439/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated439/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξιολογική κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως προς τις προαγωγές υπόκειται σε προσβολή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 439 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 439/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2002 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2543/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1229/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 2.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τρίτου κατά το δεύτερο μέρος λόγου αναιρέσεως και την παραδοχή των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 4, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 παρ. 1, 2 και 3 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο Οργανισμού υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ ΦΕΚ Α' 267/1953 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις από τον βαθμό του τμηματάρχη Α' και άνω ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Η κρίση για την προαγωγή γίνεται με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο κάθε υπαλλήλου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα δελτία ποιότητας που συντάσσονται κάθε έτος με κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος εν γένει, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία, καθώς και τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό.
Η αξιολογική κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως προς τις προαγωγές υπόκειται σε προσβολή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν παραλείπεται κατά τις προαγωγές, κατά παραβίαση των παραπάνω αρχών, κάποιος υπάλληλος, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και αντ' αυτού προάγεται άλλος, έναντι του οποίου υπερέχει καταδήλως, έτσι ώστε η παράλειψή του αυτή να είναι κατά κρίση αντικειμενική καταφόρως άδικη.
Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ διαπράττοντας αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ίδιου κώδικα και εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό και την επιδίκαση λόγω αποζημίωσης των διαφορών αποδοχών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Η απόφαση του δικαστηρίου που προβαίνει σε αναγνώριση του δικαιώματος του τελευταίου να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα του παραλειφθέντος υπαλλήλου (ενάγοντος) και των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του.
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας από 14-10-63 κατόπιν διαγωνισμού, με ετήσια σύμβαση μονιμοποιήθηκε δε στη συνέχεια ως υπάλληλος λογιστικού κλάδου και εξελίχθηκε στους επόμενους βαθμούς της ιεραρχίας, προαχθείς στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-1993.
Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου της ίδιας Σχολής στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, γνωρίζει δε πολύ καλώς την αγγλική γλώσσα βαθμολογούμενος στα δελτία ποιότητος με 7/9 και στοιχειωδώς την γαλλική βαθμολογούμενος στα ίδια δελτία με 3/9· Ακόμη ο αναιρεσίβλητος έχει παρακολουθήσει από το έτος 1969 μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 1997 δεκαοκτώ (18) επιμορφωτικά σεμινάρια, από τα οποία εννέα διοργανώθηκαν από την αναιρεσείουσα τράπεζα και τα υπόλοιπα από άλλους φορείς, χρησιμοποιήθηκε δε και ως εισηγητής σε σεμινάριο χορηγήσεων.
Υπηρέτησε ως υπάλληλος αρχικά στο κατάστημα ..., όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Συναλλάγματος από του μηνός Αυγούστου 1973 και καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Εξαγωγών από του έτους 1975, στη συνέχεια από μηνός Νοεμβρίου 1977 τοποθετήθηκε βοηθός Προϊστάμενος Γραφείου Περιφερειακής Διεύθυνσης ...
και κατά τη διάρκεια της εκεί υπηρεσίας του αναπλήρωσε για ορισμένες ημέρες εντός του έτους 1978 και του έτους 1979 διευθυντές σε διάφορα καταστήματα που υπάγονταν στην άνω Περιφερειακή Διεύθυνση. Από τέλους Οκτωβρίου 1978 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Γραφείου της Περιφερειακής Διεύθυνσης ... και από Νοεμβρίου 1982 τοποθετήθηκε ως υποδιευθυντής στο κατάστημα ...
της Τράπεζας. Από 12-12-83 ανέλαβε καθήκοντα ως Υποδιευθυντής στο κατάστημα ... και από 10-3-87 υπηρέτησε ως διευθυντής στο κατάστημα ..., ενώ από 12-2-1988 τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο κατάστημα ... της Τράπεζας. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε από 8-10-1990 στην Περιφερειακή Διεύθυνση ... ως Προϊστάμενος αυτής και από Ιανουαρίου 1994 τοποθετήθηκε στο Κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας ως Υποδιευθυντής.
Δεν προκύπτει ότι τοποθετήθηκε στη συνέχεια σε άλλη θέση μεγαλύτερου κλιμακίου ευθύνης από το 3° στο οποίο ανήκε η θέση Υποδιευθυντή Κεντρικού Καταστήματος, όπου υπηρέτησε από 29-1-1994 και μετά. Από τα προσκομιζόμενα δελτία ποιότητας υπαλλήλου προκύπτει ότι στις δύο τελευταίες χρονικές περιόδους 1-9-88 έως 31-8-89 και 1-9-89 έως 31-8-90 χαρακτηριζόταν, γενικώς ως διακεκριμένος και από άποψη δυνατοτήτων εξελίξεως του ως υπάλληλος ώριμος για ανώτερη θέση, βαθμολογηθείς στα επί μέρους κριτήρια υπηρεσιακής κατάρτισης, ζήλου, ποσοτικής και ποιοτικής απόδοσης, ευφυΐας, - φιλοπονίας, κρίσης, κοιν.
παράστασης χαρακτήρα, πρωτοβουλίας, διοικητικής ικανότητας με εννέα, ενώ στα δελτία ποιότητας του προηγουμένων χρονικών περιόδων από 25-10-79 και μετά χαρακτηριζόταν γενικώς ως άριστος και ώριμος για ανάληψη ανώτερης θέσεως εκτός από το δελτίο ποιότητας υπαλλήλου έτους 1988 στο οποίο από άποψη δυνατοτήτων εξελίξεως του χαρακτηριζόταν ως υπάλληλος για τον οποίο υπάρχουν προοπτικές μελλοντικής χρησιμοποιήσεώς του σε ανώτερη θέση και βαθμολογείτο με 8 στη διοικητική ικανότητα.
Στον αναιρεσίβλητο είχε απονεμηθεί έγγραφος έπαινος από τη διοίκηση της Τράπεζας από 10-1-1992 για την συμβολή του μαζί με τον Υποδιευθυντή του καταστήματος ... να συλληφθούν τα άτομα που προσπάθησαν να εξαπατήσουν το άνω κατάστημα της Τράπεζας, και να εισπράξουν πλαστή εντολή εξωτερικού σημαντικού ύψους τον Ιούνιο έτους 1990.
Κατά το παρελθόν είχε τιμωρηθεί πειθαρχικώς για υπηρεσιακό παράπτωμα με τη ληφθείσα κατά τη συνεδρίαση ... απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου ίσου με το 1/5 των μηνιαίων αποδοχών του, η οποία κατόπιν αιτήσεως αναθεωρήσεως με τη ληφθείσα κατά την συνεδρίαση ...
απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Προσωπικού της Τράπεζας, μειώθηκε σε ποινή προστίμου 1.000 δραχμών. Η ποινή εκείνη επέδρασε δυσμενώς στην προαγωγή του αναιρεσιβλήτου για 6 μήνες, που έγινε έτσι από 1-7-978, όπως πρoκύπτει, από το ... έγγραφο Της Διεύθυνσης Προσωπικού της Τράπεζας. Επίσης, για έτερο πειθαρχικό παράπτωμα που αποδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ύστερα από πόρισμα έρευνας που έκανε η διεύθυνση Επιθεώρησης όσο ήταν Διευθυντής στο κατάστημα ...
για μη άσκηση με την απαιτούμενη επιμέλεια των εποπτικών του καθηκόντων, ώστε να αναληφθεί έγκαιρα την αντικανονική εξυπηρέτηση χρηματοδοτούμενης πελάτισσας εταιρείας επιβλήθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού της Τράπεζας που εξέτασε στην ... συνεδρίασή του το πειθαρχικό του παράπτωμα, η ποινή της έγγραφης επίπληξης με ευχή προφανώς να μην επηρεασθεί η προαγωγή του στον επόμενο βαθμό.
Ακόμη, πριν την λήψη της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας στις 21-12-94 περί προαγωγής του σε Υποδιευθυντή Α' με αρχαιότητα έγινε από 1-1-1993 έγγραφη παρατήρηση και του επιστήθηκε στο μέλλον να αποφύγει παρόμοιες ενέργειες για να μην του επιβληθούν κυρώσεις για διαπιστωθείσες από την επιθεώρηση που έγινε στο κατάστημα ...
αντιδεοντολογικές ενέργειές του όσο ήταν διευθυντής σε εκείνο το κατάστημα, που επωφελήθηκε από τα περιθώρια που άφηναν οι εγκύκλιες οδηγίες σχετικά με τις διαδικασίες καταθέσεων σε συνάλλαγμα και είχε δοσοληψία με πελάτη του καταστήματος, ενώ έπρεπε να την είχε αποφύγει για την προστασία του ονόματός του και του κύρους της Τράπεζας γενικότερα.
Κατά τις κρίσεις για προαγωγή υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας από τον βαθμό του Υποδιευθυντή στον βαθμό του διευθυντή με απόλυτη εκλογή και προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων που έγιναν κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας την 19-12-1997 και γνωστοποιήθηκαν με την εγκύκλιο διοίκησης ..., παρελήφθη ο αναιρεσίβλητος, ενώ προήχθησαν στον βαθμό του Διευθυντή με αρχαιότητα από 1-7-1997 οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, τους οποίους αυτός πρότεινε προς σύγκριση με εκείνον.
Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά από αντιπαραβολή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου με εκείνα των προαχθέντων κατά τις προαγωγικιές κρίσεις της 1-7-1997 συναδέλφων του, κατέληξε ότι ο πρώτος δεν ήταν μεν πλέον κατάλληλος για τη θέση του Διευθυντή από τους ΑΑ και ΓΓ αλλά ότι υπερείχε καταφανώς του ΒΒ και ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου περί προαγωγής του τελευταίου κατά παράλειψη του αναιρεσιβλήτου συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της Τράπεζας.
Περαιτέρω όμως, ερευνώντας κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα διακωλυτική ένσταση, κατά την οποία και σε περίπτωση καταχρηστικής προαγωγής κάποιου από τους προς σύγκριση συναδέλφους του κατά παράλειψη του αναιρεσιβλήτου θα προάγονταν οι επίσης παραλειφθέντες συνάδελφοί του ΔΔ και ΕΕ, οι οποίοι υπερείχαν έναντι εκείνου, το Δικαστήριο μετά από σύγκριση των προσόντων τους έκρινε ότι ο εξ αυτών ΔΔ υπερείχε του αναιρεσείοντος και κατά παραδοχή της εν λόγω ενστάσεως, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως αλυσιτελή, αφού είχε δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς και των τριών ως άνω συναδέλφων του, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς επί των προαγωγικών κρίσεων της 1-7-1997 στηριζόμενη βάση αυτής και προέβη στην εξέταση της πρώτης επικουρικής βάσει σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας κατά κατάχρηση δικαιώματος παρέλειψαν αυτόν από τις προαγωγές της 1-7-1999 κατά τις οποίες προήχθησαν οι συνάδελφοί του ΣΤ, ΖΖ, ΗΗ, ΘΘ και ΙΙ, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς.
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των προαχθέντων πιο πάνω πέντε συναδέλφων του το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος δεν ήταν μεν πλέον κατάλληλος από την εξ αυτών ΗΗ αλλά υπερείχε καταφανώς έναντι τριών άλλων και δη του ΣΤ, ΖΖ και ΘΘ, σε σχέση με τους οποίους δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα:
Ο πρώτος από αυτούς ΣΤ προσελήφθη στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας από 7-1-1965, εξελίχθη δε στους επόμενους βαθμούς της ιεραρχίας και προήχθη σε υποδιευθυντή Α' από 1-1-1992. Ήταν απόφοιτος γυμνασίου και γνώριζε μετρίως την αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στα δελτία ποιότητας με 4/9. Είχε παρακολουθήσει εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια από το έτος 1981 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1995, που διοργανώθηκαν από την Τράπεζα και την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών.
Στα δελτία ποιότητας υπαλλήλου από 1-9-1983 έως 31-12-1993 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος για ανώτερη θέση εκτός από το δελτίο περιόδου 1/9/89 - 31/8/90 στο οποίο χαρακτηρίζεται ως ανήκων στην κατηγορία αυτών για τους οποίους υπάρχουνπροοπτικές μελλοντικής χρησιμοποίησής τους σε ανώτερη θέση, βαθμολογείτο δε στα επί μέρους λοιπά κριτήρια με εννέα, εκτός την υπηρεσιακή κατάρτιση και ευφυΐα για τα οποία στα προ της 1-9-86 δελτία βαθμολογείτο με 8 και στο δελτίο 1/9/82 - 31/8/83 με επτά ως προς την υπηρεσιακή κατάρτιση.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα στη Διεύθυνση Επιθεώρησης ως βοηθός Επιθεωρητής με αντίστοιχο Προϊσταμένου Υπηρεσίας Διεύθυνσης από 12-5-80 έως 22-10-81 και στη Διεύθυνση Προσωπικού από 23-10-81 έως 17-10-83 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Κίνησης Προσωπικού (ιδίου κλιμακίου ευθύνης) και ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Γενικών Διαδικασιών.
Από 18-10-83 μέχρι 13-10-86 υπηρέτησε στο κατάστημα Λεωφόρου ... ως εντεταλμένος (κλιμάκιο ευθύνης 6°). Από 6-10-86 έως 29-5-89 άσκησε καθήκοντα Διευθυντή καταστήματος ... (5° κλιμάκιο ευθύνης) και από 30-5-89 μέχρι 26-1-94 ανέλαβε διευθυντής στο κατάστημα ... που ήταν θέση 4ου κλιμακίου ευθύνης. Από 27-1-94 έως 7-3-96 τοποθετήθηκε στην τ.
Περιφερειακή Διεύθυνση ... ως Περιφερειακός Διευθυντής; που ήταν θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης και από 8-3-96 έως 13-5-97 ανέλαβε Διευθυντής στο κατάστημα ... (2° κλιμάκιο ευθύνης), ενώ από 14-5-97 μέχρι 1-1-2000 που εξήλθε από την υπηρεσία στην Τράπεζα λόγω ορίου ηλικίας υπηρέτησε ως Διευθυντής του Καταστήματος ... (2° κλιμάκιο ευθύνης).
Κατέληξε δε το Εφετείο, ως προς την παράλειψη του αναιρεσείοντος έναντι του συγκρινομένου με αυτή ΣΤ, ότι η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας ήταν κατάφωρα άδικη, διότι από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων του πρώτου προκύπτει ότι αυτός υπερείχε καταφανώς του δευτέρου, αφού πλεονεκτούσε σε τίτλους σπουδών, βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας, στη γενική αρχαιότητα κατά ένα έτος και τέσσερις μήνες, στον αριθμό παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων και ακόμη, διότι ανέλαβε ενωρίτερα θέση ευθύνης 4ου κλιμακίου κατά ένα έτος και τρεις μήνες και θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου κατά δύο έτη και δύο μήνες, ενόψει δε των προαναφερθέντων και του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε να αξιοποιήσει τον αναιρεσίβλητο μέχρι την προαγωγή του Υποδιευθυντή σε Διευθυντή το έτος 1999 σε θέση κλιμακίου ανώτερης ευθύνης, εξισορροπείται η υπεροχή του συγκρινομένου ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων σε θέση ανώτερου κλιμακίου ευθύνης της ειδικής αρχαιότητας και το ότι δεν είχε τιμωρηθεί πειθαρχικώς.
Ο δεύτερος των πιο πάνω συγκρινομένων ΖΖ προσελήφθη στην υπηρεσία της Τράπεζας από 6-8-1966 και εξελίχθηκε στους επόμενους βαθμούς ιεραρχίας του προσωπικού λογιστικού κλάδου, προαχθείς σε Υποδιευθυντή Α' από 1-1-1993. Ήταν κάτοχος πτυχίου Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, που προσκόμισε στην Τράπεζα την 21-6-1973 και ετέρου της ίδιας σχολής που προσκόμισε στην Τράπεζα την 10-6-1985.
Γνώριζε μετρίως την αγγλική γλώσσα βαθμολογούμενος στα τρία τελευταία από τα προσκομιζόμενα φύλλα ποιότητας με 4/9 και στα προηγούμενα με μικρότερη βαθμολογία και στοιχειωδώς τη γαλλική γλώσσα, βαθμολογούμενος στα δελτία ποιότητας με ένα και τη γερμανική γλώσσα, βαθμολογούμενος στα δελτία ποιότητας με τρία.
Είχε παρακολουθήσει μέχρι τις επίμαχες προαγωγές δεκατρία επιμορφωτικά σεμινάρια. Στα δελτία ποιότητας υπαλλήλου περιόδων 1978 και 1/9/81- 31/8/82 χαρακτηρίζεται πολύ καλός, ενώ στα δελτία ποιότητας περιόδων από 1-9-82 έως 31-8-91 χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος για ανώτερη θέση, βαθμολογείται δε στα λοιπά επί μέρους κριτήρια από 1-9-1982 και εφεξής με εννέα μόρια, ενώ στο προτελευταίο φύλλο ποιότητας έτους 1989-1990 βαθμολογήθηκε στο κριτήριο υπηρεσιακής κατάρτισης με δέκα.
Από άποψη ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων αρχικά μέχρι 10-3-1980 ήταν εντεταλμένος και Προϊστάμενος Υπηρεσίας Λογιστηρίου στο Κατάστημα ... της Τράπεζας και στη συνέχεια από 17-3-1980 μέχρι 29-8-82 υπηρέτησε ως Βοηθός Επιθεωρητής με αντιστοιχία Προϊσταμένου Υπηρεσίας Διοίκησης 7ου κλιμακίου ευθύνης στη Διεύθυνση Επιθεώρησης.
Από 29-8-1982 μέχρι 15-12-1986 υπηρέτησε ως δόκιμος Επιθεωρητής στην ίδια διεύθυνση, δηλαδή σε θέση με αντιστοιχία Προϊσταμένου Τμήματος Διοίκησης 5ου κλιμακίου ευθύνης. Από 16-12-1986 έως 11-9-1991 υπηρέτησε ως Επιθεωρητής στην ίδια Διεύθυνση με αντιστοιχία Υποδιευθυντή Διοίκησης 3ου κλιμακίου ευθύνης. Στη συνέχεια από 12-9-1991 έως 8-5-1998 υπηρέτησε σε οργανική θέση Υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως (3ου κλιμακίου ευθύνης), ενώ από 11-5-98 και μετά μέχρι την 26-7-2002 υπηρέτησε ως προϊστάμενος Περιφερειακής Διοίκησης στην Περιφερειακή Διοίκηση Ε' (1ου κλιμακίου ευθύνης). 'Εκρινε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι από τη σύγκριση και αντιπαραβολή των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα του συγκρινόμενου με αυτόν ΖΖ δεν προκύπτει ότι υπερείχε καταφανώς ο τελευταίος, που ήταν νεότερος του αναιρεσιβλήτου στη γενική αρχαιότητα κατά 2 έτη και 10 μήνες, ισοδύναμος στην ειδική αρχαιότητα, γνώριζε σε μικρότερο βαθμό ξένη γλώσσα, είχε παρακολουθήσει λιγότερα επιμορφωτικά σεμινάρια, αν και το τελευταίο προσόν αντισταθμίζεται εκ του ότι ο συγκρινόμενος είχε και δεύτερο πτυχίο ανώτατης σχολής, δεν είχε χαρακτηρισμό διακεκριμένου στα δελτία ποσότητας και ακόμη, έχοντας αναλάβει υπεύθυνα καθήκοντα σε εποπτική και ελεγκτική θέση, δεν είχε σφαιρική γνώση και εμπειρία στις κυρίως τραπεζικές εργασίες, όπως ο αναιρεσίβλητος, που είχε διατελέσει Διευθυντής σε καταστήματα της Τράπεζας και Υποδιευθυντής σε κεντρικό κατάστημα επί σειρά ετών, ενώ μπορούσε η αναιρεσείουσα να τον αξιοποιήσει αναθέτοντάς του καθήκοντα ευθύνης μεγαλύτερου κλιμακίου μετά το έτος 1997, ώστε να μην μπορεί να εκτιμηθεί ως σημαντικότερο προσόν το ότι από 11-5-1998 ανατέθηκαν στον συγκεκριμένο καθήκοντα 1ου κλιμακίου ευθύνης, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε παραμείνει στη θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι μετ' εκτίμηση των προαναφερθέντων στοιχείων η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου από 1-7-1999 στον βαθμό του Διευθυντή ήταν καταχρηστική. Ο τέταρτος συγκρινόμενος ΘΘ είχε προσληφθεί στην υπηρεσία της Τράπεζας από 22-10-1965 και προήχθη στον βαθμό Υποδιευθυντή Α' λογιστικού κλάδου από 1-1-1993.
Ήταν πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε. (Τμήμα Οικονομικό), είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια και γνώριζε στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα βαθμολογούμενος στα δελτία ποιότητας με 3/9. Στα προσκομιζόμενα δελτία από 1-9-1983 και έπειτα μέχρι 31-8-88 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος για ανώτερη θέση και βαθμολογείται στα λοιπά επί μέρους κριτήρια με εννέα, εκτός από το δελτίο 1/9/84 - 31/8/85, όπου βαθμολογείται με οκτώ στην ευφυΐα και τη διοικητική ικανότητα και στο δελτίο 1/9/85 31/8/86.
όπου βαθμολογείται με οκτώ στην ευφυΐα, ενώ στο δελτίο 1/9/83 - 31/8/84 βαθμολογήθηκε με 7 στην υπηρεσιακή κατάρτιση. Στα δελτία ποιότητας των περιόδων πριν από την 31-8-83 χαρακτηριζόταν ως πολύ καλός. Από άποψη ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων αυτός είχε διατελέσει Προϊστάμενος Υπηρεσίας στη Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου από 17-7-1980 μέχρι 7-8-1983 (7° κλιμάκιο ευθύνης).
Στη συνέχεια αυτός από 8-8-1983 μέχρι 16-2-1987 ήταν προϊστάμενος Τμήματος στην Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου (5° κλιμάκιο ευθύνης), ενώ από 17-2-1987 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υποδιευθυντή στην ίδια διεύθυνση και με πράξη διοικητή από 21-2-1989 ορίσθηκε υποδιευθυντής στην ίδια διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου, ενώ από 20-2-1996 μέχρι 7-1-1997 ορίσθηκε αναπληρωτής διευθυντής στην ίδια Διεύθυνση, η οποία μετονομάσθηκε τον Ιούνιο του έτους 1996 σε Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (2° κλιμάκιο ευθύνης).
Τέλος από 8-1-1997 ανέλαβε Διευθυντής στη Διεύθυνση Επιμελητείας (1° κλιμάκιο ευθύνης), όπου παρέμεινε μέχρι τέλους Ιουλίου 2002 πριν αποχωρήσει από την υπηρεσία στην Τράπεζα την 14-8-2002. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου έναντι του συγκρινόμενου με αυτόν ΘΘ ήταν κατάφωρα άδικη και καταχρηστική, διότι από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων τους προκύπτει ότι ο πρώτος υπερείχε καταφανώς του δευτέρου, αφού πλεονεκτούσε στη γενική αρχαιότητα κατά 2 έτη, στη γνώση ξένης γλώσσας, στο ότι κατείχε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και είχε παρακολουθήσει περισσότερα επιμορφωτικά σεμινάρια και στα δύο τελευταία φύλλα ποιότητας είχε χαρακτηρισθεί διακεκριμένος και όχι μόνο άριστος, όπως ο συγκρινόμενος με αυτόν, ακόμη δε έχοντας ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα σε καταστήματα της Τράπεζας είχε μεγαλύτερη εμπειρία στις τραπεζικές εργασίες από τον δεύτερο, ο οποίος είχε υπηρετήσει κατά το πλείστον στη Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου, έστω και σε θέσεις κλιμακίων ευθύνης ανώτερες από εκείνες που είχε υπηρετήσει ο αναιρεσίβλητος.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι τριών εκ των πέντε προτεινομένων προς έγκριση προαναφερθέντων συναδέλφων του και ως εκ τούτου έκρινε το μεν ως αλυσιτελή τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας ότι στη θέση του θα είχαν προαχθεί ως υπερέχοντας αυτού οι επίσης παραλειφθέντες συνάδελφοί του ΚΚ και ΛΛ, το δε ότι η παρέλκει η έρευνα της προφανούς ή μη υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι του πέμπτου εκ των προτεινομένων προς σύγκριση και προαχθέντος ΜΜ, δέχθηκε την αγωγή κατά την πρώτη της επικουρική βάση και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-1999.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 281 του ΑΚ και 10 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Οργανισμού Υπηρεσίας της Τράπεζας, διότι από τη συνεκτίμηση της υπηρεσίας σε θέση ευθύνης, που αποτελεί ένα από τα ουσιώδη κριτήρια για τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς κατά τον Οργανισμό της Τράπεζας, του μεν αναιρεσιβλήτου σε θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου και μόνο από 29-1-1994, των δε ΖΖ και ΘΘ σε θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου από τα έτη 1986 και 1987 αντίστοιχα, του δευτέρου εξ αυτών σε θέση ευθύνης 2ου κλιμακίου από το έτος 1996 και αμφοτέρων σε θέση ευθύνης 1ου κλιμακίου από τα έτη 1998 και1997 αντίστοιχα, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερείχε και μάλιστα καταφανώς των πιο πάνω προαχθέντων ούτε του προσδίδουν τέτοια υπεροχή τα υπόλοιπα προσόντα (αρχαιότητα, τίτλοι σπουδών, ξένη γλώσσα, ποιοτικοί χαρακτηρισμοί), όπως αυτά αναλύονται κατά τα άνω στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιπροσθέτως και αναφορικά με τον ΖΖ η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, κατά τις οποίες, προκειμένου να θεμελιωθεί καταχρηστική άσκηση της περί προαγωγής κρίσης των αρμοδίων οργάνων, απαιτείται εκτός άλλων ο υπάλληλος που παραλείφθηκε να υπερέχει καταφανώς έναντι εκείνων που προήχθη, καθόσον δέχθηκε ότι ο προαχθείς ΖΖ δεν υπερείχε καταφανώς του αναιρεσιβλήτου και για τον λόγο αυτό η παράλειψη του τελευταίου έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ως στοιχείο καταφανούς υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι του προαχθέντος ΣΤ και το γεγονός ότι ο πρώτος άσκησε ενωρίτερα καθήκοντα σε υπηρεσία τόσο του 4ου όσο και του 3ου κλιμακίου ευθύνης και συγκεκριμένα ότι ανέλαβε θέση ευθύνης 4ου κλιμακίου κατά ένα έτος και τρεις μήνες και θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου κατά δύο έτη και δύο μήνες ενωρίτερα από τον αναιρεσίβλητο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όμως προκύπτει ότι δεν γίνεται παρά μόνο μία συσχέτιση μεταξύ θέσεων που απασχολήθηκε ο αναιρεσίβλητος και κλιμακίου ευθύνης που αντιστοιχούσε σε κάθε θέση. Στη μοναδική αυτή αναφορά εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος από τον Ιανουάριο του έτους 1994 τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της Τράπεζας ως υποδ/ντής και ότι "δε προκύπτει ότι τοποθετήθηκε σε άλλη θέση μεγαλύτερου κλιμακίου ευθύνης από το 3ο, στο οποίο ανήκε η θέση του υποδ/ντή κεντρικού καταστήματος στο οποίο υπηρέτησε από 29-1-1994 και μετά".
Κατά την αντιπαράθεση όμως των θέσεων και κλιμακίων ευθύνης του προαχθέντος ΣΤ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο τελευταίος από 30-5-1989 έως 26-1-1994 ήταν διευθυντής στο Κατάστημα ..., που ήταν θέση 4ου κλιμακίου ευθύνης και ότι από 27-1-1994 έως 7-3-1996 τοποθετήθηκε στην τ. Περιφερειακή Διοίκηση ... ως περιφερειακός Διευθυντής, που ήταν θέση 3ου κλιμακίου ευθύνης.
Με τις παραδοχές αυτές όμως το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 281 του ΑΚ και αυτό, διότι αφενός μεν δεν μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης περιστατικού ότι ο αναιρεσίβλητος πράγματι απασχολήθηκε σε θέση 4ου και 3ου κλιμακίου ευθύνης ενωρίτερα από τον προαχθέντα ΣΤ και επί ποίο χρονικό διάστημα και αφετέρου πώς ο αναιρεσίβλητος, σύμφωνα με τις παραπάνω ημεροχρονολογίες, παρείχε υπηρεσία σε θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου κατά δύο έτη και δύο μήνες ενωρίτερα.
Επομένως, οι σχετικοί 1ος, 2ος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και 3ος κατά το πρώτο του μέρος από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Επειδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, ενώ είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση για πλημμέλεια προερχόμενη από παραβίαση δικονομικής διατάξεως δεν κήρυξε αυτά.
Τέτοιο απαράδεκτο μπορεί να υπάρχει και από την αοριστία της αγωγής, την οποία το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση του εναγομένου. Εξάλλου, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά προφανή υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις περί προαγωγής διατάξεις του υπηρεσιακού Οργανισμού αυτής που έχουν προαναφερθεί, συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη (αδικοπραξία) κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, παρέχει δε στον μισθωτό το δικαίωμα να αξιώσει εκτός από την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του και την επιδίκαση λόγω αποζημιώσεως της διαφοράς των αποδοχών του ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά το άρθρ. 298 του ΑΚ, είναι εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, όπως ορίζεται στο άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των παραπάνω εκφράσεων του άρθρ. 298 του ΑΚ ούτε η αναφορά του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι ως υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας με τον βαθμό του υποδιευθυντή παραλείφθηκε κατά τις προαγωγικές κρίσεις από τον βαθμό του Διευθυντή, καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις οικείες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Υπηρεσίας αυτής (άρθρ. 1 παρ.
παρ. 1 και 9, 3 παρ. παρ. 1 και 4, 9 παρ. παρ. 1 και 2 και 10 παρ. παρ. 1 και 5) και ζητούσε, εκτός άλλων, να του καταβάλει και το επίδομα ευθύνης Δ/Σ ή άλλης θέσεως ευθύνης 1ου κλιμακίου, αντί του 3ου κλιμακίου που κατείχε, διότι αν είχε προαχθεί κανονικά στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-1997 άλλως από 1-7-1999 άλλως από 1-7-2001, "ασφαλώς και βεβαίως και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε και ανώτερα καθήκοντα ευθύνης Διευθυντή Δ/Σ ή Δ/ντή Κατ/ματος 1ης κατηγορίας ή άλλης θέσεως ευθύνης 1ου κλιμακίου και όχι 3ου κλιμακίου που ασκούσε", αφού υπήρχαν σχετικές κενές οργανικές θέσεις, μία εκ των οποίων θα καταλάμβανε ως Διευθυντής Δ/Σ ή σε άλλη αντίστοιχη θέση.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο η επί μέρους αυτή αίτηση για επιδίκαση του επιδόματος ευθύνης είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. παρ. 4 και 9 του Οργανισμού, η προαγωγή του υπαλλήλου δεν έχει ως αναγκαία συνέπεια και την ανάθεση καθηκόντων ανώτερου κλιμακίου αλλά γίνεται ασχέτως βαθμού και αρχαιότητας με πράξη του Διοικητή κατά την απόλυτη κρίση του και στην αγωγή δεν προσδιορίζεται ποία συγκεκριμένη θέση 1ου κλιμακίου θα καταλάμβανε προαγόμενος ούτε τα κριτήρια και τα περιστατικά με βάση τα οποία ο Διοικητής θα του ανέθετε τέτοια καθήκοντα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αφενός μεν ότι η σχετική αξίωση ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να δικαιολογούν την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων καταβολή του επιδόματος ευθύνης και αφετέρου επιδίκασε το αιτούμενο επίδομα ευθύνης 1ου κλιμακίου ως μισθολογική διαφορά μεταξύ αυτού και του επιδόματος ευθύνης 3ου κλιμακίου που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος με την αιτιολογία ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με την προαγωγή στον βαθμό του Διευθυντή, ενόψει του ότι αποτελούσε στέλεχος ανωτέρας κλάσεως με διοικητική ικανότητα και εμπειρία, θα του είχαν ανατεθεί καθήκοντα που θα συνεπάγονταν την καταβολή του από 1-7-1999, που έκρινε ότι έπρεπε να προαχθεί, χωρίς να διευκρινίζεται πώς η ανάθεση των ανωτέρω καθηκόντων και η εκ του λόγου αυτού καταβολή του επιδόματος θα ανέτρεχε στον παραπάνω χρόνο, αν και οι προαγωγές πραγματοποιήθηκαν την 17-12-1999.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ακόμη στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ουσιαστικής βασιμότητας της ερειδομένης στις προαναφερθείσες διατάξεις ένδικης αξίωσης.
Επομένως, οι από το άρθρ. 559 αρ. 14 και 19 του ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1229/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ