438/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated438/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 265/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά παραδοχή του λόγου της αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 438 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 438/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... και Σία ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." και συντετμημένα "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 265/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά παραδοχή του λόγου της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε, νομίμως και εμπροθέσμως, κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 736/2014 και ΑΠ 240/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ...19-3-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Α. Σ. Λ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-10-2015, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα, δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ν.
Δ. Π., στο αναιρεσίβλητο. Κατόπιν ορίσθηκε νέα δικάσιμος της υποθέσεως η 19-2-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 18-11-2016, επιδόθηκε δε στο αναιρεσίβλητο και η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...3-2016 βεβαίωση αναβολής του γραμματέως του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ... /15-7-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Βόλου Γ.
Κ. Κ..
Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα τόσο για την αρχική δικάσιμο, όσο και για τη νέα ορισθείσα, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (άρθρο 576 παρ. 2α και γ’ ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητος της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητος της συμβάσεως για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητος της συμβάσεως, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ 22/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 265/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθμ. 51/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2012 αγωγής της αναιρεσείουσας και ως προς τα δικαστικά έξοδα και αφού κρατήθηκε και εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ’ ουσίαν, απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, ως αόριστη.
Με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή της ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εξέθετε, ότι έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητος τη διενέργεια χωματουργικών εργασιών, διαθέτουσα προς τούτο τα απαραίτητα μηχανήματα και το εξειδικευμένο, για το χειρισμό τους, προσωπικό.
Ότι με άτυπη (προφορική) σύμβαση που κατήρτησε στις αρχές Ιουνίου του 2010 με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήτοι τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης μείζονος περιοχής Βόλου (...), ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει εργασίες συντήρησης και λειτουργίας των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλης του Βόλου για το χρονικό διάστημα από 2-6-2010 έως 30-11-2010, έναντι της αναφερόμενης σ’ αυτή αμοιβής.
Ότι εκτέλεσε και παρέδωσε στο εναγόμενο το έργο, το οποίο το τελευταίο παρέλαβε, αφού το ενέκρινε ανεπιφύλακτα και εξέδωσε τα ενσωματωμένα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αλλά, παρά τις οχλήσεις της, αρνείται να της καταβάλει το συνολικό οφειλόμενο ποσό των 66.512,25 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, όπως επί λέξει αναγράφεται στο δικόγραφο "με βάση τη μεταξύ μας συμφωνία, άλλως τον εν γένει νόμο, άλλως και για την περίπτωση μη ευδοκίμησης των παραπάνω αγωγικών βάσεων, για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, τυπικό ή ουσιαστικό, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που συνίσταται στην ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη σε βάρος της περιουσίας μας και η οποία είναι ίση με το ποσό που θα πλήρωνε αυτή με έγκυρη σύμβαση σε τρίτον για την ίδια προσφορά κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και συνθήκες".
Με το εκτεθέν περιεχόμενο, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της από τη σύμβαση, καθόσον γίνεται αναφορά της ελλείψεως του εγγράφου τύπου της συμβάσεως, ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 80 του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ... (ΦΕΚ Β’ 1427/22-10-2001) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και της εντεύθεν ακυρότητός της, ζητείται δε η καταψήφιση του ως άνω ποσού, για την περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της αγωγής εκ της συμβατικής σχέσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το δικάσαν Εφετείο, που, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως αόριστη, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο συναφής μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του Ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 265/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ