Legislator Case Law & Legislation
438/2014 AI generated

438/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 438/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Legislator headnote

AI generated

438/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1747/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4390/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2011 αίτησή του.

Keywords

AI generated
health insurance premium subsidies sick pay insurance benefits hospital stay co-payment rules on cover nursing care supplement reimbursement by health insurer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στην Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Λ. του Β.,έως και 199. Β. Μ. του Α., κατοίκων .... Οι υπό στοιχεία 71, 155, 167, 175 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Α) Η υπό στοιχείο 71 αναιρεσίβλητη Ρ.-Δ. Α. του Ρ. απεβίωσε στις 5/7/2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κερατσινίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Α.-Ρ. Κ. του Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, β) Μ. Κ. του Κ. του η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, γ) Σ.-Α. Κ. του Α.-Ρ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Β) Ο υπό στοιχείο 155 αναιρεσίβλητος Κ. Σ. του Θ. απεβίωσε στις 16/4/2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Α. Σ. του Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Γ) Η υπό στοιχείο 157 αναιρεσίβλητη Ε. Τ. του Ε. απεβίωσε στις 27/11/2013 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/5/2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Καλλιθέας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός κληρονόμος αυτής Ε.-Ι. Χ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Δ) Η υπό στοιχείο 175 αναιρεσίβλητη Ε. Α. του Γ. απεβίωσε στις 1/9/2010 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Μ.-Φ. Ξ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1747/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4390/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παρ.1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ'αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνομένη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/87). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 104 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον 'Αρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κλπ και επί εργατικών διαφορών κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου από 2-4-2012 και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών κλπ (άρθρο 665 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 6 του ν.4055/12), γ) ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, παρεχομένη από τον επισπεύδοντα με έναν από τους παραπάνω τρόπους, ως εκ τούτου δε στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη, εάν κατά την αυτεπάγγελτη προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας του απολειπομένου διαδίκου προς το δικηγόρο, που επέσπευσε τη συζήτηση για λογαριασμό του.

Τέλος, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4130/12-3-2013 (ΦΕΚ 74 Α/20-3-2013) σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τους αποβιώσαντες προ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αναίρεσης 71η, 155ο, 157η και 175η των αναιρεσιβλήτων (Ρ. Δ. Α., Κ. Σ., Ε. Τ. και Ε. Α.), τη γνώση του θανάτου των οποίων δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε στοιχείο ότι γνώριζε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., νομίμως συνεχίζεται η δίκη από τους αναφερομένους στα πρακτικά και το προεισαγωγικό μέρος της παρούσας νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../10-10-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών …, τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Αθηνών Δ. Τάγαρη, με παραγγελία του οποίου επιδόθηκε στο αναιρεσείον επικυρωμένο αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την, στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη δικάσιμο. 'Όμως δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων 4ου, 6ης, 85ου, 87ου, 103ου, 116η, 123η, 131ου, 132ης, 133ης, 147ης, 150ου, 154ης, 160ου, 185ου, 188ου, 195ου, καθώς και από τους κληρονόμους της 71ης αναιρεσίβλητης Α.

Ρ. Κ. και Σ.-Α. Κ., παροχή πληρεξουσιότητας προς τον προαναφερθέντα δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης και την εκπροσώπησή τους από αυτόν. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να χωρισθεί και ως προς αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και να προχωρήσει για τους λοιπούς παρισταμένους και νομίμως εκπροσωπούμενους αναιρεσιβλήτους.

Επειδή η διάταξη του αρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, επομένως, αν γίνει κατά το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη και αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από το άρθρο 1,2,6, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1, 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δει θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία (Ολ.

ΑΠ 28/1992, 14/2004).

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.1347/1983 "ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ" Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α'του ιδίου νόμου "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.

γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού.

ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. η) Η Ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους.

Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν.2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι μεταξύ των άλλων. α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι. δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.

στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας κ.λ.π.

Κατά το άρθρο 3 του ΠΔ 266/1989 "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΚΑ" Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. Ι4). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας. β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας. γ) Τα τοπικά Ιατρεία. δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας κ.λ.π. (παρ.3).

Κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ/τος 1. Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.

β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων όπου αυτό απαιτείται. 2. Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους.

Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας. Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3.

Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται. Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά.

Περαιτέρω η με το Ι.Κ.Α. σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν.2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του Ι.Κ.Α.

που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α (Α.Ε.Δ. 5/2000). Επηκολούθησε ο ν.3232/της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' όρισε ότι: "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α'), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". 'Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το Ι.Κ.Α., αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 το ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός, ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (Ολ.

ΑΠ 21,22/2007).

Περαιτέρω με το άρθρο 8 παρ.7 του ν.2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" χορηγήθηκε νοσοκομειακό επίδομα για το προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β) με τα οριζόμενα σ' αυτό ποσά για κατηγορίες προσωπικού.

Με την αριθμ. 2052670/5630/0022/1998 (ΦΕΚ Β 944/2-9-98) Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν.2470/1997, αποφασίσθηκε η επέκταση, στο σύνολό του, του ν.2470/1997 στους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/84 και ν.1810/88 και στους με σύμβαση γιατρούς (ν.1476/84, ν.1579/85, ν.1057/80 και ν.δ. 1204/72) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με το ν.2150/1993.

Με το άρθρο 25 του ν.2716/1999 το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 7 ν.2470/1997 το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους.

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθολογική κατάσταση. Με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ-ΟΤΑ ΕΛΛΑΣ κλπ", αφού καταργήθηκε με το άρθρο 28 αυτού το άρθρο 8 του ν.2470/1997, χορηγήθηκε επίδομα νοσοκομειακό και τροφής στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας και από 1-1-2007 στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου καθώς και στους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς, με τα αναφερόμενα για κάθε κατηγορία προσωπικού ποσά. Με την παράγραφο Β1 επανελήφθη ότι το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του για τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Με την αριθμ. 2/4302/..22/28.1/29-2-04 (ΦΕΚ Β 200/04) ΚΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών - Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν.3205/2003 αποφασίσθηκε η επέκταση από 1-1-2004 των διατάξεων του Α' μέρους του ν. 3205/2003 στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν.1476/84, Ν.1579/85) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν.1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/72, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με το Ν.2150/1993.

Τέλος, με το ν.3235/2004 που ισχύει από 18-2-2004 (ΦΕΚ Α 53/18-2-2004) θεσμοθετήθηκε ενιαία ρύθμιση παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας. 'Ετσι κατά το άρθρο 1. Σκοπός έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα.

β. Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας. γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό. δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού.

ε. Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική. στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης. ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία. η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.

Το σύστημα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αποσκοπεί στην ικανοποίηση των παρακάτω αρχών: α. της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας για όλους τους κατοίκους της χώρας. β. της ισότητας στην φροντίδα, που επιτρέπει τη διαχείριση οξέων και χρόνιων προβλημάτων υγείας από τον ίδιο ιατρό ή ομάδα ιατρών στη διάρκεια του χρόνου, γ.

της ολοκληρωμένης φροντίδας, δηλαδή της διαχείρισης των πιο συχνών νοσημάτων και προβλημάτων υγείας, καθώς και των πιο σημαντικών παραγόντων κινδύνου της υγείας, στο ιδιαίτερο περιβάλλον του ενδιαφερομένου, δ. του προσανατολισμού του συστήματος στο άτομο και στην οικογένειά του, μέσω μιας συντονισμένης και ελεγχόμενης παροχής φροντίδων, ε.

της διαχείρισης ιατροασφαλιστικών δεδομένων και πληροφοριών, με τρόπο που εξασφαλίζει την άμεση διαθεσιμότητα των πληροφοριών σε όλα τα σημεία του συστήματος υγείας, αλλά και την εμπιστευτικότητά τους, στ. της διαφύλαξης του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής οικογενειακού και προσωπικού ιατρού στο πλαίσιο του προγραμματισμού πρόσβασης στο σύστημα υγείας.

Κατά το άρθρο 2. Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Υγείας. 1. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από : α. τα κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του ΕΣΥ, δ.

τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε. από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του ΕΣΥ. 2. Τα Κέντρα Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτεύονται και ελέγχονται από το Υπουργείο Υγείας και πρόνοιας δια μέσου των αρμοδίων ΠΕ.ΣΥ.Π ως και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και της ποιότητάς τους, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη διαδικασία της πιστοποίησης των άρθρων 12 έως 14 του παρόντος νόμου και, μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, οφείλουν να προσαρμοστούν στους όρους, προϋποθέσεις και λοιπές ρυθμίσεις της απόφασης αυτής.

Η πιο πάνω εποπτεία ασκείται και τις μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ... 4) Για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, ιδρύεται σε κάθε ΠΕΣΥΠ Γραφείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που υπάγεται στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και στελεχώνεται ... 5) Στις αρμοδιότητες του Γραφείου αυτού ανήκει:

α. Ο σχεδιασμός και ο συντονισμός της Παροχής Πρωτοβάθμιας Υγείας στην περιοχή ευθύνης των ΠΕΣΥΠ. Ο έλεγχος της τήρησης του περιεχομένου και των προδιαγραφών λειτουργίας των κέντρων Υγείας ...

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) και ήδη αναιρεσίβλητοι, υπηρετούν ως ιατροί - υπάλληλοι, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχολήσεως, σε υγειονομικής σχηματισμούς του εκκαλούντος ν.π.δ.δ.

ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ. Συγκεκριμένα υπηρετούν (και ακολουθεί η ειδικότητα του καθενός εκ των εναγόντων ως ιατρών, ο χρόνος πρόσληψής των και η παροχή της υπηρεσίας των σε Νομαρχιακές Μονάδες και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ). Παρέχουν στους ασφαλισμένους του εκκαλούντος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές).

Ειδικότερα: (ακολουθεί ανάλογα με την ειδικότητα των εναγόντων η παροχή των υπηρεσιών τους π.χ. του δερματολόγου, ενδοκρινολόγου αλλεργιολόγου, ουρολόγου κ.λ.π.). Οι συνθήκες αυτές εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας, ως άνω, των ιατρών των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως.

Υπό τα δεδομένα αυτά και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δικαιούνται το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και, από 18-2-2004 ευθέως από το νόμο, που το εκκαλούν αμφισβητεί. 'Ετσι, εν όψει του σχετικού εκκληθέντος κεφαλαίου και του αγωγικού αιτήματος:

Ο καθένας από τους εφεσίβλητους δικαιούται στο χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 31-1-2007 12748,08 ευρώ (ακολουθεί ανάλυση πως προκύπτει το ποσό αυτό). Ακολούθως επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση εκτός από τη διάταξη αυτής για το έντοκο ποσό 898,72 ευρώ κατά την οποία την εξαφάνισε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στη μείζονα σκέψη της έκρινε, ότι το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 δικαιούνται οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας/Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής και των Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας/Κέντρων Υγείας του Ι.Κ.Α., ευθέως από το άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004 από 18-2-2004 μέχρι 31-1-2007.

Εν προκειμένω το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το νοσοκομειακό επίδομα των άρθρων 8 παρ. 7 του ν.2470/1997 και 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 χορηγείται μόνο στους γιατρούς που δουλεύουν σε νοσοκομεία, λόγω της ανθυγιεινότητας του χώρου εργασίας. 'Όπως προεκτέθηκε το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997, με το άρθρο 25 του ν.2716/1999 χορηγήθηκε και στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, που παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας Υγείας, όπως και οι Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, που μετονομάστηκαν με το άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004 σε Κέντρα Υγείας και συνεχίζεται να χορηγείται με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, και εφόσον η εργασία και οι συνθήκες εργασίας είναι ίδιες τόσο στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ όσο και στις ανωτέρω μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας του Ι.Κ.Α., που μετονομάστηκαν Κέντρα Υγείας ΙΚΑ, ορθά το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επεδίκασε στους ενάγοντες το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 17-2-2004. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/97 Ολ. ΑΠ 28/47). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ομοιότητας της παρεχομένης από τους αναιρεσιβλήτους εργασίας τους ως ιατρών Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, με αυτή των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 του ν. 2716/1999, και στη συνέχεια με το άρθρο παρ. 5 του ν.3205/2003, απαραίτητη προϋπόθεση χορήγησης του νοσοκομειακού επιδόματος στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας του Ε.Σ.Υ, όπου παρέχονται υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως ακριβώς και στις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας του Ι.ΚΑ., είναι η παροχή των υπηρεσιών αυτών στους χώρους των Κέντρων Υγείας και μάλιστα με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των δικαιούχων του επιδόματος.

Κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, ως ιατροί του ΙΚΑ συνδεόμενοι με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσέφεραν τις ιατρικές τους φροντίδες, ανάλογα με την ειδικότητα του καθενός, στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ μέσα στους χώρους των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ με πλήρες και αποκλειστικό ωράριο.

Επομένως αυτοί πληρούν την ως άνω προϋπόθεση του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997 και στη συνέχεια του άρθρου 8 παρ.5 του ν.3205/2003 και το εφετείο, που δέχθηκε με πλήρεις αιτιολογίες την ομοιότητα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας ως ιατρών σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ με αυτή των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός της αναίρεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ομοιότητας της παρεχομένης εργασίας από τους αναιρεσιβλήτους ιατρούς πρωτοβαθμίων μονάδων υγείας του ΙΚΑ με αυτή την ιατρών στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ χωρίς να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει την κρίση για την πιο πάνω ομοιότητα της παρεχομένης από τους αναιρεσιβλήτους εργασίας των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ με αυτή των Κέντρων Υγείας του ΕΣΥ, σχημάτισε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (έγγραφα).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιό επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας και άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 154/2004).

Κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 "Μισθολογικό λειτουργών υπαλλήλων Δημοσίου ΝΠΔΔ κλπ" χορηγείται επίδομα νοσοκομειακό και τροφής στο προσωπικό .. των Κέντρων Υγείας .., ενώ κατά το άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από τις μονάδες Πρωτοβάθμιας Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΟΚΑ) που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από την έναρξη ισχύος (18-2-2004) της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1β ν.3236/2004, οι μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των ασφαλιστικών οργανισμών, ως Κέντρα Υγείας πλέον, πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 δηλαδή τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας, αφού στον όρο Κέντρα Υγείας, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, περιλαμβάνονται και τα Κέντρα Υγείας των ΟΚΑ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1β του ν.3235/2004 και επεδίκασε το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3505/2003 στους αναιρεσίβλητους για το μετά τις 18-2-2004 χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ιδίου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενο τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ.8 και 10 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι για τον υπολογισμό του ύψους του επιδικασθέντος επιδόματος στους αναιρεσιβλήτους, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα των υπηρεσιών του.

Ο λόγος αυτός αφορά αιτιάσεις που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1..1 του ν.3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ ΟΤΑ κλπ" Τα επιδόματα των παραγράφων 4, 5, 6, 7, 11-17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους.

Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες ... Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδικάζοντας στους αναιρεσίβλητους το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003, χωρίς την ύπαρξη βεβαιώσεως του οικείου προϊσταμένου τους ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις καταβολής του, παρεβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.

Β1 του ν.3205/2003. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η κατά την τελευταία αυτή διάταξη απαιτούμενη βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου των δικαιούχων του επιδίκου επιδόματος, δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζόμενου από τον οικείο εργοδότη (ΑΠ 933/2004).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων μειωμένη κατ' άρθρον 21 παρ. 9 ν.1902/1990 σε συνδ. με άρθρ. 22 παρ. 1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 4ο, 6η, 85ο, 87ο, 103ο, 116η, 123η, 131ο, 132η , 133ης, 147η, 150ο, 154η, 160ο, 185ο,188ο, 195ο των αναιρεσιβλήτων και των κληρονόμων της 71ης των αναιρεσιβλήτων Α. Ρ. Κ. και Σ. - Α. Κ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση γι' αυτούς.

Απορρίπτει την από 12 Ιανουαρίου 2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4390/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη αυτών, το ποσό της οποίας ορίζει σε εννιακόσια (900) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ