Legislator Case Law & Legislation
438/2015 AI generated

438/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 438/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 45935/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείoντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1964/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

438/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Keywords

AI generated
abandonment of employment withdrawal of driving license academic failure termination of service redundancy administrative dismissal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι.Μ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 45935/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείoντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1964/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 30-9-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη, επιδοθέν σ' αυτή, με την επιμέλεια της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος 'Ολγας Βλόντζου, η οποία υπογράφει την αναίρεση και τη σχετική από 23-6-2014 παραγγελία προς επίδοση, αντίγραφο του δικογράφου της αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη, με τη σχετική σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή περί της γενομένης, κατά τα ανωτέρω την 26-6-2014 επιδόσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω (προκειμένη) δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς πρέπει να δικασθεί αυτός σαν να ήταν παρών (άρθρ. 576 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.) 1964/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλουμένης, τότε, 62/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση αυτή (62/2013) και απέρριψε την παραπάνω αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 1 αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτή, γεγονός που συμβαίνει όταν καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτούς για να αναζητήσει και διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη είναι ομόρρυθμη εταιρεία που έχει ως αντικείμενο τη λειτουργία φροντιστηρίων για μαθητές της μέσης εκπαίδευσης σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης. Την 13-9-2007 προσέλαβε τον εφεσίβλητο, καθηγητή Φυσικής, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης, για να εργαστεί με την παραπάνω ειδικότητά του, στο φροντιστήριό της, στην περιοχή του ....

Στη σύμβαση αυτή που κοινοποιήθηκε την 24-9-2007 στο ΣΕΠΕ και στο συνημμένο σε αυτήν αναλυτικό πρόγραμμα αναφερόταν ότι ο εφεσίβλητος θα εργαζόταν τρείς ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο) για τρείς διδακτικές ώρες τις πρώτες δύο μέρες και δύο ώρες την τελευταία, συνολικά σε 8 ώρες εβδομαδιαίως.

Στον επίσης, συνημμένο πίνακα προσωπικού ο εφεσίβλητος καταχωρίστηκε ως έγγαμος και, χωρίς προϋπηρεσία. Την 19-5-2008 η εκκαλούσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταγγελία την οποία γνωστοποίησε στον ΟΑΕΔ την 23.5.2008. Στο έγγραφο της καταγγελίας, το οποίο ο εφεσίβλητος υπογράφει χωρίς επιφύλαξη, η αποζημίωσή του υπολογίζεται σε 1450 ευρώ.

Η διαδικασία αυτή, πρόσληψη στην αρχή του διδακτικού έτους, δηλαδή κάθε Σεπτέμβριο, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μειωμένης απασχόλησης και καταγγελία αυτής το Μάιο του επόμενου έτους, επαναλήφθηκε άλλες τρεις φορές, για τα διδακτικά έτη 2008 -2009, 2009 - 2010 και 2010 - 2011, η τελευταία δε απόλυση του εφεσιβλήτου έγινε την 10.5.2011 με έγγραφο που του κοινοποιήθηκε και το οποίο υπέγραψε, όπως και τα προηγούμενα, χωρίς επιφύλαξη.

Οι αποζημιώσεις της απόλυσής του υπολογίστηκαν σε 1900 ευρώ για το έτος 2009 και σε 450 ευρώ για το έτος 2010. Για την καταγγελία που έγινε την 10.5.2011 δεν ορίστηκε αποζημίωση, αφού δεν οφειλόταν μετά την τροποποίηση του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 με το άρθρο 74 παρ. 2 και 3 του ν. 3863/2010 που διεύρυνε τη δοκιμαστική περίοδο της σύμβασης εργασίας (μετά από την οποία η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται με προειδοποίηση διαφορετικά οφείλεται η αντίστοιχη αποζημίωση) από δύο μήνες σε δώδεκα και ο χρόνος αυτός δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την καταγγελία.

Ως προς τον ειδικότερο ισχυρισμό του εφεσιβλήτου ότι οι αναγραφόμενες στις παραπάνω καταγγελίες αποζημιώσεις δεν του καταβάλλονταν, από τη συνεκτίμηση των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος. Εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και των περιεχομένων των ενόρκων βεβαιώσεων που είναι αντικρουόμενες, το μοναδικό αντικειμενικό στοιχείο, από το οποίο το δικαστήριο συνάγει το συμπέρασμά του, είναι η κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού του εφεσιβλήτου που εκδόθηκε από το υποκατάστημα της Millennium Bank στην οδό Παπαναστασίου, στην περιοχή της Χαριλάου, όπου ήταν και η κεντρική εγκατάσταση της εκκαλούσας.

Στην κίνηση αυτή εμφανίζονται μόνο καταθέσεις μισθοδοσίας στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της τράπεζας, με αιτιολογία του ποσού για το οποίο γίνονται, και αντιστοιχούν στις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του εφεσιβλήτου, όπως αυτές διαμορφώνονταν ανάλογα με τον αριθμό των ωρών διδασκαλίας που του αναθέτονταν κάθε χρόνο.

Ποσά αντίστοιχα με αυτά των αποζημιώσεων δεν εμφανίζονται στην κίνηση του λογαριασμού, η δε εκκαλούσα δεν προσκομίζει ούτε έγγραφη απόδειξη του εφεσιβλήτου ούτε παραστατικό κατάθεσης σε λογαριασμό τραπέζης. Είναι χαρακτηριστικό ότι μνεία για την είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης δεν γίνεται στα έγγραφα των καταγγελιών των συμβάσεων, ενώ η υπογραφή του εφεσιβλήτου βεβαιώνει μόνο ότι έλαβε γνώση της καταγγελίας, χωρίς η εκκαλούσα, που είναι οργανωμένη επιχείρηση με πολυάριθμο προσωπικό, να προσκομίζει έγγραφη απόδειξη για την καταβολή της, όπως θα ήταν το λογικώς αναμενόμενο.

Η μη καταβολή των αποζημιώσεων συνιστά, όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος, απόδειξη της εικονικότητας των καταγγελιών. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι οι καταγγελίες των συμβάσεών του ήταν εικονικές, με την έννοια ότι δεν ανταποκρίνονταν στην αληθινή βούληση του ίδιου και της εκκαλούσας και ότι η αρχική, αορίστου χρόνου εργασία του, που συνάφθηκε το Σεπτέμβριο του 2007 δεν λυόταν με αυτές, αλλά "τελούσε σε αναστολή" κατά τους θερινούς μήνες, κατά τους οποίους ο εφεσίβλητος δεν παρείχε την εργασία του με οποιαδήποτε μορφή, δεν αμειβόταν από την εκκαλούσα και εισέπραττε επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.

Όπως αποδείχθηκε σχετικώς, η εκκαλούσα απασχολούσε τους θερινούς μήνες ένα μικρό αριθμό από καθηγητές που δίδασκαν στο φροντιστήριό της σταθερά και με πλήρη απασχόληση και αποτελούσαν το βασικό προσωπικό με το οποίο στελέχωνε τα φροντιστήριά της, ενώ με τους υπολοίπους συμβαλλόταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου, που διαρκούσαν όσο και το διδακτικό έτος.

Αυτό αποδεικνύεται αμέσως από τις ένορκες βεβαιώσεις των συναδέλφων του εφεσιβλήτου που καταθέτουν ότι και με αυτούς συνάφθηκαν όμοιες συμβάσεις, που καταγγέλλονταν το Μάιο κάθε χρονιάς χωρίς και αυτοί να λάβουν το ποσό της αποζημίωσης. Όμως στο ειδικότερο καθεστώς που ρυθμίζει τη διάρκεια των συμβάσεων των καθηγητών που απασχολούνται σε φροντιστήρια ήδη με την ΔΑ 32/2007 που είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την ΥΑ 12991/15.10.2007 (ΦΕΚ Β 2117/31.10.2007) από την 10.7.2007 ήταν δηλαδή σε ισχύ κατά το χρόνο πρόσληψης του εφεσιβλήτου, ο δε σχετικός όρος διατηρήθηκε και στις επόμενες συλλογικές ρυθμίσεις, προβλέπεται ότι οι συμβάσεις των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης που απασχολούνται στα Φροντιστήρια λύνονται χωρίς άλλη διατύπωση αν είναι ορισμένου χρόνου με το τέλος του διδακτικού έτους, αν δε είναι αορίστου, με την τήρηση των διατάξεων του ν. 3198/1955.

Οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να προειδοποιούν τους καθηγητές με τους οποίους είχαν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου το προηγούμενο διδακτικό έτος για τη μη ανανέωση τον συμβάσεών τους μέχρι και τη 10η Ιουλίου κάθε έτους και στην περίπτωση που η σύμβαση δεν ανανεωθεί με ευθύνη του εργοδότη, ο καθηγητής δικαιούται αποζημίωση ίση με τις αποδοχές ενός μηνιαίου μισθού του προηγούμενου διδακτικού έτους, τουλάχιστον για δυο μήνες.

Η απασχόληση των καθηγητών με σύμβαση ορισμένου χρόνου αποδεικνύεται από σχετική συμφωνία των μερών, στην αντίθετη δε περίπτωση η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου. Από τις παραπάνω ρυθμίσεις προκύπτει ότι υφίστατο το νομικό καθεστώς που επέτρεπε στην εκκαλούσα να συνάπτει διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για να εξασφαλίζει τον αριθμό των καθηγητών που της ήταν αναγκαίος για το επόμενο διδακτικό έτος, χωρίς να τους απασχολεί κατά τους θερινούς μήνες, μειώνοντας έτσι τα λειτουργικά της έξοδα, ώστε να μην έχει λόγο να καταφεύγει στη λύση των συμβάσεων αορίστου χρόνου και των εικονικών καταγγελιών τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εφεσίβλητος.

Ο εφεσίβλητος εκθέτει το επιχείρημα ότι η αιτία της "κοινής μυστικής συμφωνίας" μεταξύ της εκκαλούσας, αυτού και άλλων συναδέλφων του να είναι η καταγγελία των συμβάσεών τους εικονική και να μην παράγει αποτελέσματα, ήταν ο σκοπός μείωσης των εξόδων της εκκαλούσας τους θερινούς μήνες. Το επιχείρημα, όμως, αυτό καταρρίπτεται από το νομικό καθεστώς που προεκτέθηκε, αφού η εκκαλούσα μπορούσε να επιτύχει τον ίδιο στόχο συνάπτοντας διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δικαίωμα που της δόθηκε από τις προμνησθείσες συλλογικές ρυθμίσεις λόγω του εποχικού χαρακτήρα της λειτουργίας της επιχείρησής της.

Εάν δε η εκκαλούσα, με τη μέθοδο των επαναλαμβανόμενων συμβάσεων αορίστου χρόνου, επιτύγχανε οφέλη που δεν προσδιορίστηκαν στην παρούσα δίκη ή σκόπευε να καταστρατηγήσει δικαιώματα των εργαζομένων της αυτό δεν διευκρινίστηκε επαρκώς ώστε να στηρίξει το συμπέρασμα περί εικονικότητας των ενδιάμεσων καταγγελιών μιας ενιαίας αορίστου χρόνου σύμβασης.

Είναι δε άλλο ζήτημα εάν, κατά την καταγγελία των συμβάσεών του τα προηγούμενα έτη, ο εφεσίβλητος παραιτούταν από την αποζημίωση με αντάλλαγμα τη διαβεβαίωση ότι θα προσληφθεί και το επόμενο διδακτικό έτος (τέτοιος ισχυρισμός εξάλλου δεν περιέχεται στη αγωγή του) ή εάν η εκκαλούσα συμπεριφέρθηκε κατά παράβαση των χρηστών ηθών και δεν τον επαναπροσέλαβε το Σεπτέμβριο, αθετώντας την υπόσχεσή της, διότι όλα τα παραπάνω, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της σύμβασής του ήταν εικονική και ότι η σύμβαση εργασίας παρέμενε ισχυρή και απλώς τελούσε σε αναστολή μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβρη.

Ακόμη, ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι η εκκαλούσα του ανέθετε κάποια καθήκοντα τους θερινούς μήνες δεν αποδείχθηκε, αφού οι λειτουργικές της ανάγκες καλύπτονταν, όπως προαναφέρθηκε, από συγκεκριμένο αριθμό καθηγητών που ήταν οι σταθεροί της συνεργάτες και οι συμβάσεις τους δεν καταγγέλλονταν, ο ίδιος δε λάμβανε, μετά από κάθε καταγγελία, επίδομα από τον ΟΑΕΔ, εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτό την καταγγελία προς τους τρίτους ως ισχυρή και όχι ως εικονική.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές δεν αποδείχτηκε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εικονικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εφεσιβλήτου από την εκκαλούσα την 10.5.2011.

Συνεπώς η αγωγή του, με την οποία ζητά να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, καθώς επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 28.11.2011 (βλ. την 2951/2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...). Να σημειωθεί ότι για την αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας ο εφεσίβλητος δεν διατύπωσε, επικουρικά, αντένσταση του άρθρου 255 ΑΚ για την αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας, αν και τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει στην αγωγή του, ότι δηλαδή και τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η εκκαλούσα τον διαβεβαίωνε ότι θα τον απασχολήσει από το Σεπτέμβριο, θα μπορούσαν να την στηρίξουν (να σημειωθεί ότι η διαβεβαίωση δεν ενισχύει τον ισχυρισμό του, περί εικονικότητας της σύμβασης εργασίας, αφού στην περίπτωση αυτή ήταν περιττή, εφόσον η σύμβαση παρέμεινε ενεργή και η απασχόλησή του ήταν αυτονόητο αποτέλεσμά της".

Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στη συνέχεια, την έφεση της εναγομένης αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Ο ενάγων-αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 πλημμέλειες, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες της επίμαχης δικαιοπραξίας, καθόσον, αν και διέγνωσε αμφιβολίες στο περιεχόμενο αυτής, δεν ερμήνευσε ορθά τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, σε σχέση με την εγκυρότητα της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (10-5-2011), στην οποία η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να λειτουργήσει εικονικά η καταγγελία και να παραμείνει ισχυρή η σύμβαση εργασίας η οποία τελούσε "σε αναστολή" στη διάρκεια του καλοκαιριού του 2011.

Περαιτέρω, δε κατά τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος) υπάρχει και ελλιπής αιτιολόγηση στην απόφαση επί του ζητήματος τούτου. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Και τούτο γιατί από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, είχε, κατ' αρχήν, αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων, σε σχέση με την εγκυρότητα της έγγραφης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ώστε να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Από τις σαφείς δε και πλήρεις παραδοχές του Εφετείου ως προς την αιτιολόγηση του παραπάνω ζητήματος, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καταλείπεται έδαφος ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως των πιο πάνω επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα διατάξεων.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, ότι στην ένσταση παραγραφής που πρότεινε η εναγόμενη και έγινε δεκτή από το Εφετείο, εκείνος (ενάγων-αναιρεσείων) πρότεινε την αντένσταση του άρθρου 255 ΑΚ (με περιεχόμενο, ότι η εργοδότριά εναγόμενη σκόπιμα τον παρεμπόδιζε από την άσκηση των αγωγικών του αξιώσεων, κατά την υπογραφή της καταγγελίας της συμβάσεως από μέρους του αλλά και στη διάρκεια του καλοκαιριού του 2011, τον διαβεβαίωνε η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της ότι θα τον επαναπροσλάμβανε τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. 'Όμως, από την ανάγνωση της αγωγής, των προτάσεών του στον πρώτο και δεύτερο βαθμό εκδίκασης της υπόθεσής του, δεν προκύπτει η προβολή της πιο πάνω αντένστασης (ΑΚ 255) με την μορφή αυτοτελούς ισχυρισμού.

Το μόνο που αναφέρει σε σχέσει με την επίμαχη καταγγελία ήταν, ότι επρόκειτο για εικονική καταγγελία, όπως γινόταν κάθε χρόνο και ότι υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία για επαναπρόσληψή του τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Δηλαδή, προέβαλε, αρνητικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι βέβαια από μόνοι τους, δεν θεμελίωναν το παραδεκτό και βάσιμο του πιο πάνω λόγου.

Σε κάθε όμως, περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός, που περιλαμβάνεται στην αγωγή αξιολογήθηκε από το Εφετείο ως ατελής, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος και απερρίφθη.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του εκ του αριθμ. 11γ του άρθρου 559 δηλαδή, ότι δεν έλαβε υπόψη της ένα "βιβλίο φυσικής" του αναιρεσείοντος, το οποίο διετίθετο από την εναγομένη στους μαθητές της, στη διάρκεια των θερινών φροντιστηρίων του έτους 2011, από το οποίο προκύπτει ότι η τελευταία απασχολούσε τον αναιρεσείοντα και κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο με τη μορφή διάθεσης του βιβλίου του στους μαθητές της. Για το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση, το οποίο, μάλιστα, κρίθηκε, ότι παραδεκτά προσκομίσθηκε, το πρώτον, στην κατ' έφεση δίκη και συνεκτιμήθηκε, στη συνέχεια, από το Εφετείο, αφού στο κείμενο της απόφασης βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη" και συνεπώς σε συνδυασμό με το αποδεικτικό του πόρισμα αναμφίβολα προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό, σε συνδυασμό με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση κάθε εγγράφου χωριστά.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα του αναφερομένου στην απόφαση τραπεζικού εγγράφου κινήσεως του προσωπικού λογαριασμού του αναιρεσείοντος, στο οποίο, μεταξύ άλλων, εμφανίζονται τρείς καταθέσεις μικρών χρηματικών ποσών (63 € την 1-7-08, 40 € την 1-7-09 και 42 € στις 26-7-2010) απ' το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, σε αντίθεση με όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση (δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών.

Κατ' αρχήν, από την εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου (στο οποίο, να σημειωθεί, δεν προκύπτουν τα στοιχεία του καταθέτη των πιο πάνω χρηματικών ποσών που περιστασιακά κατατέθηκαν στη διάρκεια τριών ετών) δεν προκύπτει και πάλι ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξάρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του επίμαχου αποδεικτέου θέματος.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Γ. Π. κατά της 1964/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ