Legislator Case Law & Legislation
438/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property dispute ruling, rejecting fine due to lack of malicious intent.

Case Number 438/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a property dispute regarding rent and payments. The appellant argued for a fine under Article 205 of the Code of Civil Procedure, claiming the appeal was frivolous and part of a prolonged conflict. The court ruled that rejecting an appeal as substantively unfounded does not constitute the malicious intent required to impose a fine, thus denying the penalty.

Legislator headnote

AI generated

Articles 205, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: The imposition of a fine for malicious litigation requires direct intent; a mere finding that an appeal is substantively unfounded does not establish the necessary malice.

Keywords

AI generated
malicious litigation fine imposition direct intent substantive unfoundedness civil procedure code property dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 205 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 62, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 64, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 64, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 431/2023
Supreme Court Case 1211/2021
Supreme Court Case 489/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 438/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θρησκευτικού Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ι. Μ. Λ. Τ. Α. Β. Τ. Π. Τ. Κ. Ε. Θ., Θ. Ν. Π." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Βαχαρακίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος και είχε ακυρωθεί η υπ' αριθ. ... διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και η κάτω από αυτή από ... επιταγή προς εκτέλεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους, την απέρριψε και επικύρωσε την ως άνω διαταγή απόδοση της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και την κάτω από αυτή επιταγή προς εκτέλεση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ "Όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος...", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "Τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί...", κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Αν δεν υπάρχει διάταξη που ρυθμίζει τη δικαστική παράσταση των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3, τα πρόσωπα αυτά εκπροσωπούνται από όποιους τα αντιπροσωπεύουν στις συναλλακτικές τους σχέσεις".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι τα νομικά πρόσωπα, είναι καθ' εαυτά ικανά να είναι διάδικοι, δεν έχουν όμως βέβαια φυσική βούληση και γι' αυτό ανακύπτει η ανάγκη εκπροσώπησής τους από ορισμένο φυσικό πρόσωπο. Συγκεκριμένα, παρίστανται στη δίκη με αυτόν που κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους τα εκπροσωπεί (64 παρ. 2 εδ.

α' ΚΠολΔ), δηλαδή με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους και επικουρικά, κατ' άρθρο 64 παρ. 4 ΚΠολΔ, από αυτόν που τα αντιπροσωπεύει στις συναλλακτικές τους σχέσεις. Η ικανότητα δικαστικής παράστασης, ελεγχόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (73 ΚΠολΔ) οδηγεί σε απαράδεκτο της αγωγής ή σε ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης που επιχειρήθηκε χωρίς τη συνδρομή της, σύμφωνα με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 αριθ. 2 και 544 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 106/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 717/2018).

Ικανότητα διαδίκου είχε αναγνωρισθεί και στους ναούς και μονές της καθολικής εκκλησίας, μολονότι πριν το Ν. 4301/2014 δεν είχαν τηρήσει τις αναγκαίες για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας διατυπώσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο 13 του ΕισΝΑΚ (α.ν. 2783/ 1941) ορίζεται ότι: "Τα νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί νόμιμα κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα εξακολουθούν να υπάρχουν` σχετικά με την ικανότητα και τη διοίκηση ή λειτουργία τους εφαρμόζονται σ' αυτά οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα", στο δε άρθρο 33 του Ν. 2731/1999 (ΦΕΚ 138 Α) ορίζεται ότι: "Στα νομικά πρόσωπα που έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 13 ΕισΝΑΚ, συμπεριλαμβάνονται και τα προ της 23.2.1946 συσταθέντα ή λειτουργούντα καθιδρύματα της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα".

Περαιτέρω, με το Ν. 4301/2014 που, σύμφωνα με την Αιτιολογική του Έκθεση, θεσπίστηκε προκειμένου να οργανώσει ορθολογικότερα και, πάντως, με κριτήριο την ισότιμη μεταχείριση των διαφόρων εκκλησιών και θρησκευμάτων, το κάπως άναρχο τοπίο των μορφών νομικής προσωπικότητας που μέχρι την έκδοσή του είχαν περιενδυθεί οι πολυάριθμοι θρησκευτικοί οργανισμοί της χώρας, με μέσο, για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, την καθιέρωση ενός νέου τύπου νομικού προσώπου, τέτοιου που να σέβεται την ιδιαιτερότητα της φύσης και της αποστολής των θρησκευτικών φορέων, θεσμοθετείται ο νεοπαγής όρος "θρησκευτικό νομικό πρόσωπο", δηλαδή η ένωση προσώπων της ίδιας θρησκευτικής κοινότητας, που επιδιώκουν τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση και τη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μελών τους.

Για τη σύστασή του χρειάζονται τριακόσια (300) τουλάχιστον πρόσωπα, εκ των οποίων ένας τουλάχιστον πρέπει υποχρεωτικά να είναι ο οικείος θρησκευτικός λειτουργός ή ιερουργός ή "ποιμένας (άρθρο 2). Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, "1. Για την εγγραφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου στο βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη υπογεγραμμένη από όλους τους ιδρυτές - μέλη του με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, στην οποία περιλαμβάνεται απαραίτητα και ο θρησκευτικός λειτουργός της κοινότητας, πλήρες βιογραφικό σημείωμα του τελευταίου, από το οποίο θα προκύπτουν οι τυχόν θρησκευτικές σπουδές του, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του, με τις υπογραφές των μελών του και με ημεροχρονολογία....".

Κατά το άρθρο 4 του Ν. 4301/2014 "Ο κανονισμός για να είναι έγκυρος πρέπει να μην έρχεται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και πρέπει να καθορίζει: α) την επωνυμία, η οποία περιέχει οπωσδήποτε τη βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα ή την πιστή απόδοσή της με ελληνικούς χαρακτήρες και την ένδειξη "Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο", β) την έδρα, γ) την εσωτερική οργανωτική δομή του, δ) τα όργανα της διοίκησης, τους όρους ανάδειξης ή διορισμού και παύσης τους και τους κανόνες λειτουργίας τους, ε) τους όρους ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής των θρησκευτικών λειτουργών, στ) τον τρόπο της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης, ζ) τους όρους εισόδου, αποχώρησης και αποβολής των μελών του, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, η) τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει το ανώτατο συλλογικό όργανο, θ) τους πόρους του και την προέλευσή τους, ι) τις τυχόν σχέσεις, αλληλεξαρτήσεις, πνευματικούς και διοικητικούς δεσμούς με ημεδαπό εκκλησιαστικό πρόσωπο, καθώς και με θρησκευτικές κοινότητες ή οργανώσεις της αλλοδαπής, ια) τους όρους τροποποίησης του κανονισμού και ιβ) τους όρους για τη διάλυση του νομικού προσώπου.

Στον κανονισμό ορίζεται με σαφήνεια η θρησκεία, το δόγμα και η Ομολογία πίστεως, την οποία υπηρετεί το νομικό πρόσωπο, περιγράφονται οι διδασκαλίες και οι λατρευτικές εκδηλώσεις τους και αναφέρονται όλα τα ιερά κείμενα και οι κανόνες, οι οποίοι συγκροτούν το θρησκευτικό και οργανωτικό περιεχόμενό της και το δεσμεύουν.".

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου "Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει: α) να δημοσιευθεί στον τύπο η Ομολογία πίστεως και περίληψη του κανονισμού με τα ουσιώδη στοιχεία του και β) να εγγράφει το νομικό πρόσωπο στο βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων. Η εγγραφή αυτή είναι ημεροχρονολογημένη και περιλαμβάνει την επωνυμία και την έδρα του, την Ομολογία πίστεως, τη χρονολογία του κανονισμού, τα μέλη της διοικήσεως και τον θρησκευτικό λειτουργό, καθώς και τους όρους που περιορίζουν αυτούς.

Ο κανονισμός επικυρώνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου. Το θρησκευτικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο και η εγγραφή γίνεται αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ανωτέρω νόμου" 1.

Το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο διοικείται, σύμφωνα με τον κανονισμό του από τον θρησκευτικό λειτουργό του ή από πολυμελές όργανο στο οποίο αυτός μετέχει αναγκαστικά. Το όργανο ούτε συγκαλείται ούτε συνεδριάζει νομίμως εάν απουσιάζει ο θρησκευτικός λειτουργός. Σε περίπτωση που συντρέχει περίπτωση έκλειψης του θρησκευτικού λειτουργού, το όργανο διοίκησης συνεδριάζει και αποφασίζει νομίμως μέχρι την αντικατάσταση του εκλείποντος μέλους του, για θέματα που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία του νομικού προσώπου. 2.

Ο κανονισμός του θρησκευτικού νομικού προσώπου μπορεί να ορίζει ως ανώτατο όργανό του τη συνέλευση των μελών του, η οποία μπορεί να αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Η συνέλευση, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά, ιδίως εκλέγει τα πρόσωπα της διοίκησης, εγκρίνει τα οικονομικά και αποφασίζει για τη διάλυση του νομικού προσώπου.

Ο κανονισμός ρυθμίζει τουλάχιστον τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση και ελεύθερα κάθε άλλο ζήτημα, το οποίο αφορά στο όργανο αυτό, τις αρμοδιότητες και στο έργο του.". Εξαίρεση των ανωτέρω αυστηρών προϋποθέσεων αναγνώρισης νομικής προσωπικότητας ως προς όλα τα υπόλοιπα θρησκεύματα, εισάγει το εκτενέστατο άρθρο 13 με τίτλο "Αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, λοιπών υφιστάμενων Εκκλησιών και νομικών προσώπων τους", που έχει προδήλως προνομιακό χαρακτήρα, προβλέποντας μεταξύ άλλων ότι αναγνωρίζονται ως ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 3 και 12, έστω και αν δεν υφίστανται οι ελάχιστοι αριθμοί πιστών ή θρησκευτικών νομικών προσώπων που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου η "Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα", που εδρεύει στην Αθήνα και έχει ως ανώτατη αρχή την "Ιερά Σύνοδο της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.)" και ως θρησκευτικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οι ρητά αναφερόμενες στη συνέχεια του άρθρου 13 θρησκευτικές κοινότητες (Επισκοπές, Ενορίες, Μονές) που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την Καθολική Εκκλησία και των οποίων η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία διέπεται από το κανονικό δίκαιό της.

Ακολουθεί ένας ευρύς κατάλογος με 240 περίπου τέτοιες οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Καθολικής Εκκλησίας στη χώρα μας, που πλέον θεωρούνται ex lege ως ΝΠΙΔ, μεταξύ των οποίων και η εδρεύουσα στη ... "Ι. Μ. Λ. του Α. Β. του Π. της Κ. Ε. ... Θ. Ν. Π." του "Α. Β. ..." (άρθρο 13 παρ. 1 περ. Θ υποπερ. 3). Σύμφωνα με επόμενες διατάξεις του ίδιου άρθρου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 1 έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω Ν. 4301/2014 (7.10.2014), τα μνημονευόμενα νομικά πρόσωπα της Καθολικής Εκκλησίας οφείλουν να υποβάλουν, δια του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος, σχετική αίτηση με τα δικαιολογητικά των άρθρων 3 και 12 στο πρωτοδικείο της έδρας τους, καθώς και περιγραφή της εδαφικής αρμοδιότητας κάθε νομικού προσώπου, προκειμένου να εγγραφούν "αυτόματα" στο οικείο βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων.

Ωστόσο, συστατική πράξη και κανονισμός υπογεγραμμένος από τα μέλη των νομικών προσώπων υποβάλλονται, μόνον εφόσον υπάρχουν. Η εγγραφή γίνεται με πράξη του προϊσταμένου του δικαστηρίου. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, καμία δημόσια υπηρεσία δεν συναλλάσσεται με τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα εάν δεν έχουν εγγραφεί στο οικείο βιβλίο (άρθρο 13 παρ. 2).

Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 4301/2014 "1. Στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα νομικά πρόσωπα του παρόντος νόμου, η δικαστική απόφαση που έκανε δεκτή την αίτηση, η συστατική πράξη, η Ομολογία πίστεως και ο κανονισμός τους.

Επίσης, τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο των θρησκευτικών λειτουργών που τελούν ιερολογίες με αστικές συνέπειες είτε αυτοί ανήκουν σε θρησκευτική κοινότητα οργανωμένη καθ' οποιονδήποτε νομικό τύπο είτε ανήκουν σε κοινότητα χωρίς νομική προσωπικότητα. Η καταχώρηση του κάθε θρησκευτικού λειτουργού, με τα στοιχεία ταυτότητάς του και την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκει, γίνεται με επιμέλεια της τελευταίας, κατόπιν σχετικής αίτησης, όπου επισυνάπτεται βιογραφικό σημείωμα του λειτουργού και οι τίτλοι θρησκευτικών σπουδών που τυχόν διαθέτει.

Οι θρησκευτικές κοινότητες με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και οι θρησκευτικοί λειτουργοί τους υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμελλητί τις αλλαγές στα τηρούμενα στοιχεία, ώστε να ενημερώνονται άμεσα τα τηρούμενα μητρώα και ιδίως να διαγράφονται σε περίπτωση απώλειας της ιδιότητάς τους. 2. Το μητρώο θρησκευτικών λειτουργών συνιστά για τα κατά τόπον αρμόδια ληξιαρχεία και για τις πράξεις που εγγράφουν στα βιβλία τους, επίσημη πηγή πληροφόρησης της ιδιότητας του θρησκευτικού λειτουργού και είναι ελευθέρως προσβάσιμο από αυτά μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο άμεσος έλεγχος της συνδρομής της ιδιότητας αυτής στα πρόσωπα που συντάσσουν τη σχετική πράξη κατ' άρθρο 1367 ΑΚ".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 626 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, η παράγραφος 1 του οποίου εφαρμόζεται αναλόγως και για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου (άρθρο 639 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη, στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθού η αίτηση, περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα.

Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ' άρθρο 628 παρ. 1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΑΠ 1590/2022, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 914/2018).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/ 2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 343/2023, 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 238/ 2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 122/2019).

Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει αμέσως την απαίτηση και το ποσό αυτής, ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο, ελεγχόμενο με τον παρόντα λόγο (ΑΠ 1590/2022). Επίσης, μέσω του παραπάνω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 112/2023, ΑΠ 1..., ΑΠ 106/2022, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 118/ 2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1861/2022, ΑΠ 81/ 2020, ΑΠ 1197/2015, ΑΠ 1468/ 2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την ... ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.

Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί έφεσης κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019). Επομένως, κατά των ανωτέρω αποφάσεων δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, γιατί τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 215/2024, ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 1659/2017). Ούτε, άλλωστε, στους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται λόγος αναίρεσης αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που να επιτρέπει στον 'Αρειο Πάγο τον έλεγχο περί της εσφαλμένης ερμηνείας ή της κακής εφαρμογής των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1861/2022, ΑΠ 1365/2018, ΑΠ 1197/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 του Ν. 4301/2014, 79, 81, 84 του ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου θρησκευτικού νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ι.

Μ. Λ. του Α. Β. του Π. της Κ. Ε. ..." τόσο κατά την έκδοση σε βάρος του αναιρεσείοντος διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την ένδικη ανακοπή, όσο και κατά την άσκηση και εκδίκαση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της απόφασης που δέχθηκε την ανακοπή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και ακύρωσε την διαταγή αυτή, μολονότι το καθού η ανακοπή-εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε παρανόμως από τον A.

E. και όχι από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, Z. F. του E.. Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αφορά στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα των ως άνω διατάξεων: α) δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. ...

απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και β) δεν κήρυξε άκυρη την υπ' αριθ. ... διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και την κάτω απ' αυτή επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε να αποδώσει το περιγραφόμενο σ' αυτήν μίσθιο γραφείο και να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, μολονότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου θρησκευτικού νομικού προσώπου, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης αυτού, ήτοι εδράζεται στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι των αριθμών 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ στους οποίους αναφέρεται ο αναιρεσείων).

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων καθώς και κατ' αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως αποτελεί η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' απόφασης του Ειρηνοδικείου ....

Επί πλέον, ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η ανωτέρω αιτίαση περί έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου θρησκευτικού νομικού προσώπου, συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 του Ν. 4301/2014, 79, 81, 84 του ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ, έκρινε ότι συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της νομιμοποίησης του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου θρησκευτικού νομικού προσώπου τόσο κατά την έκδοση της επίδικης διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων όσο και κατά την άσκηση και εκδίκαση της έφεσης, δεχόμενο ότι α) το αναιρεσίβλητο, το οποίο ιδρύθηκε το έτος ...

και λειτουργεί έκτοτε με έδρα τη ..., αποτελεί νομικό πρόσωπο της Καθολικής Εκκλησίας και συγκεκριμένα ενορία του Α. Β. ..., το οποίο συνιστά θρησκευτική κοινότητα της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα, β) σε συμμόρφωση προς το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 4301/ 2014 υπέβαλε, στις ..., δια του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος, Επισκόπου Φ.

Π., την υπ' αριθ. εκθ. κατ. ... αίτησή του στο Πρωτοδικείο ..., με την οποία ζήτησε να εγγραφεί αυτόματα στο οικείο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων, γ) κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης νόμιμος εκπρόσωπος του ήταν ο ιερομόναχος J. F. Z. του E., δυνάμει του από ... διοριστήριου εγγράφου του Έπαρχου της Μοναστικής Επαρχίας ...

ιερομόναχου E. D., δ) με την υπ' αριθ. ... Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου ..., το αναιρεσίβλητο εγγράφηκε στο Ειδικό Δημόσιο Βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων την ... με αύξοντα αριθμό … και επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 4301/2014, καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων που τηρείται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ε) με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό μητρώο των θρησκευτικών λειτουργών που τελούν ιερολογίες με αστικές συνέπειες, που επίσης τηρείται στο ίδιο Υπουργείο, ο ηγούμενος A.

E. του A. ως θρησκευτικός λειτουργός της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα και ως νόμιμος εκπρόσωπος του, που έχει διοριστεί με το από ... διοριστήριο του Επαρχιακού Ηγούμενου ... C. M., για μία τριετία, στ) από την λήξη της νόμιμης εκπροσώπησης του αναιρεσίβλητου από τον ηγούμενο J. F. Z. του E. την ... και εντεύθεν ο ηγούμενος A.

E. του A. είναι το πρόσωπο, που εμφανίζεται ως νόμιμος εκπρόσωπός του αφενός στα στοιχεία μητρώου νομικού προσώπου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών συστημάτων και αφετέρου στην Α' ΔΟΥ ..., ζ) ο διορισμός του ηγούμενου A. E. του A. καθίσταται πλήρως ισχυρός και δεσμευτικός, εφόσον έγινε σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας και εν προκειμένω με το από ...

διοριστήριο του Επαρχιακού Ηγούμενου ... C. M. και θ) νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσίβλητου κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης για την έκδοση της επίμαχης διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, ήτοι την ..., καθώς και κατά την εκδίκαση της έφεσης ήταν ο ηγούμενος A. E. του A..

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι από την τελεσίδικη (ήδη αμετάκλητη) υπ' αριθ. 2821/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο επί προηγούμενης ανακοπής του για την ακύρωση της υπ' αριθ. ...

διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, η οποία (απόφαση) εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων και αφορά στην ίδια μισθωτική σχέση, δεν απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο, λόγω μη συνδρομής και των λοιπών απαιτούμενων προϋποθέσεων για την ύπαρξή του, καθόσον με αυτήν επιδιώκεται η ακύρωση άλλης διαταγής και όχι της επίδικης, ενώ αν ερμήνευε ορθά τις άνω διατάξεις και τις εφάρμοζε θα διαπίστωνε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές της ύπαρξης δεδικασμένου μεταξύ αμφοτέρων των ως άνω ανακοπών.

Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά, κατά το περιεχόμενό της και κατά την ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα των ως άνω διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ήτοι στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι των αριθμών 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ).

Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτό (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλει στο διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη του καθενός, χρηματική ποινή από χίλια [1000] ευρώ] έως δύο χιλιάδες πεντακόσια [2500] ευρώ, που περιέρχεται στο Δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο, αν προκύπτει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και γνώριζαν: 1] άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2] διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον αληθείας.

Με τη διάταξη αυτή η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης.

Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με τη μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 431/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 489/ 2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσίβλητο με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην παρούσα δίκη, ζήτησε να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος χρηματική ποινή, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι αυτός άσκησε προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, αφού επιδιώκει να το ταλαιπωρεί με χρόνια αντιδικία, προκειμένου να μην καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, καταθέτοντας σε βάρος του πλήθος δικογράφων που χαρακτηρίζονται από αοριστία, προχειρότητα και ένδεια νομικού λόγου.

Όμως, η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου, όπως στη προκειμένη περίπτωση, δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον δεν προέκυψε και δόλος του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε να δικαιολογείται επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος του, όπως επικαλείται το αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ