Εφετείου για ποιο λόγο έπρεπε να διαμαρτυρηθεί ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη για το ύψος των αμοιβών και τι νόημα θα είχε αυτή η διαμαρτυρία.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά τα μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, επίσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ως άνω άρθρου, και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθμό 19, και κατά το τέταρτο μέρος του επίσης από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1εδ.β του ως άνω άρθρου(559) προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρεβίασε άλλως δεν εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία 1) ο δικηγόρος στον οποίο ο εντολέας του, και μάλιστα προκειμένου περί τραπεζικού ιδρύματος, αναθέτει αποκλειστικά τη διενέργεια ελέγχων τίτλων, αδυνατεί να ασκήσει μάχιμη δικηγορία ενόψει της συνεχούς απασχόλησης του με τους άνω ελέγχους και τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων, 2) ότι η δημιουργία οικονομικής εξάρτησης από το δεσπόζον μέρος της σύμβασης εντολής οδηγεί στην εκμετάλλευση του συνεργαζόμενου δικηγόρου με το μονομερή καθορισμό του ύψους της αμοιβής του, 3) ότι η δημιουργία της πεποίθησης ότι η εντολέας τράπεζα θα παγιοποιήσει τη συνεργασία με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία εξαναγκάζει τον συνεργαζόμενο δικηγόρο σε ανοχή ως προς τις καταβαλλόμενες αμοιβές του, 4) ότι η δημιουργία της ανωτέρω πεποίθησης αποτρέπει τον δικηγόρο από του να ασκήσει αγωγή είτε να οχλήσει εξωδίκως τον εντολέα του, 5) ότι η καταβολή του ποσού των 223.639,47 ευρώ από την αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να προξενήσει ουδεμία οικονομική βλάβη σ' αυτή ή στους μετόχους της, ενόψει του ότι τα ετήσια έσοδά της υπερβαίνουν το ποσό των 100.000.000 ευρώ, ενώ αν τα εφάρμοζε και μάλιστά ορθά, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ουδέποτε δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται αυτός (αναιρεσίων) να ασκήσει το δικαίωμά του ως προς την καταβολή του υπολοίπου της νόμιμης αμοιβής του, ότι γνωστοποίησε την πρόθεση του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή της αμοιβής του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων, ότι η εκ μέρους του παράλειψη της άνω γνωστοποίησης δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματός του καταχρηστική και ότι ουδεμία βλάβη θα προκληθεί στην αναιρεσίβλητη από τη καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, δεν θεμελιώνει νόμιμα το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, όχι δε οι αρνητικοί της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε αυτοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν δημιουργείται ο λόγγος αναίρεσης του αριθμ.19 του 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ειδικότερα ή διεξοδικά τα μη συνιστών τα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο, ως προς τα μέρη του δεύτερο και τρίτο, από τους προσθέτους λόγους, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, μολονότι αυτός πρότεινε στην αγωγή του, στις πρωτόδικες προτάσεις του αλλά και σ' αυτές που κατέθεσε στο εφετείο, προς άμυνα κατά της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του, που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, τον ισχυρισμό ότι δεν θα υποστεί αυτή ζημία από την καταβολή σ' εκείνο των νομίμων αμοιβών του, διότι έχει ήδη προεισπράξει αυτές (νόμιμες αμοιβές του) από τους πελάτες της, και ότι αν και πρότεινε επίσης με τις πρωτόδικες προτάσεις αλλά και με αυτές που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, τους ισχυρισμούς του ότι δεν αδράνησε ως προς την αξίωση των νομίμων αμοιβών του, αλλά ανέχονταν αυτή τη κατάσταση, λόγω ολοκληρωτικής οικονομικής εξάρτησης του από την αναιρεσίβλητη, αλλά και ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος, πίνακας ή πρακτική υπολογισμού των αμοιβών, πλην της υπ' αριθμ. 220/5-8-88 εγκυκλίου της αναιρεσίβλητης που είχε επιβεβαιωθεί με την υπ' αριθ.105/11-5-1993 όμοια και την από 27-1-2010 επιστολή της δι/νσης νομικών υπηρεσιών της, με την οποία καθορίζονταν η καταβλητέα αμοιβή για την εργασία του αναιρεσείοντος, διαμόρφωνε τη πραγματική κατάσταση στην οποία έπρατταν οι διάδικοι και πιστοποιούνταν η γνώση της (αναιρεσίβλητης) ότι η καθοριζομένη μονομερώς απ' αυτή αμοιβή του, που υπολείπονταν της νομίμου, ήταν άκυρη, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του, ως προς τους οποίους άλλως δεν απάντησε καθόλου, επικουρικά δε διέλαβε, παρά την προβολή των ισχυρισμών αυτών ασαφείς αιτιολογίες.

Οι λόγοι αυτοί του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, τρίτος και τέταρτος κατά τα ως άνω μέρη του, που στηρίζονται κατά τον αναιρεσείοντα, κυρίως στον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και επικουρικά στον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι, και οι δύο απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν θεμελιώνονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους άνω αριθμούς (8β,19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν πρόκειται, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, για πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς απόκρουση της υπό της αναιρεσίβλητης προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ούτε "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8β, ούτε ουσιώδες ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άνω άρθρου αριθ.19.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001) να προκαλείται δηλαδή έντονη η εντύπωση αδικίας.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 και 269 παρ. α' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το νόμο 490/1974, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου της προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συνιστούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.ΑΠ 472/1983).

Έτσι, για να είναι ορισμένη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής πρέπει επίσης να εκτίθενται περιστατικά τόσο για την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγομένου όσο και για τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις εξαιτίας των οποίων θα επέλθουν σε βάρος του εναγομένου δυσμενείς συνέπειες, εν όψει της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προβολής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1999).

Ως πράγματα που δεν προ τάθηκαν θεωρούνται και εκείνα που δεν προτάθηκαν νόμιμα ή προτάθηκαν απαράδεκτα. Στην ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, ειδικότερα, το καθένα από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.

Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η ένδικη αγωγή και απερρίφθη η υπ' αυτής προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του αναιρεσείοντος, επανέφερε αυτή με σχετικό λόγο την ως άνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αναφέροντας τα εξής: "Διότι ο αντίδικος επί 17 συναπτά έτη αποδέχθηκε τις αμοιβές που πρότεινε η Τράπεζα, ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα.

Τα περί επιφυλάξεως και διαμαρτυριών του κατά το δεύτερο έτος της συνεργασίας του τυγχάνουν υστερογενή εφευρήματα. Δεν υπάρχει άλλωστε ούτε ένα έγγραφο του αντιδίκου προς τη Τράπεζα, κατά τα ως άνω ένα τόσο 17 έτη, που να διατυπώνει και την παραμικρή αιτίαση ή επιφύλαξη του ως προς το ύψος των αμοιβών του.

Ούτε θα άφηνε ποτέ η Τράπεζα να εγερθεί από συνεργάτη και μάλιστα δικηγόρο της ένα τόσο σοβαρό θέμα, χωρίς να επιλύσει τούτο πάραυτα απαλλασσόμενη από κάθε δυνητικό κίνδυνο. Διότι, υφ' οιανδήποτε εκδοχή, είτε δηλαδή η Τράπεζα ανέθετε στον αντίδικο μεγάλο αριθμό ερευνών και σε Υποθηκοφυλακεία της επιλογής του για να είναι αυτός πλήρως ικανοποιημένος από τη συνεργασία του με τη Τράπεζα, για λόγους ευνοίας προς την οικογένειά του που είναι γνωστή στο χώρο της είτε διότι είχε συμφωνήσει τούτο με τον αντίδικο, ώστε αυτός να μην έχει λόγο να αξιώσει επιπλέον των συμφωνηθεισών αμοιβές, μια είναι η πραγματικότητα:

Ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε τη στιγμή που ο αντίδικος είχε επί 17 έτη πορισθεί σταθερά, απρόσκοπτα και αδιαμαρτύρητα, αμοιβές, πολλαπλάσιες των όσων θα ελάμβανε υπό κανονικές συνθήκες, ήτοι αν δεν συνέτρεχαν οι ως άνω από την Τράπεζα ή από τον ίδιο επικαλούμενοι λόγοι. Και ότι με την αγωγή αυτή επιδιώκει, με όψιμη και νομιμοφανή επίκληση των διατάξεων του νόμου περί κατώτατου ορίου αμοιβών, να πορισθεί επιπλέον αμοιβές και δη για ολόκληρη τη τελευταία εξαετία, υπολογιζόμενες μάλιστα όχι επί των μικροτέρων αμοιβών που θα ελάμβανε αν δεν του ανετίθετο, για τους ανωτέρω επικαλουμένους από τη Τράπεζα (ευνοιοκρατικούς) ή από τον ίδιο (συμβατικούς) λόγους, υπερβολικά υψηλός αριθμός υποθέσεων, αλλά επί του υπερβολικά υψηλού αριθμού των υποθέσεων αυτών.

Και όλα αυτά παρότι, μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 ελάμβανε τις αμοιβές που είχε συμφωνήσει ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα και ήταν, όπως όφειλε, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του αντιστοίχου δικαιώματός του απολύτως ικανοποιημένος από το επίπεδο των αμοιβών του.

Εν όψει των ανωτέρω, η υπό τις ως άνω περιστάσεις άσκηση της ενδίκου αγωγής, υπήρξε εκδήλως καταχρηστική δεδομένου ότι η αθέτηση των μεταξύ μας συμφωνημένων έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του δικηγόρου με τον εντολέα του και στη συγκεκριμένη περίπτωση με εμέ, που τυγχάνω σοβαρή Τράπεζα, ιδίως όταν, με τη μέχρι της ασκήσεως της αγωγής στάση του, ο αντίδικος είχε δημιουργήσει ακράδαντη πεποίθηση σε εμέ όχι μόνο ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα ως προς το ύψος των κατά τη συμφωνία μας αμοιβών του αλλά και ότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος από την προνομιακή μεταχείριση που του επιφύλασσα.

Η επί 17 συναπτά έτη προηγηθείσα συμπεριφορά του, η ανεπιφύλακτη εξόφληση των συμφωνηθεισών αμοιβών του, η προνομιακή μεταχείρισή του από τη Τράπεζα και η πραγματική κατάστασή που εντεύθεν διαμορφώθηκε έρχονται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που κρατούν στις συναλλαγές, τα επιβαλλόμενα συναλλακτικά ήθη και τον εγκείμενο στο τυχόν δικαίωμα του κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή τούτου δια της υπό κρίσιν αγωγής να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου".

Ακολούθως η αναιρεσίβλητη ζήτησε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως καταχρηστική. Περαιτέρω, αυτή (αναιρεσίβλητη), όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσθήκης στις προτάσεις της, που κατέθεσε στο Εφετείο, διέλαβε, σε σχέση με την υπ' αυτής προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του αναιρεσείοντος, και τα εξής: "Πέραν των ανωτέρω, η επιχειρηθείσα με την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής ανατροπή της υφισταμένης καταστάσεως, θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην Τράπεζα, η οποία θα κληθεί να καταβάλει σημαντικές επιπλέον αμοιβές, ενώ παράλληλα θα ευνοήσει τον ενάγοντα ο οποίος θα πορισθεί ένα σημαντικό ποσό σε βάρος της.

Η ως άνω αποτροπή της καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τη Τράπεζα, για να κριθεί καταχρηστική. Αρκεί το ότι έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της - και είναι βέβαιο και αυταπόδεικτο ότι έχει - τις οποίες εύλογα θα επιφέρει η οικονομική της επιβάρυνση, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να καταβάλει επιπλέον αμοιβή.

Και τούτο διότι η Τράπεζα είναι επιχείρηση που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και του ανταγωνισμού και έχει ως αντικείμενο τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της και οι προαναφερθείσες δυσμενείς επιπτώσεις από την τυχόν παραδοχή της αγωγής, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθόσον, αν συνέβαινε τούτο, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος θα εξαντλούνταν στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων μερών και θα περιορίζετο ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της".

Η ένσταση αυτή, με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, όπως αυτό διατυπώθηκε στο δικόγραφο της έφεσής που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της 33/2011 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτόδικης), ήταν επαρκώς ορισμένη περιέχουσα όλα τα αναγκαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων και αυτά που αναφέρονται στη πρόκληση σε βάρος της, από την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος των δυσμενών συνεπειών, χωρίς να υποχρεούται να μνημονεύσει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν δυσβάστακτες συνέπειες σε βάρος της, τέτοια δε στοιχεία από τα οποία προκύπτουν δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της ήταν και τα αναγόμενα στο ότι με την αγωγή ο αναιρεσείων επεδίωκε να πορισθεί επιπλέον αμοιβές και μάλιστα για ολόκληρη εξαετία, υπολογιζόμενες όχι επί των μικροτέρων αμοιβών που θα λάμβανε αν δεν του ανετίθετο υπερβολικά υψηλός αριθμός υποθέσεων, αλλά επί του υπερβολικά υψηλού αριθμού των υποθέσεων αυτών.

Επίσης αναφέρεται στον ανωτέρω ισχυρισμό ότι ο αναιρεσείων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής είχε δημιουργήσει στην αναιρεσίβλητη την ακράδαντη πεποίθηση ότι όχι μόνο δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα ως προς το ύψος των κατά τη συμφωνία τους αμοιβών του, αλλά και ότι αυτός ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από την προνομιακή μεταχείριση που του επεφύλασσε η αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, η τελευταία (αναιρεσίβλητη), με την προσθήκη στις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις της, ανέφερε επίσης και σε σχέση με τη προεκτεθείσα ένστασή της, περί καταχρηστικής άσκησης της άνω αγωγής, όπως προλέχθηκε, μεταξύ των άλλων και ότι η επιχειρηθείσα με αυτή (αγωγή) ανατροπή της υφισταμένης καταστάσεως θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις σ' αυτή, η οποία θα κληθεί να καταβάλει σημαντικές επιπλέον αμοιβές, ενώ παράλληλα θα ευνοηθεί ο αναιρεσείων, αφού θα πορισθεί ένα σημαντικό ποσό σε βάρος της, η οποία είναι επιχείρηση που λειτουργεί με τους κανόνες της αγοράς και του ανταγωνισμού και έχει αντικείμενο τη δημιουργία κερδών για τους μετόχους της.

Η αμέσως ανωτέρω αναφορά της αναιρεσίβλητης, όπως διατυπώθηκε στην προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε στο Εφετείο, δεν αφορά νέα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αλλά αφορά περιστατικά ενισχύοντα απλώς τα όσα πρωτοδίκως και με το σχετικό λόγο της έφεσης είχαν προταθεί.

Εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου ότι με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα σε σχέση με την προηγηθείσα της άσκησης της ένδικης αγωγής, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του, δεν διατυπώθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο, χωρίς να έχει προταθεί από αυτή, καθόσον όπως προλέχθηκε, η τελευταία ανέφερε μεταξύ των άλλων στο δικόγραφο της έφεσής της ότι ο πρώτος μέχρι την άσκηση της αγωγής του, με τη στάση του είχε δημιουργήσει σ' αυτή την ακράδαντη πεποίθηση όχι μόνο ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα ως προς το ύψος των κατά τη συμφωνία τους, αμοιβών του, αλλά και ότι ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από την προνομιακή μεταχείριση που του επεφύλασσε εκείνη, παραδοχή η οποία νοηματικά, είναι ταυτόσημη με την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα.

Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, με το οποίο με προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, είτε προτάθηκαν απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αληθώς μόνο από τους αριθμούς 8β και 14, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα και συγκεκριμένα την υπό του αναιρεσείοντος προβληθείσα ένσταση αοριστίας της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής, λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος, και αυτό γιατί, αναφορικά με το πρώτο μέρος αυτού, το Εφετείο, όπως ήδη εκτέθηκε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα, όπως επίσης έλαβε υπόψη την προλεχθείσα ένσταση αοριστίας, την οποία απέρριψε εκ του πράγματος, ενόψει του ότι την έκρινε ορισμένη και ακολούθως και ουσιαστικά βάσιμη, ούτε παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της ανωτέρω ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω αοριστίας, αφού η ένσταση αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί και ως προς τα δύο μέρη του, καθώς και η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής στο σύνολό τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2012 αίτηση καθώς και το από 8-11-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 472/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ