Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to lack of substantive grounds and procedural irrelevance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his land ownership claim. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the bad faith of the state's predecessors during a thirty-year period of occupation. The court rejected this appeal because the contested judgment's operative part was fully supported by its own reasoning, which addressed the critical issue of whether the appellant's occupation was disturbed by the state's declaration of ownership.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lack of reasoning in a judgment is inadmissible if the operative part is substantiated by the judgment's own reasoning, which addresses the essential facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 438 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 438/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Διονυσίου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 310/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 21-7-2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 310/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 4-6-2014 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο κυριότητα επί των περιγραφομένων εδαφικών εκτάσεων, την οποία απέκτησε με κατάληψη δικαιώματι πολέμου άλλως με τακτική και άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ζητούσε ν' αναγνωριστεί η κυριότητά του επ'αυτών (των εδαφικών εκτάσεων) και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ. 47/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου ότι ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητα επί των επιδίκων εκτάσεων με τα προσόντα της ειδικής τακτικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.
Το ενάγον άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 29-3-2018 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003: ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.
α' και β' του ίδιου νόμου (Α.Π.Ολ.11/2015). Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (Α.Π 2072/2022, ΑΠ 22/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α.Κ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.).
Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του Α.Κ. αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι μεταξύ άλλων και η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος (ΟλΑΠ 11/2015), επίσης η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη υπόψη, από τον ιδιώτη, της δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ727/2022, Α.Π 712/2020), η γνωστοποίηση της απόφασης επί της ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (Α.Π 807/2019).
Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον, κατά νόμο, αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π 770/2023,Α.Π 727/2022,ΑΠ 1813/2017). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999).
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.9/2016).
Τέλος, στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τυγχάνουν αλυσιτελείς και κατ' ακολουθία απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Α.Π324/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την σύμβαση (Συνθήκη) των Αθηνών της 1 ης/14ης Νοεμβρίου 1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) που κυρώθηκε με το Ν ΔΣ1Γ"4213 και μεταγενέστερα αποδόθηκε ως υπ' αριθμ 79 της /14/14/11-1913 (ΦΕΚ 229/14-11-1913) κυρίως κατά τα άρθρα 5 και 6 παρ. 2. 3 αυτής σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 4 εδ, β, 8, 9, 12,24, 30, 36, 49 εδ β, 61, 68, 71, 78, 79 και 97 του Οθωμανικού Νόμου " περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις προσαρτώμενες Νέες Χώρες καθώς και τα άρθρα 1 και 13 του νόμου "περί ταπίων" της 7ης Σαμπάν 1276 (1858), τις λοιπές περί δασών διατάξεις του νόμου 1 1ης Σεβάλ 1286 (1 868), τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ης Μουχαρέμ 1293 (1875) και της από 28 Σεφέρ 1304 (1856), εγκυκλίου του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, το Ελληνικό Δημόσιο διαδεχόμενο του Τουρκικό Δημόσιο με δήμευση που τελέστηκε με ειδικό τίτλο το δικαίωμα πολέμου απέκτησε την κυριότητα όλων των δημοσίων γαιών.
Τις γαίες αυτές νέμεται και κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο προστατευόμενο με τις ειδικές διατάξεις νόμων, ώστε να αποκλείεται παραγραφή των δικαιωμάτων αυτού καθώς και η χρησικτησία άλλου προσώπου σε δημόσιο κτήμα. Ειδικότερο τμήμα των ανωτέρω δημοσίων γαιών αποτελεί μία έκταση εμβαδού 259.663,36 τ.μ, η οποία βρίσκεται στην περιοχή Παλαιό Τσιφλίκι του Δήμου Καβάλας.
Με το από 26-4-1999 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής η ανωτέρω δημόσια έκταση παραδόθηκε από το Δασαρχείο Καβάλας στην Κτηματική Υπηρεσία Καβάλας. Η παράδοση και παραλαβή αυτή μεταξύ των συγκεκριμένων υπηρεσιών εκτελέστηκε, διότι η συγκεκριμένη έκταση με την υπ' αριθμ 48021/1972 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας (ΦΕΚ 320/1972), όπως αναθεωρήθηκε ως προς τους όρους δόμησης με το ΠΔ από 13-4-1982 (ΦΕΚ 228/1982) είχε ενταχθεί στο εγκεκριμένο σχέδιο του οικισμού Παλαιού Καβάλας και απέβαλε τον χαρακτήρα αυτής ως δασικής.
Η έκταση αυτή συνορεύει δυτικά με την οριογραμμή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και πέραν αυτής με τις δημόσιες δασικές εκτάσεις και όρια Ν Ηρακλείτσας, νότια με δημόσια δασική έκταση, αιγιαλίτιδα ζώνη και πέραν αυτών με θάλασσα, ανατολικά με ρέμα που διαχωρίζει τον οικισμό σε δυτικό και ανατολικό τμήμα και βόρεια με την οριογραμμή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και πέραν αυτής με δημόσιες δασικές εκτάσεις καθώς και με παραχωρημένες δασικές εκτάσεις.
Το έτος 1929 στην περιοχή του Παλαιού Καβάλας η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων εκτέλεσε την οριστική διανομή με την οποία παραχωρήθηκαν σε συγκεκριμένα πρόσωπα τμήματα δημόσιας έκτασης για να μετατραπούν αυτά σε γεωργικές καλλιέργειες, ενώ προηγουμένως είχαν καταγραφεί και περιλήφθηκαν στην διανομή όλες οι υφιστάμενες καλλιεργούμενες αγροτικές εκτάσεις.
Τα όρια των κληροτεμαχίων των διανομών αποτυπώθηκαν με συντεταγμένες σε ανεξάρτητο σύστημα και σχεδιάστηκαν τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα της Τοπογραφικής Υπηρεσίας. Σε σχέση με την διανομή αυτή όμως κατά το έτος 1996 η Τοπογραφική Υπηρεσία Καβάλας συνέταξε το νέο υφιστάμενο επίσημο τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1.5000 σε σύστημα ΗΑΤΤ.
Κατά την σύνταξη και κατάρτιση των σχετικών κτηματολογικών χαρτών η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων διαχώρισε τα εδαφικά τμήματα και χαρακτήρισε Δάση του Ελληνικού Δημοσίου τα τεμάχια του κτηματολογικού πίνακα διανομής με αριθμούς 1,20,31,40,46,94,106 και 120. Τα ως άνω χαρακτηριζόμενα τεμάχια παραδόθηκαν στην Δασική Υπηρεσία και τμήματα αυτών ακολούθως παραχωρήθηκαν σε φυσικά πρόσωπα για να μετατραπούν σε γεωργοδενδροκομικές καλλιέργειες, ενώ απαγορεύτηκε κάθε άλλη χρήση αυτών, όπως η ανοικοδόμηση.
Τα ακριβή όρια των τεμαχίων που παραχωρήθηκαν προσδιορίστηκαν στο έδαφος από την Δασική Υπηρεσία με συντεταγμένες. Σύμφωνα με το νεότερο διάγραμμα του έτους 1996 που διαμορφώθηκε από την Τοπογραφική Υπηρεσία Καβάλας το 27ο συνεργείο κτηματογράφησης της Δασικής Υπηρεσίας σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. …διαταγής του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης υποβοηθούμενο από τη Διεύθυνση Δασών μετέτρεψε τις συντεταγμένες των ορίων των κληροτεμαχίων σε σύστημα ΗΑΤΤ και οριοθέτησε με συντεταγμένες στο ίδιο σύστημα τα παραχωρητήρια που εκδόθηκαν.
Οι συντεταγμένες αυτές παραδόθηκαν στην Πολεοδομία καθώς και στο Δήμο Καβάλας. Από την καταγραφή και επεξεργασία όλων των ανωτέρω δεδομένων διαμορφώθηκε οριοθέτηση της ως άνω περιγραφόμενης δημόσιας εκτάσεως των 259.663,36 τμ που αποτυπώνεται στο θεωρημένο την 21-4-1 999 από τον Δασάρχη Καβάλας απόσπασμα χάρτη κλίμακας 1.5000 στο οποίο εμφανίζονται με ακρίβεια τα όρια των τεμαχίων τη οριστικής διανομής του έτους 1929 και διαχωρίζεται από αυτά το υπόλοιπο εδαφικό τμήμα, του οποίου κύριος είναι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο.
Στον χάρτη αυτόν καθώς και στο διάγραμμα του έτους 1996 της Τοπογραφικής Υπηρεσίας Καβάλας σε σχέση με την διανομή του έτους 1929 αποτυπώνεται το τεμάχιο υπ' αριθμ 77 [που αποτελεί μια έκταση εμφανιζόμενη σε σχήμα τριγώνου περιβαλλόμενη από την δημόσια έκταση. Το τεμάχιο υπ' αριθμ. 77 εμβαδού 1.000 τ.μ. με το χαρακτηρισμό αγρός κατά την διανομή του έτους 1929 παραχωρήθηκε στον Θ.
Θ. του Ι. για την αποκατάσταση αυτού, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. ….τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας. Κατά το έτη που ακολούθησαν της εγκατάστασης του Θ. Θ. του Ι. στο τεμάχιο αυτό, εκ μέρους του τελευταίου συντελέστηκε η κατάληψη και εκχέρσωση της δημόσιας δασικής έκτασης που περιέβαλλε το συγκεκριμένο ακίνητο.
Κατά τον τρόπο αυτό το αρχικό τριγωνικό σχήμα του τεμαχίου που εμφανίζεται στο διάγραμμα της διανομής του έτους 1929 μετατράπηκε σε τραπέζιο. Συγκεκριμένα καταλείφθηκαν και εκχερσώθηκαν παραπλεύρως του τεμαχίου 77 δύο τμήματα δημόσιας δασικής έκτασης από το οποία: α) το ένα είναι εμβαδού 106,22 τ.μ και εμφανίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Α στο από Ιουλίου 2013 πρωτόκολλο καταμέτρησης και εκτίμησης ακινήτου κλίμακας 1:500 που συντάχθηκε από την Μ.
Μ. τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας και συνορεύει ανατολικά με το υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …ιδιοκτησίας του εναγομένου, δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου και βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, β) το άλλο είναι εμβαδού 211,94 τ.μ και εμφανίζεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Ε-Α στο από Μαϊου 2014 πρωτόκολλο καταμέτρησης και εκτίμησης ακινήτου (ορθή επανάληψη) κλίμακας 1:500 που συντάχθηκε από την Μ.
Μ. τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας και συνορεύει ανατολικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …. ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, δυτικά με το υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ … ιδιοκτησίας του εναγομένου, βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου και νότια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …..ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Με κατάληψη και εκχέρσωση των ανωτέρω δημόσιων δασικών εκτάσεων έχει αποτυπωθεί σε ορθοφωτογραφία του έτους 1945, στην οποία διακρίνεται το τριγωνικό σχήμα του κληροτεμαχίου 77 της διανομής του Παλαιού του έτους 1929 που έχει εκχερσωθεί και καλλιεργείται. Επίσης εμφανίζεται η εκχερσωμένη επιφάνεια να υπερβαίνει το ένα στρέμμα που ορίζεται στον τίτλο του κληροτεμαχίου, διότι η εκχέρσωση επεκτάθηκε στα ανωτέρω δύο τμήματα συνολικού εμβαδού 318,16 τ.μ, ενώ η ίδια κατάσταση εμφανίζεται και στην ορθοφωτογραφία του έτους 1960.
Στην ορθοφωτογραφία του έτους 1998 και του έτους 2007 η ανωτέρω έκταση εμφανίζεται εκχερσωμένη ανατολικά, όπου φέρει χαμηλή ποώδη βλάστηση, ενώ στα δυτικά διακρίνεται η ύπαρξη σποραδικών θάμνων. Την 6-9-1946 απεβίωσε ο Θ. Θ. του Ι. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου 1/4 και 3/4 αντιστοίχως από την σύζυγο αυτού Α.
Β. και το τέκνο του Β. Θ. που αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ …./28-1-1975 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Παναγιώτη Λαζίδη, η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας. Το ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου της Α. Β. στο κληροτεμάχιο υπ' αριθμ. 77 μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς στην Ε.
Κ. με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας. Ακολούθησε η σύνταξη του υπ' αριθμ. 4... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καβάλας Βασιλείου Χειλά που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας με το οποίο οι συγκύριοι του το κληροτεμαχίου υπ' αριθμ 77 μεταβίβασαν αυτό λόγω πωλήσεως στον εναγόμενο.
Η Τοπογραφική Υπηρεσία κατά τα έτη 1962-1963 επιχείρησε να συντάξει ένα διάγραμμα αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης, στο οποίο οι ως άνω περιγραφόμενες δύο δημόσιες εκτάσεις που καταλείφθηκαν εμφανίζονται να αποτελούν τμήμα του κληροτεμαχίου που αποδόθηκε με τον αριθμό 49. Στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα το τεμάχιο αυτό προσδιορίζεται ως αγρός ο οποίος αναφέρεται ότι παραχωρήθηκε στον Θ.
Θ. του Ι. "εκ διανομής". Όμως η αποτύπωση αυτή δεν εκτελέστηκε με εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά τα όρια των τεμαχίων υποδείχθηκαν από τα πρόσωπα που δήλωναν ότι είναι οι κάτοχοι των οριοθετούμενων με τον τρόπο αυτό εκτάσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές αναμενόμενο είναι, ότι όπως αναφέρεται και στο υπ' αριθμ … έγγραφο του Τμήματος Τοπογραφίας Εποικισμού και Αναδασμού της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, οι ως άνω αποτυπώσεις δεν ελέγχθηκαν με εφαρμογή του Κανονισμού εκτέλεσης Τοπογραφικών, ούτε υποβλήθηκαν σε κύρωση, ώστε να έχουν ισχύ και να αποτελούν απόδειξή του περιεχομένου αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά οι ανωτέρω εργασίες παραμένουν ατελείς και δεν τεκμηριώνουν την ταυτότητα, την έκταση και το σχήμα του κληροτεμαχίου υπ' αριθμ 77 της διανομής του έτους 1929, ούτε κατά μείζονα λόγο αποδεικνύουν ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντας ήταν κύριοι των δύο ως άνω περιγραφομένων δημοσίων εκτάσεων.
Στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Μ. Β. που με επιμέλεια του ανωτέρω διαδίκου εξετάστηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο προσδιορισμός των ορίων του ακινήτου, του οποίου κύριος εμφανίζεται ο εναγόμενος επιχειρείται με την αναγωγή στην προαναφερόμενες ατελείς εργασίες των ετών 1962-1963 και στην αεροφωτογραφία του έτους 1945.
Όμως με τον τρόπο αυτό όπως ανωτέρω εκτέθηκε αποδεικνύεται ότι εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του εναγόμενου, έχει εκτελεστεί η κατάληψη και η εκχέρσωση της αντίστοιχης δημόσιας εδαφικής έκτασης, η οποία κατέχεται χωρίς όμως να τεκμηριώνεται επιπλέον ότι ο κάτοχος είναι και ο κύριος αυτής. Στην τεχνική έκθεση, αλλά και στην κατάθεση ως μάρτυρα του προσώπου που τη συνέταξε προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι το επίσημο διάγραμμα που συντάχθηκε κατά τη διανομή του έτους 1929 εμφανίζει σφάλμα μήκους 300 μ.
από το ένα άκρο της διανομής μέχρι το άλλο. Όμως αποδεικνύεται ότι η σχεδίαση του διαγράμματος αυτού επαναλήφθηκε το έτος 1996 από την Τοπογραφική Υπηρεσία, η οποία συνέταξε το υφιστάμενο τυπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1.5000 σε σύστημα ΗΑΤΤ, ώστε να οριοθετηθούν με ακρίβεια οι τίτλοι ιδιοκτησίας που είχαν παραχωρηθεί.
Διαμορφωμένο με τον τρόπο αυτό το ανωτέρω διάγραμμα αξιολογείται πλέον ως εφαρμόσιμο και αξιόπιστο, σύμφωνα και με την από 30-1-2014 έκθεση του Δ. Σ. δασολόγου προϊσταμένου του Τμήματος Δασικών χαρτογραφήσεων Ν Καβάλας. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αποδεικνύεται σε σχέση με το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο, ότι υφίστανται συγκεκριμένες ελλείψεις του διαγράμματος και των μετρήσεων της Τοπογραφικής Υπηρεσίας, οι οποίες αποδεικνύουν, ότι είναι ο κύριος της δημόσιας έκτασης που κατέχει.
Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, ότι οι παραπάνω δύο εκτάσεις εμβαδού 211,94 και 106,22 τ.μ αποτελούν δημόσια κτήματα, τα οποία βρίσκονται εκτός των ορίων του κληροτεμαχίου υπ' αριθμ. 77 της διανομής του έτους 1929. Εκ μέρους του ενάγοντος πριν από την 19-03-2003 υποβλήθηκε δήλωση ιδιοκτησίας ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής του κτηματολογίου σε σχέση με τα δύο ανωτέρω δημόσια κτήματα, ώστε να καταχωρισθούν αυτά ως εδαφικές εκτάσεις κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.
Η απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής δέχθηκε τη βασιμότητα της ανωτέρω δήλωσης. Κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους του εναγόμενου ασκήθηκε η από 10-2-2003 ένσταση την οποία δέχθηκε η Δευτεροβάθμια Επιτροπή. Κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω δύο εδαφικά τμήματα στα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ …εμφανίζονται να αποτελούν μέρη ενός ακινήτου, σε σχέση με το οποίο ο εναγόμενος καταχωρίστηκε κύριος.
Όμως η επικαλούμενη εκ μέρους του εναγομένου κυριότητα δεν τεκμηριώνεται υφιστάμενη με παράγωγο τρόπο αφού οι δικαιοπάροχοί του δεν ήταν οι κύριοι των προαναφερομένων δύο εδαφικών τμημάτων. Επιπλέον όμως δεν συντρέχουν οι όροι, ώστε να θεωρηθεί ότι η κυριότητα του ενάγοντα στις συγκεκριμένες εδαφικές εκτάσεις καταλύθηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος με πρωτότυπο τρόπο έγινε κύριος αυτών λόγω χρησικτησίας υπό τους όρους του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3127/2003.
Όπως στο σχετικό τμήμα της προηγούμενης νομικής σκέψης αναπτύχθηκε η ανωτέρω δήλωση ιδιοκτησίας έχει το χαρακτήρα διατάραξης της νομής, την οποία ασκούσε ο εναγόμενος στα δύο επιμέρους εδαφικά τμήματα του δημοσίου, στα οποία επεκτάθηκαν τα όρια του ακινήτου που του μεταβιβάστηκε. Η διατάραξη αυτή συντελέστηκε σε χρονικό σημείο προηγούμενο της 19-03-2003 και εντός των μηνών που προηγήθηκαν της έναρξης ισχύος του Ν. 31 27/2003.
Υπό τους όρους όμως αυτούς δεν αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων άσκησε τη νομή των δύο δημοσίων κτημάτων χωρίς διατάραξη, κατά το τελευταίο διάστημα των δέκα ή των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3127/2003. Εκτός αυτού όμως αποδεικνύεται ότι οι δικαιοπάροχοί του εναγόμενου βρισκόταν σε κακή πίστη κατά τον χρόνο έναρξης της άσκησης της νομής στην δημόσια δασική έκταση που περιβάλλει το ακίνητο υπ' αριθμ, 77 τη διανομή του έτους 1929, η οποία καταλήφθηκε και εκχερσώθηκε από τον Θ.
Θ. του Ι. και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε από τους διαδόχους του. Επιπλέον όμως και ο ίδιος ο εναγόμενος από βαρεία αμέλεια αυτού κατά το χρόνο που θα μεταβιβαζόταν στον ίδιο το συγκεκριμένο ακίνητο δεν επιμελήθηκε, ώστε να ερευνηθούν με αναγωγή στο διάγραμμα της διανομής το σχήμα, η έκταση και τα όρια της αντίστοιχης εδαφικής έκτασης.
Η έρευνα αυτή επιβαλλόταν να επιχειρηθεί εκ μέρους του εναγόμενου, δεδομένου ότι, ενώ το τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Α., το οποίο συνοδεύει το υπ' αριθμ 4... συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Καβάλας Βασιλείου Χειλά το ακίνητο που μεταβιβάζεται εμφανίζεται σε σχήμα τραπέζιου, αυτό που αποτυπώνεται στο διάγραμμα της διανομής του έτους 1929, έχει τριγωνικό σχήμα.
Εκτός αυτού έρεισμα, ώστε να επιχειρηθεί η ειδικότερη διερεύνηση των ορίων, του σχήματος και της έκτασης του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο παρεχόταν στον τελευταίο και λόγω των αποκλίσεων που εμφανίζονται στην περιγραφή των συνόρων του ως άνω εδαφικού τμήματος, αφού στην υπ' αριθμ. …. δήλωση αποδοχής κληρονομιάς καθώς και στο υπ' αριθμ ….συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Καβάλας Παναγιώτη Λοζίδη εκτίθεται ότι συνορεύει γύρωθεν με δημόσια δασική έκταση, ενώ το υπ' αριθμ.
…συμβόλαιο πώλησης αναφέρει, ότι συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια και ανατολικά με δημόσια έκταση κατεχόμενη από τον Θ. Θ. και δυτικά με δημόσια έκταση. Συνακόλουθα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που κατ' ένσταση προβλήθηκε από τον εναγόμενο, σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος λόγω τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας είναι ο κύριος των δύο επίδικων δημοσίων εκτάσεων.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι το ενάγον είναι ο κύριος των δύο εδαφικών εκτάσεων που περιγράφονται παραπάνω και ότι είναι εσφαλμένη η κτηματολογική έγγραφή που καταχωρίστηκε σε σχέση με τα ακίνητα αυτά. Συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ως αβάσιμη την αγωγή από ουσιαστική άποψη εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3127/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις κατά τους βασίμως προβαλλόμενους σχετικούς λόγους της εφέσεως.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 47/2018 οριστική απόφαση και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων. Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο πρέπει να ερευνηθεί η υπ' αριθμ 164/2014 αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος;
σε σχέση: α) με ένα γεωτεμάχιο εμβαδού 106,22 τ.μ που βρίσκεται στον οικισμό Παλαιό Τσιφλίκι του Δήμου Καβάλας εμφανιζόμενο με στοιχεία Α-Β-Γ-Α στο από Ιουλίου 2013 πρωτόκολλο καταμέτρησης και εκτίμησης ακινήτου κλίμακας 1:500 που συντάχθηκε από την Μ. Μ. τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας και συνορεύει ανατολικά με το υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του εναγομένου, δυτικά με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου και βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, β) με ένα γεωτεμάχιο εμβαδού 211,94 τ.μ που βρίσκεται στον οικισμό Παλαιό Τσιφλίκι του Δήμου Καβάλας και εμφανίζεται με στοιχεία Α-Β-Ε-Δ-Ε-Α στο από Μαϊου 2014 πρωτόκολλο καταμέτρησης και εκτίμησης ακινήτου (ορθή επανάληψη) κλίμακας 1:500 που συντάχθηκε από την Μ.
Μ. τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Καβάλας και συνορεύει ανατολικά με γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, δυτικά με το υπόλοιπο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του εναγομένου, βόρεια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου και νότια με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ….ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Επίσης πρέπει να διορθωθεί αναλόγως για τα παραπάνω γεωτεμάχια η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή του Κτηματολογικού Γραφείου Καβάλας, ώστε τα ακίνητα αυτά να μην εμφανίζονται ως τμήματα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ…, σε σχέση με το οποίο ο εναγόμενος καταχωρίστηκε κύριος σε ποσοστό 100% με αιτία κτήσης πώληση με το υπ' αριθμ …συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καβάλας Βασιλείου Χειλά που έχει νομίμως μεταγραφεί στο τομο ..
με αύξοντα αριθμό .. των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καβάλας αλλά να καταχωριστεί ως κύριος αυτών το ενάγον σε ποσοστό 100% με αιτία κτήσης την κατάληψη και προσάρτηση με δικαίωμα πολέμου". Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα εκ μέρους του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου έφεση, εξαφάνισε την 47/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της 4-6-2014 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου την οποία δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ειδικότερα δε, δέχθηκε ότι με την κυρωθείσα με το Ν. ΔΣΙΓ της 14/14 Νοεμβρίου, Συνθήκη των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, περιήλθαν οι δημόσιες γαίες των νέων χωρών του Οθωμανικού Κράτους μετά την προσάρτησή τους στην Ελληνική Επικράτεια, στο Ελληνικό Δημόσιο. Ότι τμήμα των ανωτέρω δημοσίων γαιών αποτελούσε και η έκταση εμβαδού 259.663,36 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην περιοχή Παλαιό Τσιφλίκι του Δήμου Καβάλας.
Ότι η δημόσια αυτή έκταση, με το από 26-4-1999 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής παραδόθηκε από το Δασαρχείο Καβάλας στην Κτηματική Υπηρεσία Καβάλας. Η παράδοση και παραλαβή αυτή μεταξύ των συγκεκριμένων υπηρεσιών εκτελέστηκε, διότι η συγκεκριμένη έκταση με την υπ' αριθμ 48021/1972 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας (ΦΕΚ 320/1972), όπως αναθεωρήθηκε ως προς τους όρους δόμησης με το ΠΔ από 13-4-1982 (ΦΕΚ 228/1982) είχε ενταχθεί στο εγκεκριμένο σχέδιο του οικισμού Παλαιού Καβάλας και απέβαλε τον χαρακτήρα αυτής ως δασικής.
Ότι, το έτος 1929 στην περιοχή του Παλαιού Καβάλας, η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, εκτέλεσε την οριστική διανομή με την οποία παραχωρήθηκαν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, τμήματα δημόσιας έκτασης για να μετατραπούν αυτά σε γεωργικές καλλιέργειες, ενώ προηγουμένως είχαν καταγραφεί και περιλήφθηκαν στην διανομή όλες οι υφιστάμενες καλλιεργούμενες αγροτικές εκτάσεις.
Ότι η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων διαχώρισε τα εδαφικά τμήματα και χαρακτήρισε Δάση του Ελληνικού Δημοσίου τα προσδιοριζόμενα στον Πίνακα Διανομής τεμάχια τα οποία παραδόθηκαν στην Δασική Υπηρεσία και των οποίων κύριος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο. Ότι το τεμάχιο υπ' αριθμ. 77 εμβαδού 1.000 τ.μ με το χαρακτηρισμό αγρός κατά την προαναφερθείσα ανωτέρω διανομή του έτους 1929 παραχωρήθηκε στον Θ.
Θ. του Ι., απώτερο δικαιοπάροχο του εναγομένου, για την αποκατάσταση αυτού, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ο αναφερόμενος τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας. Ότι κατά τα έτη που ακολούθησαν συντελέστηκε εκ μέρους του Θ.
Θ., η κατάληψη και εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης που περιέβαλλε το πιο πάνω ακίνητο και συγκεκριμένα εκχερσώθηκαν και καταλείφθηκαν τα παραπλεύρως του τεμαχίου 77 δύο τμήματα δημόσιας δασικής έκτασης και ειδικότερα τα επίδικα εδαφικά τμήματα, εμβαδού 106,22 τ.μ. και 211,94 τ.μ. αντίστοιχα. Ότι, μετά τον θάνατο το έτος 1946 του Θ.
Θ. του Ι., αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου 1/4 και 3/4 αντιστοίχως από την σύζυγο αυτού Α. Β. και το τέκνο του Β. Θ. που αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας που νόμιμα μεταγράφηκε. Το ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου της Α. Β. στο κληροτεμάχιο υπ' αριθμ 77 μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς στην Ε.
Κ. με το νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο. Ότι το έτος 1979 με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νομίμως οι ως άνω συγκύριοι του κληροτεμαχίου υπ' αριθμ (Β. Θ. και Ε. Κ.), μεταβίβασαν αυτό λόγω πωλήσεως στον εναγόμενο. Ότι οι παραπάνω δύο εκτάσεις εμβαδού 211,94 και 106,22 τ.μ που μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα αποτελούν δημόσια κτήματα, τα οποία βρίσκονται εκτός των ορίων του κληροτεμαχίου υπ' αριθμ 77 της διανομής του έτους 1929.
Ότι εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου πριν από την 19-03-2003 υποβλήθηκε δήλωση ιδιοκτησίας ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής του κτηματολογίου σε σχέση με τα δύο ανωτέρω δημόσια κτήματα, ώστε να καταχωρισθούν αυτά ως εδαφικές εκτάσεις κυριότητας του (Ελληνικού Δημοσίου). Ότι, η απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής δέχθηκε τη βασιμότητα της ανωτέρω δήλωσης.
Κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους του εναγόμενου ασκήθηκε η από 10-2-2003 ένσταση την οποία δέχθηκε η Δευτεροβάθμια Επιτροπή. Κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω δύο εδαφικά τμήματα στα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ …. εμφανίζονται να αποτελούν μέρη ενός ακινήτου, σε σχέση με το οποίο ο εναγόμενος καταχωρίστηκε κύριος.
Ότι η επικαλούμενη εκ μέρους του εναγομένου κυριότητα δεν τεκμηριώνεται υφιστάμενη με παραγωγό τρόπο αφού οι δικαιοπάροχοί του δεν ήταν οι κύριοι των προαναφερομένων δύο εδαφικών τμημάτων. Ότι, ο εναγόμενος δεν άσκησε τη νομή των δύο επιδίκων δημοσίων εκτάσεων, χωρίς διατάραξη, κατά το τελευταίο διάστημα των δέκα ή των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3127/2003 και συνεπώς δεν συντρέχουν οι όροι, του άρθρου 4 παρ.
I του ως άνω νόμου, ώστε να θεωρηθεί ότι η κυριότητα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, στις συγκεκριμένες εδαφικές εκτάσεις καταλύθηκε από τον εναγόμενο, λόγω της ειδικής χρησικτησίας του νόμου αυτού. Τούτο δε, διότι η προαναφερόμενη δήλωση ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Κτηματολογίου, είχε το χαρακτήρα διατάραξης της νομής, που ασκούσε ο εναγόμενος στα δύο επιμέρους εδαφικά τμήματα (του Δημοσίου), της οποίας ο τελευταίος έλαβε γνώση, σε χρονικό σημείο, που προηγήθηκε της έναρξης ισχύος του Ν 3127/2003, δεδομένου ότι στις 10-2-2003, άσκησε ένσταση ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Κτηματολογίου.
Ότι, εκτός των όσων προαναφέρονται οι δικαιοπάροχοί του εναγόμενου βρισκόταν σε κακή πίστη κατά τον χρόνο έναρξης της άσκησης της νομής στην δημόσια δασική έκταση που περιέβαλε το ακίνητο υπ' αριθμ. 77 της διανομής του έτους 1929, η οποία καταλήφθηκε και εκχερσώθηκε από τον Θ. Θ. του Ι. και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε από τους διαδόχους του.
Και ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων από βαρεία αμέλεια αυτού κατά το χρόνο της μεταβίβασης των επιδίκων στον ίδιο δεν επιμελήθηκε, ώστε να ερευνηθούν με αναγωγή στο διάγραμμα της διανομής το σχήμα, η έκταση και τα όρια αυτών.
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση αυτού ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών ως προς τα κρίσιμα στοιχεία της κακής πίστεως των δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι ευρίσκοντο στη νομή των επιδίκων από το 1946 μέχρι το 1979, επί χρονικό δηλαδή διάστημα πέραν των τριάντα ετών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής. Τούτο δε, διότι, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζει αυτοτελώς η αιτιολογία της, η οποία δεν πλήττεται με σχετικό λόγο αναίρεσης, ότι η νομή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος των ως άνω δημοσίων εδαφικών εκτάσεων διαταράχθηκε εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την υποβολή εκ μέρους του τελευταίου, στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο δήλωσης ιδιοκτησίας, της οποίας έλαβε γνώση ο εναγόμενος, δεδομένου ότι υπέβαλε την σχετική ένσταση κατ' αυτής πριν τις 19-3-2003 ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 3127/2003, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος άσκησε νομή επί των δύο επιδίκων δημοσίων εδαφικών εκτάσεων χωρίς διατάραξη κατά το τελευταίο διάστημα των δέκα ή τριάντα ετών αντίστοιχα μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 3127/2003, προϋπόθεση απαραίτητη σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται για την κτήση κυριότητας επί των δημοσίων κτημάτων, (όπως οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις) με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003.
Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.7.2020 αίτηση του Γ. Μ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 310/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ