Legislator Case Law & Legislation
439/2008 AI generated

439/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 439/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης.

Legislator headnote

AI generated

439/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς νόμιμα συνεχίζεται η δίκη ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό (άρθρα 286 εδ. α', 287 § 1 και 290 Κ.Πολ.Δικ), από τους μοναδικούς κληρονόμους του (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1826 ΑΚ), χωρίς έτσι να δημιουργείται κάποιο απαράδεκτο από την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.

Keywords

AI generated
termination of insurance benefits accident insurance matter survivors' insurance motor vehicle expenses fatal collision accident consequences
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 439 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 439/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Παρασκευόπουλο, 2) Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο, 3) Ψ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ψ4, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο, 5) Ψ5, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο 6) Ψ6, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 7) Ψ7, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι ο ως άνω 3ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 20/11/2006 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, 4η, 5η, 6ος και 7η των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως της τον 6ο των αναιρεσιβλήτων.

Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2000 αγωγή των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, την από 28/6/1999 αγωγή των 3ου, 5ης, 6ου, 7ης των αναιρεσιβλήτων, και της από 2/8/2000 6/3/2000 παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 765/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης της, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, της σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 14/3/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά η αναιρεσείουσα νομότυπα πριν από την έναρξη της συζήτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται ατομικά κατά του έκτου αναιρεσιβλήτου, Ψ6. Επομένως, ως προς αυτόν η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη πρέπει να καταργηθεί (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 Κ.Πολ.Δικ). Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου με αριθμό ...... του ληξιάρχου Δήμου Χασίων Καλαμπάκας και πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών με αριθμό ..... του δημάρχου του ίδιου Δήμου) αποδεικνύεται, ότι στις 20-11-2006 μετά την άσκηση της αναίρεσης πέθανε ο τρίτος αναιρεσίβλητος Ψ3 και κληρονομήθηκε εξ αδιαιρέτου από τους Ψ4, Ψ5, Ψ7και Ψ6, δηλαδή τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους (βλ. ... και .... πληρεξούσια έγγραφα της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου-Πύργου) στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης γνωστοποίησαν τη διακοπή της δίκης που επήλθε με το θάνατο αυτό και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.

Συνεπώς νόμιμα συνεχίζεται η δίκη ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό (άρθρα 286 εδ. α', 287 § 1 και 290 Κ.Πολ.Δικ), από τους μοναδικούς κληρονόμους του (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1826 ΑΚ), χωρίς έτσι να δημιουργείται κάποιο απαράδεκτο από την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 932 ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης ..... Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της παρεχόμενης από την ίδια διακριτικής εξουσίας, μπορεί να καθορίζει κάθε φορά το κατά την εύλογη κρίση του οφειλόμενο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης με βάση τους διάφορους κρίσιμους προσδιοριστικούς παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους είναι ο βαθμός πταίσματος και η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση του υποχρέου.

Όμως στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, όταν από τον παθόντα και δικαιούχο της αξίωσης αυτής ενάγεται αποκλειστικά η ασφαλιστική εταιρεία και όχι ο υπαίτιος της αδικοπραξίας οδηγός του ζημιογόνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου, δεν πρέπει να υπολογίζεται για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, γιατί η ευθύνη της είναι εγγυητική και η ίδια δεν υπήρξε συνυπαίτια για τη ζημία που προξενήθηκε.

Απόφαση του Εφετείου που λαμβάνει υπόψη, ενώ κατά το νόμο δεν πρέπει, ένα τέτοιο προσδιοριστικό παράγοντα για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (σχ. ΑΠ 760/2005 και 159/2006). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα:

Στις 19-12-1997 το ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ1 συγκρούστηκε με το .... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Β1 και ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Η σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Β1. Απ' αυτή τραυματίστηκαν θανάσιμα ο υπαίτιος οδηγός και η συνεπιβαίνουσα σύζυγός του Β2.

Οι ενάγοντες των από 2-8-2000 (αρ. κατ. 942/2000) και 28-6-1999 (αρ. κατ. 680/1999) αγωγών (παιδιά, γονείς και αδέλφια), από το θάνατο της Β2, ηλικίας 36 ετών, μητέρας, κόρης και αδελφής του, αντίστοιχα, υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την ικανοποίηση της οποίας "ενόψει των συνθηκών τέλεσης της άνω αδικοπραξίας, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου .....

ΙΧΦ αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε η θανατωθείσα, του βαθμού της συγγένειας αυτών, ως και του δεσμού των με τη θανούσα, ως και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων" πρέπει να επιδικαστούν σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση τα εξής ποσά: α)σε καθένα από τα δύο παιδιά της (Ψ1 και Ψ2) ευρώ 52.825, β)σε καθένα από τους γονείς της (Ψ3 και Ψ4) ευρώ 14.674 και γ)σε καθένα από τα αδέλφια της (Ψ5, Ψ6 και Ψ7) ευρώ 7.337.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε στην ουσία την από 26-6-2003 (αρ. κατ. 112/2003) έφεση της αναιρεσείουσας, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 1-7-2003 (αρ. κατ. 117/2003) έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε εν μέρει την εκκληθείσα 406/2003 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Τρικάλων, ως προς την διάταξή της που αφορά τους ενάγοντες της από 2-8-2000 αγωγής, κράτησε και δίκασε την αγωγή αυτή (αρ.

κατ. 942/2000), την οποία τελικά δέχτηκε κατά ένα μέρος, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα (εναγομένη) να καταβάλει σε καθένα από τα ενάγοντα παιδιά (Ψ1 και Ψ2) το πιο πάνω ποσό των 52.825 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοσή της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., διότι δέχτηκε ως προσδιοριστικό παράγοντα της, σε βάρος της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη των αναιρεσιβλήτων και "την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών", δηλαδή και αυτή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά παράβαση του άρθρου 932 ΑΚ, αφού εδώ υπόχρεη για την αποζημίωση αυτή ήταν η ασφαλιστική αυτή εταιρεία της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική.

Συνακόλουθα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις εκείνες με τις οποίες επιδικάστηκαν στους πιο πάνω στενούς συγγενείς της θανούσας Β2 (παιδιά, γονείς και αδέλφια της), αναιρεσίβλητους-ενάγοντες στις προαναφερθείσες δύο αγωγές, τα παραπάνω χρηματικά ποσά για ψυχική οδύνη, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ).

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική κατά τη διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 17/1995). Μέσω του άρθρου 281 ΑΚ μπορεί να αποκρουστεί από τον εναγόμενο ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο η άσκηση του δικαιώματος του ασφαλιστή περί αποκλεισμού της ευθύνης του για κάποιο συμφωνημένο στο ασφαλιστήριο νόμιμο λόγο. Το βάρος απόδειξης έχει ο ενιστάμενος ασφαλισμένος ή αντισυμβαλλόμενος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των Ψ1 και Ψ2, ως μοναδικών κληρονόμων του Β1, οδηγού και ιδιοκτήτη του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου και αντισυμβαλλόμενου στη σύμβαση ασφάλισης, τις από 6-3-2000 (αρ. κατ. 331/2000) κα 4-4-2001 (αρ. κατ. 290/2001) παρεμπίπτουσες αγωγές της. Σ' αυτές ισχυρίστηκε, ότι πράγματι με το ......

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση - πρόταση του πιο πάνω πατέρα των εναγομένων Β1, ασφάλισε το ζημιογόνο αυτοκίνητο για το χρονικό διάστημα από 25-9-1997 μέχρι 25-9-1998, για τις προς τρίτους υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες, καθώς και ότι δυνάμει σχετικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης συνέτρεξε περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης της, γιατί ο ως άνω ασφαλισμένος-αντισυμβαλλόμενος απέκτησε άδεια ικανότητας οδηγού για πρώτη φορά στις 27-12-1996 και άρα δεν είχε συμπληρώσει, τόσο κατά την έναρξη της ασφάλισης (.....), όσο και κατά το χρόνο του ατυχήματος (19-12-1997), δώδεκα μήνες από τη λήψη της άδειας οδήγησης, ούτε είχε πληρωθεί το σχετικό επασφάλιστρο (από τον ίδιο ή τους κληρονόμους του).

Με βάση αυτά ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της στις παραπάνω από 28-6-1999 και 2-8-2000 αγωγές, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, κατ' ίσα μέρη ο καθένας, κάθε ποσό που θα υποχρεωνόταν τυχόν να πληρώσει στους ενάγοντες των δύο ως άνω εναντίον της αγωγών. Σε απόκρουση των αγωγών αυτών της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας οι εναγόμενοι κληρονόμοι προέβαλαν παραδεκτά στο πρωτοδικείο, αλλά και στο Εφετείο, ως υπεράσπιση κατά της από 26-6-2003 έφεσης της ενάγουσας, με τις από 10-1-2005 προτάσεις τους (για επαναφορά πρωτόδικων ισχυρισμών), ένσταση καταχρηστικής άσκησης (άρθρο 281 ΑΚ) του δικαιώματος της ασφαλιστικής εταιρείας με τις παρεμπίπτουσες αυτές αγωγές.

Συγκεκριμένα επικαλέστηκαν τα περιστατικά που καταγράφει και η αναιρεσείουσα στις σελίδες 21 έως 27 του αναιρετηρίου της. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη και τις παραδοχές της επικυρωθείσας κατά τούτο πρωτόδικης 406/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Τρικάλων, που έτσι ενσωματώθηκαν στην προσβαλλόμένη, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα, ότι αποδείχτηκαν (από τα επικληθέντα) τα ακόλουθα περιστατικά: "Το οδηγούμενο από τον πατέρα των εναγόντων ........

ΙΧΦ αυτοκίνητο κυριότητας αυτού, ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη της έναντι τρίτων ζημίας εκ της κυκλοφορίας του στην ενάγουσα-στις με αριθμούς καταθ. 331/2000 και 290/2001 αγωγές - ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 25-9-1997 έως 25-9-1998 με την ..... έγγραφη ασφαλιστική σύμβαση και για σωματικές βλάβες τρίτων μέχρι το ποσό των 135.000.000 δραχμών.

Στην επίδικη σύμβαση αναφέρεται ότι περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελούν και οι ενιαίοι όροι ασφάλισης αυτοκινήτων της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και οι όροι του υποχρεωτικού εγκεκριμένου τιμολογίου ασφάλισης αυτοκινήτων και ότι ο ασφαλιζόμενος γνωρίζει και αποδέχεται τους όρους της σύμβασης ασφάλισης.

Ειδικότερα, στον όρο της παραγράφου 1 εδ. α' και παραγράφου 2 περ. β' του στη σύμβαση υποχρεωτικού τιμολογίου ασφάλισης αυτοκινήτων αναφέρεται, ότι τα προβλεπόμενα από το τιμολόγιο αυτοκινήτων συνολικά ασφάλιστρα κατά των κινδύνων αστικής ευθύνης έναντι τρίτων και επιβαινόντων επιβαρύνονται με επασφάλιστρο 30% εφόσον δηλωθεί ότι το αυτοκίνητο οδηγείται από άτομο που κατέχει άδεια ικανότητας οδηγού εκδοθείσα το πρώτον εντός του τελευταίου προ της έναρξης ασφάλισης δωδεκαμήνου και ότι σε περίπτωση ατυχήματος επερχομένου καθήν το εν τω παρόντι αναφερόμενο αυτοκίνητο οδηγείτο από οδηγό που έλαβε το πρώτον άδεια ικανότητας οδηγού εκδοθείσα εντός του τελευταίου προ της ημερομηνίας επέλευσης του ατυχήματος δωδεκαμήνου, χωρίς να έχει καταβληθεί κατά τη σύναψη της ασφάλισης το υπό του τιμολογίου αυτοκινήτων προβλεπόμενο για τους μη συμπληρώσαντες δωδεκάμηνο από τη χρονολογία έκδοσης της άδειας ικανότητας οδηγού επασφάλιστρον, η εταιρεία ουδεμία ευθύνη αποζημίωσης φέρει, εκτός αν ο ασφαλιζόμενος καταβάλει αμέσως με πρόσθετη πράξη, επί τη παρ' αυτού δηλώσει ατυχήματος, επασφάλιστρον εξ 60%, ανεξαρτήτως του αν ο οδηγός κέκτηται ερασιτεχνικής ή επαγγελματικής αδείας, υπολογιζόμενο επί των προβλεπομένων εκάστοτε υπό του ισχύοντος τιμολογίου ασφαλίστρων για τους καλυπτομένους κινδύνους και για ολόκληρη τη διάρκεια της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του.

Το ασφαλισμένο στην ενάγουσα αυτοκίνητο οδηγείτο κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος στις 19-12-1997 από τον κύριο αυτού αντισυμβαλλόμενο της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας ο οποίος είχε άδεια ικανότητας οδήγησης εκδοθείσα την 27-12-1996, ήτοι προ του άνω 12μήνου, πλην όμως ο ανωτέρω οδηγός είχε επιτύχει στις εξετάσεις προς απόκτηση αυτού στις .... (βλ.

την με αριθμό πρωτοκόλλου ...... βεβαίωση του προϊσταμένου της διεύθυνσης συγκοινωνιών Τρικάλων), ακριβώς δηλαδή προ δώδεκα μηνών από την πρόκληση του ατυχήματος. Ο ίδιος οδηγός το έγγραφο αυτό της αδείας είχε επιδείξει στον αντιπρόσωπο (ασφαλιστικό πράκτορα) της ενάγουσας κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και παρά το ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση της ημερομηνίας έκδοσής της και τελούσε σε γνώση από τη σχετική άδεια κυκλοφορίας ότι το ασφαλισμένο αυτοκίνητο ήταν της ιδιοκτησίας του και θα οδηγείτο από τον ίδιο, εντούτοις δεν του ζήτησε ποτέ το ανωτέρω επ[ασφάλιστρο, αλλά του ζήτησε και κατέβαλε μόνο το ασφάλιστρο, ενώ μέχρι και την άσκηση των αγωγών δεν ενημέρωσε τους ήδη εναγομένους κληρονόμους για την υποχρέωση του αντισυμβαλλομένου πατέρα τους για το οφειλόμενο επασφάλιστρο (που ευλόγως αγνοούσαν ως μη άμεσα συμβαλλόμενοι στη σύμβαση), αν και οι τελευταίοι υπέβαλαν στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία στις 28-1-1998 δήλωση για το ατύχημα".

Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο έκρινε, ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη όρια, γι' αυτό και έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη η ένσταση καταχρηστικότητας (ΑΚ 281) και να απορριφθούν οι παρεμπίπτουσες αυτές αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, όπως είχε πράξει το πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο και εκτιμώντας σωστά τις αποδείξεις, ο δε αντίθετος σχετικός λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας ήταν απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, που δικαιολογούν την απόρριψη των αγωγών και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Σωστά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι, υπό τα ως άνω περιστατικά, η άσκηση των αγωγών αυτών της αναιρεσείουσας υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και άρα είναι καταχρηστική.

Δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 281, 914 επ. 932, 904, 927 ΑΚ, 10-11 του ν. 489/1976, 25-26 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 (το κείμενο της τελευταίας παρατίθεται στην έκτη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης χωρίς να υπάρχει ανάγκη, αφού το βάσιμο της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης αρκεί για τη στήριξη της απορριπτικής των αγωγών αυτών διάταξης του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης), ούτε άλλες διατάξεις.

Με τις σκέψεις αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες που προβλέπονται από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γι' αυτό και πρέπει οι αντίθετες αιτιάσεις των δεύτερου και τρίτου λόγων του αναιρετηρίου να απορριφθούν ως αβάσιμες. Επίσης, με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα επικαλείται το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή γιατί "έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα από τους αναιρεσίβλητους πρωτόδικα και στην έκκλητη δίκη σχετικά με τον τρόπο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης ασφάλισης (25-9-1996) η οποία με τη λήξη της ανανεώθηκε νόμιμα και συμβατικά για το διάστημα από 20-9-1997 έως 25-9-1998.

Με αυτό το περιεχόμενο η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστη και απαράδεκτη, διότι καταρχήν δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που έχουν ληφθεί υπόψη χωρίς να προταθούν και άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δικ. (σχ.

Ολ. ΑΠ 43/1990), σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται να προβάλει την αιτίαση αυτή για ισχυρισμούς που έχουν προταθεί από τους αντιδίκους της (ΑΠ 881/1988) και συνιστούν στην πραγματικότητα επιχειρήματα και συμπεράσματα από εκτίμηση αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1342/1996) για θεμελίωση εδώ αιτιάσεων της αναιρεσείουσας από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Ενόψει του άνω περιεχομένου τω ν αγωγών, το πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές, χωρίς να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης άλλος ακριβής χρόνος κατάρτισης της συνολογούμενης (1-9-1997) σύμβασης κατά τα στοιχεία του αντιπροσώπου (ασφαλιστικού πράκτορα) της αναιρεσείουσας, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί της τελευταία είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Με το αναιρετήριο υποβάλλεται αίτημα της αναιρεσείουσας, για να διαταχθεί, κατά το άρθρο 579 § 2 Κ.Πολ.Δικ. η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση "με επιστροφή από τους αναιρεσίβλητους των εκουσίως απ' αυτή καταβληθέντων, ως προς τις βασικές τους αγωγές, χρηματικών ποσών σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης".

Με τις από 5-2-2008 προτάσεις της, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η αναιρεσείουσα επιχειρεί παρά το νόμο τη συμπλήρωση του άνω αιτήματος της, έτσι ζητεί "η καταβολή των ποσών αυτών νομιμότοκα, από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης". Με τέτοιο περιεχόμενο το αίτημα αυτό, διότι δεν περιέχει όλα τα κατά το νόμο αναγκαία στοιχεία (άρθρα 216 και 217 Κ.Πολ.Δικ.) με σαφή ξεχωριστό προσδιορισμό κάθε ποσού που καταβλήθηκε σε καθένα αναιρεσίβλητο κ.λ.π., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο (σχ ΑΠ 119/1996, 1206/1992).

Για τους λόγους αυτούς

Καταργεί τη δίκη, ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο (ατομικά) Ψ6.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε σαν απορριπτέο στο σκεπτικό.

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, την 765/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκασή της στο Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ