Supreme Court partially allows appeal against labor court decision regarding wage arrears and equality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Labor Court of First Instance's decision. The lower court had dismissed the claim for wage arrears based on the company's dissolution, but the Supreme Court found this reasoning flawed regarding the constitutional principle of equality. Consequently, the court set aside the lower court's acceptance of the claim while rejecting it on the specific equality basis, ordering the defendants to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 72 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court held that a labor court's dismissal of a claim for wage arrears due to a company's dissolution violates the constitutional principle of equality if it fails to consider the specific circumstances of the employees' inability to work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 438 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 438/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 19) ... κατοίκου Ρεθύμνου Κρήτης. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 7ος, 9ος, 16η, 17ος, 18ος και 19ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11/10/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Η 8η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι 4η, 5η, 6η, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14η και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις κοινές με την με αριθμό πινακίου 9 υπόθεση της ίδιας δικασίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6069/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 18/2/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.02.2020 και με αριθμό κατάθεσης 1883/189/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6069/4.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά της εκδοθείσας με την ίδια διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη τη 16.10.2015 (με αριθμό κατάθεσης 6324/27.10.2015) έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/21.3.2011 αγωγή των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων κατά της πρώτης εναγομένης -πρώτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας και κατά των δεύτερου εναγομένου -δεύτερου εφεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ΟΠΕΚΕΠΕ" και τρίτου εναγομένου -τρίτου εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκων σε αυτήν την αναιρετική δίκη).
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένου -τρίτου εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, που στηριζόταν στην ακυρότητα των εκ μέρους της πρώτης εναγομένης -πρώτης εφεσίβλητης -αναιρεσείουσας από 30.12.2010 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων λόγω παραβίασης των διατάξεων του ν. 1387/1983 και των Οδηγιών 75/129/ΕΟΚ και 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί ομαδικών απολύσεων και δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη τη με αρίθμηση (4) βάση της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες-εκκαλούντες -αναιρεσίβλητοι επικαλούντο ότι οι από 30.12.2010 καταγγελίες των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας τους, τις οποίες την 1.9.2009 είχαν συνάψει με την πρώτη εναγομένη -πρώτη εφεσίβλητη -αναιρεσείουσα, ήταν άκυρες, καθόσον έγιναν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3895/2010, που είναι αντισυνταγματικές ως αντιβαίνουσες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές:
α) αναγνώρισε την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης -αναιρεσείουσας ακυρότητα της από 30.12.2010 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων, β) αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης -πρώτης εφεσίβλητης -αναιρεσείουσας και του (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) δεύτερου εναγομένου-δεύτερου εφεσίβλητου "ΟΠΕΚΕ" (ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης -αναιρεσείουσας) να καταβάλουν εις ολόκληρον σε κάθε ενάγοντα -εκκαλούντα -αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.816 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας που αφορούν στη χρονική περίοδο από 30.12.2010 μέχρι 30.1.2013, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός κατέστη απαιτητός και γ) υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο -δεύτερο εφεσίβλητο "ΟΠΕΚΕ" να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων- εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων με απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για κάθε ενάγοντα και για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του ΟΠΕΚΕ στην ως άνω διάταξή του.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 21.02.2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (εντός τριάντα ημερών), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 24.1.2020, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Α. Χ. Γ., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του αντιγράφου της 6069/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Η αίτηση, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
1. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, και δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015 ΑΠ 214/2017).
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 3/2013, ΟλΑΠ 19/2004). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που χρησιμοποιεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα έναντι αμοιβής πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται από πλευράς παροχών ομοιόμορφα, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ορισμένων έναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατ'αντικειμενική κρίση, λόγο (ΟλΑΠ 7/1996, ΟλΑΠ 7/1993, ΟλΑΠ 348/1985, ΑΠ 214/2017). 2.
Με το ν. 2637/1998 ( ΦΕΚ Α 200) και το κεφάλαιο Ε' με τίτλο "... ΑΕ'' " ορίζεται στο άρθρο 46 , όπως οι παρ. 1 και 3 αυτού τροποποιήθηκαν με τις παρ. 23 και 24 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 ( ΦΕΚ Α 223), ότι: "1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για την αξιοποίηση της αγροτικής γης, με την επωνυμία "... ΑΕ" [...]. . 2..... 3.
Η εταιρία εδρεύει στην Αθήνα, λειτουργεί χάρη του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στον παρόντα νόμο. Η εταιρία δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σε αυτήν οι διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους.
Η διάρκεια της εταιρίας είναι πενήντα έτη και μπορεί να παραταθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. 4. Ο Υπουργός Γεωργίας ασκεί στην εταιρία την εποπτεία και τον έλεγχο που έχει σύμφωνα με το νόμο για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Η εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης στην εταιρία διατηρείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις".
Στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 47 του ίδιου νόμου, το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο "Σκοπός, πόροι", ορίζεται ότι: "1.Σκοπός της εταιρίας είναι η συμβολή της στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας και στην ανάπτυξη της υπαίθρου, κυρίως μέσω της αναδιάρθρωσης και της βελτίωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και της καλύτερης δυνατής αξιοποίησης της αγροτικής γης. 2.
Ειδικότερα η Εταιρία επιδιώκει: α) Την αποτελεσματικότερη λειτουργία της αγοράς της αγροτικής γης, κυρίως με τη βελτίωση των διαδικασιών και των προϋποθέσεων αξιοποίησης των αγροτικών εκτάσεων. β) Τη διατήρηση ή δημιουργία βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη βελτίωση της απόδοσής τους με την αύξηση της έκτασης και τη συγκέντρωσή τους, την ανάληψη κατάλληλων επενδυτικών πρωτοβουλιών, την εισαγωγή σύγχρονης τεχνολογίας και σύγχρονων πρακτικών διαχείρισης, καθώς και τη διάχυση των αναγκαίων πληροφοριών, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ο καλύτερος συνδυασμός εγγείου, ανθρώπινου, υλικού και άυλου κεφαλαίου.
γ) Την υποστήριξη και διευκόλυνση της εγκατάστασης νέων αγροτών σε αγροτικές εκτάσεις και γενικότερα τη διατήρηση των αγροτών στην ύπαιθρο", στη δε παρ, 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου, στην οποία προστέθηκε περίπτωση θ' και η περίπτωση θ' αναριθμήθηκε σε ι' με το άρθρο 16 παρ 1 του ν. 3790/2009 ( ΦΕΚ Α 143) ορίζεται ότι: "Για την εξυπηρέτηση του σκοπού και των στόχων της η εταιρία διενεργεί κάθε είδους δραστηριότητες, στις οποίες περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, οι ακόλουθες:
α) Η συγκέντρωση, τήρηση και μέριμνα παροχής πληροφοριών σχετικά με τις προσφερόμενες για μίσθωση, πώληση, ανταλλαγή, μεταφορά, ομαδοποίηση, ανάπτυξη, διαχείριση ή άλλης μορφής αξιοποίηση αγροτικών εκτάσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε όλη τη χώρα. β) Η μέριμνα για την αξιολόγηση και αποτίμηση της αγοραίας αξίας των διαθέσιμων για μίσθωση, πώληση ή ανταλλαγή αγροτικών εκμεταλλεύσεων, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερη ενημέρωση των ενδιαφερόμενων αγροτών.
γ) Η αγορά ή διαχείριση αγροτικών εκτάσεων οι οποίες, μετά την εκτέλεση των κατά την κρίση της εταιρίας αναγκαίων βελτιώσεων, θα πωλούνται, θα εκμισθώνονται ή θα μεταβιβάζονται κατά τις διατάξεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης σε ενδιαφερόμενους, που έχουν τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησής τους. δ) Η ανάληψη με συμβάσεις που συνάπτει με το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλους φορείς, Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ν.Π.Ι.Δ. ή φυσικά πρόσωπα, της διαχείρισης καλλιεργήσιμων εκτάσεων ή εγκαταλελειμμένων εκτάσεων ή εκτάσεων που τίθενται προσωρινά ή μόνιμα εκτός καλλιέργειας ως αποτέλεσμα εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων. ε) Η διαχείριση σύμφωνα με τους στόχους της εταιρίας, κοινόχρηστων, διαθέσιμων ή άλλων εκτάσεων και ακινήτων του Δημοσίου που παραχωρούνται στην εταιρεία.
στ) Η παροχή γνωμοδοτήσεων και συμβουλών προς τους ενδιαφερόμενους αγρότες για την εγκατάστασή τους σε νέες αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών που θα συμβάλλουν στη βελτίωση της απόδοσης των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων και με την αξιοποίηση εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων.
ζ) Η εκπόνηση κάθε είδους μελετών στα πλαίσια του σκοπού και των στόχων της εταιρίας και η υποβολή προτάσεων προς τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου για την προώθηση των στόχων αυτών και ιδιαίτερα τη βελτίωση των εγγείων διαρθρώσεων των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. η) Η ανταλλαγή ιδιωτικών δασικών εκτάσεων με άλλες αγροτικές εκτάσεις [....].
θ) Η χαρτογράφηση των εποικιστικών εκτάσεων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η δημιουργία του χαρτογραφικού υποβάθρου της χώρας, η παρακολούθηση και η συνεχής επικαιροποίησή του. ι') Η διενέργεια οποιασδήποτε άλλης εργασίας ή δραστηριότητας που σχετίζεται με τους ευρύτερους σκοπούς της εταιρείας".
Στην παρ 6 του άρθρου 47 του νόμου 2637/1998, μετά τη συμπλήρωσή της με την παρ 2 του άρθρου 16 του ν. 3790/2009, ορίζεται ότι: "Πόροι της εταιρίας είναι: Επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, έσοδα από τη συμμετοχή σε εθνικά και κοινοτικά προγράμματα, έσοδα από την πώληση και γενικότερα από τη διαχείριση αγροτικών εκτάσεων, πρόσοδοι από την περιουσία της, έσοδα από την εκποίηση εκτάσεων που παραχωρούνται στην εταιρία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, έσοδα από την παροχή υπηρεσιών και την εκτέλεση εργασιών, έσοδα από τη σύναψη δανείων και από τους τόκους των κάθε είδους κεφαλαίων της και από κάθε είδους επιχορηγήσεις, εισφορές, δωρεές, κληροδοτήματα, κληρονομίες και κληροδοσίες.
Ειδικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων της περίπτωσης θ` της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η προκαλούμενη δαπάνη και μέχρι του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) ευρώ, καλύπτεται με επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, με ισόποση μείωση των πιστώσεων των αντίστοιχων προγραμμάτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το δε ακριβές ύψος της επιχορήγησης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων".
Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 48 του ίδιου νόμου 2637/1998 , όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ 26 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 ( ΦΕΚ Α 223), ορίζεται ότι: "Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο. Μετοχές που αντιπροσωπεύουν ποσοστό μέχρι σαράντα εννέα τοις εκατό του μετοχικού κεφαλαίου, μπορεί να μεταβιβάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο σε συνεταιριστικές οργανώσεις, ομάδες παραγωγών, διεπαγγελματικές οργανώσεις, φορείς της τοπικής και νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατόπιν καταβολής εξ ολοκλήρου της αξίας των μετοχών.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η συμμετοχή του Δημοσίου επί του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό των μετοχών με δικαίωμα ψήφου". Σύμφωνα δε με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του υπό τον τίτλο "Όργανα διοίκησης" άρθρου 53 του νόμου αυτού (ν. 2637/1998), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 37 του άρθρου 20 του ν. 3399/2005 (ΦΕΚ Α 255) και η παρ. 3 με την παρ. 22 του άρθρου 4 του ν. 2732/1999 ( ΦΕΚ Α 154): "1.
Όργανα διοίκησης της εταιρίας είναι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) και ο Διευθύνων Σύμβουλος. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επταμελές και εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας για θητεία από ένα μέχρι δύο έτη. 3. Ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλος ορίζονται από τον Υπουργό Γεωργίας, ο οποίος μπορεί να ορίζει και δημοσίους εν ενεργεία υπαλλήλους".
Επιπρόσθετα, στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρο 56 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: " 4.Για την εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 8, 12, 13, 15 και 17 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994. Οι κανονισμοί της παραγράφου 8 και η απόφαση της παραγράφου 13 του ίδιου άρθρου εκδίδονται από τον Υπουργό Γεωργίας. 5. Για την εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 2598/1998 (ΦΕΚ Α 66), όπου ως δημόσιος τομέας νοείται ο οριζόμενος κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 1 του ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2527/1997".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραγράφους 13, 15 και 17 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 "Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων και άλλες διατάξεις" (που κατά την προαναφερθείσα παράγραφο 4 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 εφαρμόζονται στην "... ΑΕ"): "13. Με απόφαση των υπουργών που ασκούν την εποπτεία στις εταιρείες καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός των προσώπων που μπορεί να προσληφθούν για κάθε έργο, καθώς και η νομική μορφή της απασχόλησής τους.[...]. 15.
Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρείες αυτές. [...] 17. Οι εταιρείες απαλλάσσονται από κάθε δημόσιο, κοινοτικό, λιμενικό ή δικαστικό τέλος ή άλλο φόρο, άμεσο ή έμμεσο, εισφορά υπέρ τρίτου, δικαίωμα και κράτηση και συμπαρομαρτούντες φόρους και τέλη, εκτός του ΦΠΑ και της κράτησης που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 34 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α 137).
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 15 του ν. 2598/1998 "Οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004" (το οποίο κατά το προεκτεθέν άρθρο 56 παρ. 5 του ν. 2637/1998 εφαρμόζεται στην "... ΑΕ"), με κοινή απόφαση των αρμόδιων κατά περίπτωση Υπουργών, επιτρέπεται η απόσπαση στην "... ΑΕ" ύστερα από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου της, προσωπικού που απασχολείται με οποιαδήποτε σχέση σε υπηρεσίες και φορείς του κατ' άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ Α 65) δημόσιου τομέα, στον οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 περ.
η του ν. 2190/1994 ανήκουν και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους". Ακολούθως, ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με την από 4.8.2009 απόφασή του ενέκρινε την πρόσληψη από την "...
ΑΕ" (δηλαδή την αναιρεσείουσα) προσωπικού διαφόρων ειδικοτήτων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με τον όρο ότι ο αριθμός του δεν μπορεί να υπερβεί τους διακόσιους εβδομήντα (270). Κατά τα αναφερόμενα στο προοίμιο της ως άνω υπουργικής απόφασης για την έκδοσή της λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα χρηματικά διαθέσιμα της εταιρείας, η επείγουσα ανάγκη "δημιουργίας συνεργασιών" με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με τον οποίο αυτή είχε υπογράψει προγραμματική σύμβαση, η υποβοήθηση της διαδικασίας συλλογής των δηλώσεων της "Ενιαίας Αίτησης", η δημιουργία του Αγροτικού Κτηματολογίου και η σύσταση παραρτημάτων της εταιρείας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τους αγρότες.
Προηγουμένως, με την 219379/18.12.2008 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β' 2622), είχαν ανατεθεί στην "... ΑΕ" οι εργασίες για την ετήσια ανανέωση, επικαιροποίηση και συμπλήρωση του Χαρτογραφικού Υποβάθρου του Συστήματος Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων της Ενιαίας Αίτησης στα πλαίσια της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. Με την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που αναρτήθηκε στο δικτυακό τόπο της "...
ΑΕ" στις 4.8.2009, η εταιρεία αυτή, αναφερόμενη στην υποβοήθηση του έργου του "ΟΠΕΚΕΠΕ" (καταβολή κοινοτικών ενισχύσεων στους αγρότες, δημιουργία Αγροτικού Κτηματολογίου), ζήτησε από όσους ενδιαφέρονται να συμβληθούν μαζί της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και έχουν συγκεκριμένες ειδικότητες στις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ , ΔΕ και ΥΕ, να αποστείλουν με τηλεομοιοτυπία (FAX) ή στην ηλεκτρονική της διεύθυνση βιογραφικά σημειώματα έως 10.8.2009.
Προς υλοποίηση των εν λόγω προσλήψεων το Διοικητικό Συμβούλιο της "... ΑΕ" κατά την 228η/5.8.2009 συνεδρίασή του αποφάσισε: α) τη συγκρότηση τριμελούς επιτροπής για τη μελέτη των βιογραφικών και την κατάρτιση "πίνακα επιτυχόντων συνεργατών" σύμφωνα με τα ουσιαστικά και τυπικά τους προσόντα, β) την απευθείας μίσθωση των τριών ορόφων εμβαδού 512 μ2 του παρακείμενου στις εγκαταστάσεις της "...
ΑΕ" κτιρίου για τις ανάγκες στέγασής της, λόγω της απασχόλησης νέου προσωπικού και στην Αθήνα. Η Επιτροπή Επιλογής Προσωπικού στο από 14.8.2009 πρακτικό καταχώρησε πίνακα με τα ονοματεπώνυμα και την ειδικότητα των διακοσίων εβδομήντα (270) προκριθέντων από την ίδια υποψηφίων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι.
Ακολούθως, ανάμεσα στην εταιρεία και στους διακόσιους εβδομήντα (270) προκριθέντες (μεταξύ των οποίων και οι δέκα εννέα (19) αναιρεσίβλητοι) καταρτίσθηκαν ισάριθμες ατομικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη ισχύος από 1.9.2009 και δίμηνη δοκιμαστική περίοδο. Περαιτέρω, με το ν. 3895/2010 (ΦΕΚ Α 206/8.12.2010) η ανώνυμη εταιρεία "...
ΑΕ", (δηλαδή η αναιρεσείουσα) λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση. Συγκεκριμένα, με το υπό τον τίτλο "Λύση ανωνύμων εταιρειών" άρθρο 2 του ν. 3895/2010 "Κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών, οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα" (ΦΕΚ Α 206) ορίζονται , μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου:
α) .... β) Λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν ο παρών και ο ιδρυτικός τους νόμος, το οικείο καταστατικό, ο κ.ν. 2190/1920 και οι λοιπές κείμενες διατάξεις, οι πιο κάτω ανώνυμες εταιρείες: αα)..... ββ)... γγ) Η Εταιρεία Αξιοποίησης Αγροτικής Γης ΑΕ "... ΑΕ" που συνεστήθη με το άρθρο 46 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ 200 Α), όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 23 και 24 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 (ΦΕΚ 223 Α).
Η αρμοδιότητα της εταιρείας που προβλέπεται από την περίπτωση θ` της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 2637/1998, που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ 143Α`), καταργείται. Οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που προσελήφθη τελευταίο στην "... ΑΕ" για την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, η ισχύς των οποίων άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 2009, καθώς και οι συμβάσεις των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί στην εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής καταγγέλλονται τηρουμένων των προβλέψεων της εργατικής νομοθεσίας.
Το ψηφιακό αρχείο δεδομένων της "... ΑΕ" περιέρχεται στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.). 2. α) Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι δικηγόροι που έχουν προσληφθεί με σχέση έμμισθης εντολής και υπηρετούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, στις πιο πάνω εταιρείες που λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της υποπερίπτωσης γγ` της περίπτωσης β` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, μπορούν με αίτηση τους να μεταφέρονται με την ίδια σχέση εργασίας στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.
για τους υπηρετούντες στην "... ΑΕ" [...] ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας των Υπουργείων, τα οποία ασκούν εποπτεία στις υπό λύση και εκκαθάριση εταιρείες, ή σε υπηρεσίες των Υπουργείων αυτών ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητες αρχές, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν από σχετικά αιτήματα των φορέων.
β) Η μεταφορά με την ίδια σχέση εργασίας του παραπάνω προσωπικού των υπό λύση και εκκαθάριση εταιρειών γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, σε νομό επιλογής του ενδιαφερομένου, εφόσον υπάρχει κενή θέση και υπηρεσιακές ανάγκες σε φορέα του νομού αυτού. Για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά πρέπει ο ενδιαφερόμενος, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης της περίπτωσης δ` της παραγράφου αυτής, να υποβάλει αίτηση στη Διεύθυνση Διοικητικού του Υπουργείου που εποπτεύει κατά περίπτωση την υπό λύση και εκκαθάριση εταιρεία, με την οποία εκφράζεται η προτίμηση του για μεταφορά, στην οποία αναφέρεται και ο νομός επιλογής του.
Η μεταφορά με την ίδια σχέση εργασίας γίνεται σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση μεταφοράς με την ίδια σχέση εργασίας αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερομένου.
γ) Η μεταφορά του προσωπικού γίνεται με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, του Υπουργού Οικονομικών, του εποπτεύοντος την υπό λύση και εκκαθάριση εταιρεία Υπουργού και άλλων συναρμόδιων Υπουργών. δ) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ρυθμίζονται θέματα υποβολής των αιτήσεων και των δικαιολογητικών που τις συνοδεύουν, διαδικασίας, επιλογής υπηρεσίας ή φορέα, κριτηρίων που αφορούν στη σειρά προτεραιότητας του μεταφερόμενου προσωπικού, συγκρότησης επιτροπής στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την επιλογή και διάθεση του προσωπικού στους φορείς υποδοχής, όπως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια [...].
Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3895/2010, η λύση και εκκαθάριση των αναφερομένων στην παρ. 1 περ. β του άρθρου 2 τριών (3) ανωνύμων εταιρειών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα), αποτελεί ένα από τα μέτρα για την επίτευξη της επιδιωκόμενης με το νόμο αυτό "ορθολογικής αναδιάρθρωσης του Δημόσιου Τομέα με σκοπό τον περιορισμό του εύρους του, ώστε να διοικείται αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα".
Στην ίδια αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι η καταγγελία των ισχυουσών από 1.9.2009 συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της "... ΑΕ", που προσελήφθη με βάση την από 4.8.2009 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και το από 14.8.2009 πρακτικό της 229ης Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αυτής, "επέρχεται" λόγω της κατάργησης της εν λόγω εταιρείας και της μη μεταφοράς σε άλλο φορέα των αρμοδιοτήτων της, μεταξύ των οποίων και η αναφερόμενη στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3790/2009, για την άσκηση της οποίας προσλήφθηκε από 1.9.2009 το προσωπικό τούτο, στη συνέχεια δε επισημαίνεται "επιπρόσθετα" ότι "κατά τη διαδικασία λήψης της απόφασης για τη λύση των συμβάσεων του πιο πάνω προσωπικού ελήφθη σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού και την κατάρτιση των συμβάσεών του δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητοι σε αυτές τις διαδικασίες ,τύποι και αρχές της διαφάνειας" και ακολουθεί εκτενής περιγραφή της διαδικασίας πρόσληψης του συγκεκριμένου προσωπικού (270 άτομα) "προς απόδειξη της αλήθειας της ανωτέρω θέσης", με ειδική αναφορά στην παράλειψη της τριμελούς επιτροπής να αιτιολογήσει στο οικείο πρακτικό την επιλογή υποψηφίων με τίτλους σπουδών μη συναφείς με το έργο για την υλοποίηση του οποίου προσελήφθησαν.
Στη συνέχεια, κατ' επίκληση των διατάξεων του ν. 3895/2010 εκδόθηκε η ΔΙΠΙΔΔ/Β.10Α.Ε./1/ΟΙΚ.26759/22-12-2010 απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β'23-12-2010), με την οποία αφενός ορίσθηκε ως φορέας υποδοχής των υπηρετούντων πριν από την 1.9.2009 στην "... ΑΕ" ο "ΟΠΕΚΕΠΕ" - και σε περίπτωση αδυναμίας απορρόφησης του συνόλου αυτών άλλος φορέας ή υπηρεσία του εποπτεύοντος Υπουργείου - και ως αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης ένας μήνας από τη δημοσίευση της υπουργικής αυτής απόφασης και αφετέρου καθορίσθηκαν τα κριτήρια για τη μεταφορά, ο τρόπος υποβολής της αίτησης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία επιλογής της υπηρεσίας ή του φορέα επιλογής.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις του ν. 2637/1998 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα "... ΑΕ" αποτελούσε επιχείρηση κοινής ωφέλειας, που λειτουργούσε χάριν του δημοσίου συμφέροντος και οι δραστηριότητές της εξυπηρετούσαν αποκλειστικά δημόσιο σκοπό, συνιστάμενο στην αξιοποίηση της αγροτικής γης, ορισμένες δε από τις δραστηριότητές της ενείχαν και άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως η διαχείριση, σύμφωνα με τους δημοσίου συμφέροντος σκοπούς της, κοινοχρήστων, διαθεσίμων ή άλλων εκτάσεων του Δημοσίου που παραχωρούνταν σε αυτήν.
Η κατά τα ανωτέρω εξυπηρέτηση του ζωτικού για την εθνική οικονομία σκοπού της αγροτικής ανάπτυξης κατά την ενάσκηση από την αναιρεσείουσα δραστηριοτήτων, που εντάσσονται σε κύριο τομέα της κρατικής δραστηριότητας, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτή, κατά την ίδρυσή της, αποτελούσε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία), ούτε από την αναφερόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 46 του ως άνω νόμου λειτουργία της κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διότι αυτά τα στοιχεία αφορούν την οργανωτική μορφή που επιλέχθηκε από το νομοθέτη για την άσκηση κατά βάση κρατικής δραστηριότητας.
Ενόψει δε αυτών αλλά και της καταβολής του μετοχικού της κεφαλαίου και της συνεχούς χρηματοδότησής της από το Δημόσιο (τα προνόμια του οποίου άλλωστε απολάμβανε), της διατήρησης της συμμετοχής του Δημοσίου στο μετοχικό της κεφάλαιο πάντοτε σε ποσοστό τουλάχιστον 51%, της άσκησης εποπτείας επί της εταιρείας αυτής από τον Υπουργό Γεωργίας και του διορισμού των εκφραζόντων τη βούλησή της προσώπων (προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου) από τον Υπουργό Γεωργίας, η εν λόγω εταιρεία δεν συνιστούσε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που ασκούσε συνήθη οικονομική δραστηριότητα, λειτουργούσα σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ και 2 περ. α του ν. 3895/2010 επιδιώχθηκε ο προσφορότερος τρόπος αντιμετώπισης των ζητημάτων που ανέκυψαν από την άμεσα συναπτόμενη με τη λύση και τη θέση σε εκκαθάριση της αναιρεσείουσας λύση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων της. Η επιλογή του νομοθέτη να μην επεκτείνει και στους εργαζομένους της ίδιας εταιρείας των οποίων η ισχύς των συμβάσεων εργασίας άρχισε την 1.9.2009, την κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων δυνατότητα μεταφοράς αυτών στον ΟΠΕΚΕ ή σε οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στην παρ. 2 περ.
α του άρθρου 2 του ν. 3895/2010 φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου, δεν αποτελεί περίπτωση αδικαιολόγητης δυσμενούς μεταχείρισης της κατηγορίας αυτής έναντι των λοιπών εργαζομένων της αναιρεσείουσας, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας άρχισαν να ισχύουν σε προγενέστερο της 1.9.2009 χρόνο, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της θεμελιούμενης στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας.
Τούτο, διότι η εμπειρία και η διεύρυνση της επαγγελματικής κατάρτισης του εργαζόμενου, την οποία συνεπάγεται η συμμετοχή του στην άσκηση των περιγραφόμενων στην παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 2637/1998 δραστηριοτήτων προς εκπλήρωση των επιδιωκόμενων από την αναιρεσείουσα σκοπών, θεωρείται, ως εκ του αντικειμένου της απασχόλησης, αξιοποιήσιμη κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υπηρεσιακών μονάδων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε κάθε δε περίπτωση η πρόσκτηση εμπειρίας και η κατάρτιση είναι ανάλογη της διάρκειας της εργασιακής απασχόλησης, ανεξάρτητα από την επίδραση και άλλων παραγόντων, όπως είναι οι προσωπικές ικανότητες του εργαζόμενου και τα προσόντα του.
Συνεπώς, η προσδιοριζόμενη από την έναρξη ισχύος της σύμβασης εργασίας διάρκεια της απασχόλησης αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, ενώ η ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης εργασίας, που τέθηκε στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010 κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό ως όριο για τη δυνατότητα μεταφοράς του προσωπικού της αναιρεσείουσας, ενόψει και του αριθμού των (270) προσληφθέντων από 1.9.2009 εργαζομένων σε σχέση με το υπόλοιπο προσωπικό της (70 περίπου εργαζόμενοι), δεν είναι αυθαίρετη, αλλά δικαιολογείται από τη μέριμνα του νομοθέτη αφενός να στελεχώσει τις υπηρεσιακές μονάδες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων από υπαλλήλους που διαθέτουν επαρκή προϋπηρεσία σε αντικείμενα συναφή προς τις αρμοδιότητές τους, αφετέρου να προβεί στον εξορθολογισμό της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα και στον περιορισμό των λειτουργικών του δαπανών υπό συνθήκες εφαρμογής επειγόντων μέτρων για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, οι δε ως άνω ουσιαστικές επιλογές του, οι οποίες δεν δύνανται να ελεγχθούν κατ' αρχήν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν τη συστηματικότητα και τη συνοχή που διέπει τη σχετική νομοθεσία [ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40) και ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65)].
Επίσης, οι ως άνω ρυθμίσεις (δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπ. γγ και 2 περ. α του ν. 3895/2010), που επιβάλλουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της αναιρεσείουσας (δηλαδή των εργαζομένων της, των οποίων η εργασιακή σύμβαση άρχισε την 1.9.2009) και αποκλείουν τη μεταφορά του σε φορείς του Δημοσίου, δεν προσκρούουν στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη δεν κατοχυρώνει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ούτε αποκλείει τη με βάση γενικά κριτήρια λήξη της απασχόλησης.
Τέλος, αφού με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010 (ΦΕΚ Α 206/8.12.2010) του οποίου, κατά το άρθρο 9 αυτού, η ισχύς αρχίζει από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, η αναιρεσείουσα εταιρεία λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση, εκλείπει για αντικειμενικούς λόγους η εκ μέρους της δυνατότητα πραγματικής απασχόλησης των εργαζομένων της (ΑΠ 845/2020), καθόσον με την εκ του νόμου λύση της έπαυσε να έχει δραστηριότητα και, σύμφωνα με το άρθρο 72 εδαφ.
β του ΑΚ, υφίσταται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης ( ΑΠ 1669/2014). 3
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 368/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με βάση τις παραδοχές που παραθέτει και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.
β του Συντάγματος, του ν. 2637/1998, του άρθρου 2 παρ. 1 περ. γγ και 2 περ. α του ν. 3895/2010 και του άρθρου 72 εδαφ. β του ΑΚ και με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες αποφάνθηκε ότι λόγω της ακυρότητας της γενομένης από 30.10.2010 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων, η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και ότι αυτή οφείλει να καταβάλει (εις ολόκληρο με τον ΟΠΕΚΕΠΕ) σε κάθε αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας για τη χρονική περίοδο από 30.12.2010 μέχρι 30.01.2013, συνολικού ποσού 36.816 ευρώ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του ελέγχου των ως άνω αναιρετικών λόγων, των συναφών με αυτούς παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία ...
ΑΕ (δηλαδή η αναιρεσείουσα) ιδρύθηκε με το ν. 2637/1998, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους ν. 2945/2001, 3147/2003, 3399/2005 και 3970/2009. Είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες. Ο υπουργός Γεωργίας ασκεί στην εταιρεία την εποπτεία και τον έλεγχο που έχει σύμφωνα με το νόμο για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 47 του ν. 2637/1998 σκοπός της εταιρείας ήταν η συμβολή της στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας και στην ανάπτυξη της υπαίθρου. Κατ' εφαρμογή των άρθρων 5 παρ. 12 ν. 2229/1994 και 7 περ. 3 εδ. β ν. 1955/1991 οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από 1.9.2009 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα απασχολήθηκαν: 1) Ο 1ος ενάγων, πτυχιούχος Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ως γεωπόνος στο παράρτημα Τρίπολης. 2) Ο 2ος, πτυχιούχος ΤΕΙ Χαλκίδας (τμήμα ηλεκτρολογίας) ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Τρίπολης. 3)Ο 3ος, απόφοιτος λυκείου, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Τρίπολης, 4) Η 4η ενάγουσα, πτυχιούχος οπτικός, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Τρίπολης. 5)Η 5η ενάγουσα, πτυχιούχος πολιτικής επιστήμης ΕΚΠΑ, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Τρίπολης. 6)Η 6η ενάγουσα, πτυχιούχος Γεωπονικού ΕΚΠΑ, ως γεωπόνος στο παράρτημα Φλώρινας.7)Ο 7ος ενάγων, απόφοιτος λυκείου, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Φλώρινας. 8)Η 8η ενάγουσα, απόφοιτος λυκείου, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Φλώρινας.9)Ο 9ος ενάγων, ομοίως ως άνω. 10) Ο 10ος ενάγων, πτυχιούχος Γεωπόνος ΕΚΠΑ, ως γεωπόνος στο παράρτημα Φωκίδας. 11)Ο 11ος ενάγων, απόφοιτος λυκείου, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Χαλκίδας. 12) Ο 12ος ενάγων, πτυχιούχος Γεωπόνος πανεπιστημίου Χαλκίδας, ως γεωπόνος στο παράρτημα Χαλκίδας. 13) Ο 13ος ενάγων, πτυχιούχος αγρονόμος - μηχανικός του ΕΜΠ, ως αγρονόμος τοπογράφος στο παράρτημα Χαλκίδας. 14) Η 14η ενάγουσα, απόφοιτος λυκείου, ως υπάλληλος στο παράρτημα Χαλκίδας. 15) Η 15η ενάγουσα, πτυχιούχος Γεωπόνος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ως γεωπόνος στο παράρτημα Χαλκίδας. 16) Η 16η ενάγουσα, απόφοιτη λυκείου, ως υπάλληλος γραφείου στο παράρτημα Χαλκίδας 17) Ο 17ος ενάγων, πτυχιούχος αγρονομίας του Πανεπιστημίου Θεσ/κης, ως αγρονόμος - τοπογράφος στο παράρτημα Χαλκίδας. 18) Ο 18ος ενάγων, πτυχιούχος τεχνολογίας τροφίμων πανεπιστημίου Θεσ/κης, ως γεωπόνος στο παράρτημα Χαλκιδικής. 19) Ο 19ος ενάγων, πτυχιούχος Τμήματος Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ως γεωπόνος στο παράρτημα Καρδίτσας.
Σημειώνεται ότι η νομιμότητα των προσλήψεων επιβεβαιώθηκε και δικαστικά, αφού οι τότε επικεφαλής της εργοδότριας Ν. Π., Γ. Χ., Μ. Ζ. κλπ, αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 3828/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών από το αδίκημα της απιστίας σε σχέση μεταξύ άλλων από τις προσλήψεις των εναγόντων. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3895/2010 η ...
λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση, το προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας των Υπουργείων που ασκούν εποπτεία στις υπό λύση εταιρείες. Όμως για το προσωπικό που προσλήφθηκε από 1.9.2009 προβλέφθηκε βάσει του ίδιου νόμου η καταγγελία τους, τηρουμένων των προβλέψεων της εργατικής νομοθεσίας.
Η πρώτη εναγόμενη κατ' επιταγή της παραπάνω διάταξης στις 31.12.2010 κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων. Η εν λόγω διάταξη κατά τα προαναφερθέντα είναι καταφανώς αντισυνταγματική αφού μόνο ο χρόνος πρόσληψης των εναγόντων αποτελεί ανεπίτρεπτο χαρακτηριστικό για την απόλυσή τους χωρίς να μεσολαβήσουν αντικειμενικά κριτήρια όπως η εξέταση της υπηρεσιακής απόδοσής τους, κοινωνικά και οικογενειακά κριτήρια κ.λ.π.
Περαιτέρω δεν γίνεται νομοθετικά επίκληση κάποιου λόγου γενικότερου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη διαφορετική ρύθμιση και συνεπώς την αντιμετώπιση εργαζομένων που εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας και προσλήφθηκαν με τις ίδιες νόμιμες διαδικασίες. Δεν δικαιολογεί ο νομοθέτης πώς κάτω από τις πρωτοφανείς δυσμενείς οικονομικά συνθήκες που βρέθηκαν οι εργαζόμενοι, όπως οι ενάγοντες αποτελεί μέσο δημοσιονομικής "σωτηρίας" η απόλυση των εναγόντων, ενώ η διατήρηση εργασίας για τους προσληφθέντες πριν τη 1.9.2009 είναι μέτρο αναγκαίο δημοσιονομικό και κοινωνικής ισότητας.
Είναι προφανές πως ο χρόνος πρόσληψης των εναγόντων αποτελεί, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, σημείο κοινωνικού αποκλεισμού αφού η απόλυσή τους σε αντικειμενικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες αποτελεί δυσβάσταχτο επακόλουθο για την ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική τους οντότητα. Η αυθαίρετη αντιμετώπιση των εναγόντων εκ μέρους του νομοθέτη και συνακόλουθα εκ μέρους του αρχικού εργοδότη τους μπορεί να αντιμετωπισθεί βάσει των προαναφερθέντων μόνο με την επέκταση της σύμφωνης ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 2 περ. 9 (εννοείται α) Ν. 3895/2010 και στους ενάγοντες.
Η καταγγελία συνεπώς είναι άκυρη γιατί έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4§1 και 22§1 του Συντάγματος και πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των γενομένων καταγγελιών και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των α' και β' εναγομένων (ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου του ΟΠΕΚΕΠΕ της α' εναγόμενης) να καταβάλουν εις ολόκληρον (άρθρο 4§1 ΠΔ 178/2002) σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 36.816 ευρώ (μισθοί υπερημερίας 30.12.2010 έως 30.1.2013, 2μ [συν. 24 μήνες] X 1.534 τελευταία μηνιαία αποδοχή) νομιμοτόκως από το τέλος έκαστου μηνός που κάθε παροχή κατέστη απαιτητή".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές και την κρίση στην οποία κατέληξε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε τη με αριθμό 141/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη τη βάση της από 10.3.2010 (ορθό 2011) αγωγής, για τη νομική θεμελίωση της οποίας οι ενάγοντες -εκκαλούντες -αναιρεσίβλητοι είχαν ακριβώς επικαλεσθεί τα ίδια ακριβώς περιστατικά.
Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη- αναιρεσείουσα (καθώς και ως προς το δεύτερο εναγόμενο- δεύτερο εφεσίβλητο και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη ΟΠΕΚΕΠΕ). Ειδικότερα, ως προς τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία (εννοείται των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων που έγινε από την πρώτη εναγομένη -εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και αναγνώρισε ότι η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα είναι υπόχρεη να καταβάλει (εις ολόκληρο με τον δεύτερο εναγόμενο- δεύτερο εφεσίβλητο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη ΟΠΕΚΕΠΕ) σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 36.816 ευρώ νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός υπερημερίας κατέστη απαιτητός.
Σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την κρίση που συνήγαγε από αυτά, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ως προς τη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στις με αρίθμηση 1 και 2 νομικές σκέψεις, οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ.
β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010, που επέβαλαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της αναιρεσείουσας εταιρείας, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, και απέκλεισαν τη μεταφορά του στους απαριθμούμενους στο άρθρο 2 παρ. 2 περ. α του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3895/2010) φορείς και υπηρεσίες του Δημοσίου, Ανεξάρτητες Αρχές, Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ Α και Β βαθμού, δεν προσκρούουν στη θεμελιούμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη δεν αποκλείει τη με γενικά και αφηρημένα κριτήρια (όπως είναι ο χρόνος έναρξης της εργασιακής σχέσης) διαφορετική μεταχείριση των εργαζόμενων, δεδομένου ότι οι (70 περίπου) υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, στους οποίους, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 περ.
α του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3896/2010), δόθηκε η δυνατότητα μεταφοράς στους ως άνω φορείς, ήσαν αρχαιότεροι των αναιρεσίβλητων και κατ' αντικειμενική κρίση διέθεταν μεγαλύτερη εμπειρία και εξοικείωση σε αντικείμενα συναφή με τις αρμοδιότητές τους. Επιπλέον, η ως άνω νομοθετική διάκριση, δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και εκ του γεγονότος ότι επιβλήθηκε από λόγους δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταντο στην ορθολογική αναδιάρθρωση του Δημόσιου Τομέα, ώστε να διοικείται αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα και στον περιορισμό των λειτουργικών του δαπανών υπό συνθήκες εφαρμογής επειγόντων μέτρων για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.
Επιπρόσθετα, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος, διότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις με αρίθμηση 1 και 2 σκέψεις, οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010 που επέβαλαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση αναιρεσείουσας, στο οποίο (μέρος) περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, δεν προσκρούουν στο άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ.
β του Συντάγματος, με το οποίο δεν αποκλείεται η με γενικά κριτήρια λήξη της εργασιακής απασχόλησης. Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά τη διαπίστωσή του ότι η πρώτη εναγομένη -πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα "... ΑΕ" εκ του νόμου (άρθρο 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010) λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, έπαυσε, δηλαδή, οριστικά να λειτουργεί και να δραστηριοποιείται προς πραγμάτωση των οριζομένων στο άρθρου 47 του ιδρυτικού της νόμου (δηλαδή του ν. 2637/1998) σκοπών, κατά παραβίαση του άρθρου 72 του ΑΚ και με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο εσφαλμένο νομικό συμπέρασμα ότι αυτή, χωρίς να έχει δυνατότητα πραγματικής απασχόλησης των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων (λόγω της λύσης της), κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και οφείλει στον καθένα τους μισθούς υπερημερίας για τη χρονική περίοδο από 30.12.2010 μέχρι 30.1.2013.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους ως άνω, ερευνηθέντες ενιαία, πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης αίτησης. Κατά παραδοχή, λοιπόν, των ως άνω λόγων αναίρεσης, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα του τέταρτου (και τελευταίου), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, (με αύξοντα αριθμό 4) βάση της από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/2011 αγωγής.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης βάσης της αγωγής τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.
α του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή κατά την με αρίθμηση 4 βάση της ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τη δίκη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 του ν. 2637/1998.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 6069/4.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που δέχθηκε ως βάσιμη τη με αρίθμηση (4), (από την συνταγματική αρχή της ισότητας), βάση της από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/2011 αγωγής των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων.
Κρατεί και δικάζει την ως άνω αγωγή κατά την υπό στοιχείο (4) βάση αυτής.
Απορρίπτει την ως άνω αγώγη κατά την (από τη συνταγματική αρχή της ισότητας) βάση αυτής, ως προς την πρώτη των εναγομένων αναιρεσείουσα εταιρεία.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τη δίκη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ