Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to summon the Procurator of the Supreme Court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the Procurator of the Supreme Court failed to appear at the hearing. The appellant challenged a first-instance decision removing parental custody, but the Procurator was neither summoned nor present. The court ruled that without proper notification and appearance of this mandatory participant, the proceedings must be terminated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 748 § 3, 111 § 2, 159 no. 2, 576 §§ 2 and 3 of the Code of Civil Procedure: If the Procurator of the Supreme Court does not appear at the appeal hearing after being notified, the hearing is declared inadmissible ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 438 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. (M.) Γ. (G.) του Μ. (M.) , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Τσοπάνογλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ως Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών, 2) Μ. Ν. του Σ. , κατοίκου ... , οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Κοινοποίηση: 1) Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΜΗΤΕΡΑ (Κ.Κ.Π.Π.Α.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ακριβή Μπεσίρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2023 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2560/2023 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 769 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Ως προς την παθητική νομιμοποίηση, η παρούσα διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και συνεπώς, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους" εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 § 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' του ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, το οποίο μπορεί να στηρίζεται και στο γεγονός ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί στη δίκη αυτή, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 76, 77, 78 ΚΠολΔ για την αναγκαστική ομοδικία. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο.
Εξάλλου, οι διατάξεις περί ομοδικίας του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 741) (ΑΠ 180/2022, ΑΠ 757/2019). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναίρεση, και η οποία διάταξη διαφέρει κατά τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης του άρθρου 517 ΚΠολΔ και θεσπίσθηκε ενόψει και του χαρακτήρα των θεμάτων που υπάγονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τα οποία αφορούν ως επί το πλείστον στη δημόσια τάξη και είναι απαραίτητο να επιλύονται οριστικώς έναντι πάντων των ενδιαφερομένων διαδίκων, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους", σαφώς συνάγεται ότι η έφεση πρέπει να στραφεί κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου που στην πρωτοβάθμια δίκη είχε μετάσχει ως αντίδικος του εκκαλούντος (βλ. σχετ. ΑΠ 470/1973). Σε όλους τους άλλους που μετείχαν στην πρωτοβάθμια δίκη ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως ομοδίκων ή αντιδίκων του εκκαλούντος, ακόμη και αυτών που δεν εμφανίσθηκαν και δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, κατ' άρθρο 754 ΚΠολΔ και έχουν δικαίωμα να κληθούν στη συζήτηση, η έφεση, πρέπει απλώς να κοινοποιείται με κλήση προς συζήτηση.
Περαιτέρω, η παράγραφος 2 εδάφιο α' του άρθρου 111 ΚΠολΔ ορίζει ότι καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίζει το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της τήρησης προδικασίας, προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στο νόμο, η συζήτηση οποιασδήποτε αίτησης από το δικαστήριο, αν δεν έχει επιδοθεί το οικείο έγγραφο στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός αν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει. Έτι, περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 §§ 1, 2 και 3, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτησης της ερευνώμενης αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση (ΑΠ 185/2009).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 27 § 5 του Ν. 4938/2022, στις συνεδριάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλλει, έως την έναρξη της δικασίμου, έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 § 2 ΚΠολΔ αντίγραφο της αίτησης, που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με τη σημείωση για τον προσδιορισμό δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του Δικαστηρίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση που ο Εισαγγελέας εμφανίζεται ως διάδικος ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο.
Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 573 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, τους Εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, τους εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε σε υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, με διάδικο τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όπως εκείνη του άρθρου 1532 του ΑΚ, όπου το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, αν αντίγραφο της αναίρεσης δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα άρθρα 111 § 2, 159 αρ. 2 και 576 §§ 2 εδ.
β' και 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 180/2022, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 1543/2010, ΑΠ 413/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 14-10-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η 2560/2023 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), κατά της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 εδ. α' του Ν. 2447/1996 δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης και με την οποία έγινε καθ' ολοκληρίαν δεκτή η από 6-3-2023 αίτηση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αικατερίνης Κοπελάκη, αφαιρέθηκε η γονική μέριμνα του αναφερομένου στην απόφαση ανήλικου άρρενος τέκνου που φέρει το επώνυμο "..." από τους γονείς του, Μ.
Ν. (δεύτερο αναιρεσίβλητο) και Μ. Γ. (αναιρεσείουσα) και ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του στο προσθέτως παρεμβαίνον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΜΗΤΕΡΑ (Κ.Κ.Π.Π.Α. - ΜΗΤΕΡΑ)", όπως ειδικότερα στην απόφαση αυτή ορίζεται. Η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του πατέρα του ανηλίκου (ο οποίος μετείχε στην πρωτοβάθμια δίκη) ως και κατά της Εισαγγελέως Πρωτοδικών (η οποία μετείχε στην πρωτοβάθμια δίκη ως αντίδικος των γονέων και ήδη αναιρεσείουσας και δεύτερου αναιρεσίβλητου), κοινοποιουμένη μεταξύ άλλων και στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία"ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΜΗΤΕΡΑ (Κ.Κ.Π.Π.Α. - ΜΗΤΕΡΑ)", το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της Εισαγγελέως κατά την πρωτόδικη δίκη.
Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη Εισαγγελέας Πρωτοδικών και ο εκπροσωπών αυτήν, κατά τα προαναφερθέντα, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.
Aπό τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος, ως διάδικος, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι την επισπεύδει η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζεται, για το παραδεκτό της συζήτησης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο της 2-12-2024, για την οποία είχε προσδιοριστεί αρχικά προς συζήτηση η υπόθεση και κατά την οποία αναβλήθηκε αυτή (συζήτηση) για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, εφόσον όμως είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κληθεί για την αρχική δικάσιμο.
Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ