438/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 438 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου κÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 438 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία Kourtakis Gesellschaft fur Vertriebssteuerung und Marketing fur Griechischen Wein in Deutschland Gmbh, που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσίβλητης- αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΛΛΑΡΙΑ ΟΙΝΩΝ Δ.ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ ΑΕ" (πρώην Δ.Κουρτάκης Μεσογειακή Βιομηχανία Οίνων ΑΕ) που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Σοφία Κομνά και Θεμιστοκλής Σκούρας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-6-2003, 22-12-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5501/2004 μη οριστική, 5994/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 4956/2006, 6732/2007 μη οριστικές και 3126/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά α)η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη με την από 15-12-2009 αίτηση της και με τους από 12-9-2011 πρόσθετους λόγους και β) η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα με την από 12-8-2009 αίτησή της και με τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: 1. να συνεκδικασθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, 2. να γίνει δεκτός ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.ΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της εταιρίας "KOURTAKIS GESELLSCHAFT FUR VERTRIEBSSTEUERUNG UND ΜΑRKETING FUR GRIECHISCHEN WEIN IN DEUTSCHLAND GMBH" και να απορριφθούν οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι και 3. να γίνει δεκτός ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΛΛΑΡΙΑ ΟΙΝΩΝ Δ ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ ΑΕ" όπως αυτός συμπληρώνεται με την εισήγηση και να απορριφθούν οι λόγοι του κύριου δικογράφου.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Η εταιρία με την επωνυμία "KOURTAKΙS GESELLSCHAFT FUR VERTRIEBSBESTEUERUNG" άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις από 10-6-2003 και 22-12-2003 αγωγές της, με τις οποίες, επικαλούμενη ότι μεταξύ αυτής και της εναγόμενης εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΛΛΑΡΙΑ ΟΙΝΩΝ Δ. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ Α.Ε." είχε καταρτισθεί σύμβαση αποκλειστικής από την ενάγουσα αντιπροσώπευσης των προϊόντων της εναγόμενης στις αγορές της Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Νορβηγίας και Φιλανδίας, η οποία με κοινή συμφωνία λύθηκε από 31-12-1999, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει : 1) με την πρώτη αγωγή : α ) 324.557,14 ευρώ για συμφωνηθείσα βασική προμήθεια από τη διαμεσολάβησή της στη διάθεση των προϊόντων της εναγόμενης κατά το Δ' τρίμηνο του έτους 1999, β) 50.718,40 ευρώ για συμφωνηθείσα πρόσθετη προμήθεια 2,5% επί του τζίρου του Δ' τριμήνου του έτους 1999 που αφορά την αγορά της Γερμανίας και γ ) 132.678,97 ευρώ για τόκους υπερημερίας και συνολικά το ποσό των 472.881, 45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και 2) με τη δεύτερη αγωγή : α) 131.196,59 ευρώ για συμφωνηθείσα πρόσθετη προμήθεια 2,5% επί του τζίρου του έτους 1999, αφαιρούμενης της αντίστοιχης προμήθειας του Δ' τριμήνου 1999 που αφορούσε τη Γερμανική αγορά και αποτελεί αντικείμενο της πρώτης αγωγής, και β) 65.286,70 ευρώ για τόκους υπερημερίας και συνολικά το ποσό των 196.483,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Οι δύο αγωγές συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκαν η μη οριστική 5501/2004 και η οριστική 5994/2005 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν οι αγωγές κατά παραδοχή των ενστάσεων της εναγόμενης περί απόσβεσης των απαιτήσεων της ενάγουσας. Κατά της τελευταίας αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 30-11-2005 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκαν η μη οριστική υπ' αριθ. 4956/2006 και η προσβαλλόμενη με τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης οριστική υπ' αριθ. 3126/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με την τελευταία των οποίων το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια δίκασε και δέχθηκε κατά ένα μέρος τις ένδικες αγωγές.
Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ "KOURTAKIS GESELLSCHAFT FUR VERTRIEBSBESTEUERUNG"
O λόγος αναίρεσης του αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε η εναγόμενη ενώπιον του πρωτοδικείου, προκύπτει ότι αυτή, αμυνόμενη κατά της πρώτης αγωγής, προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι " από το ποσό των 733.663,69 ΓΜ ή 375.116, 29 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η αμοιβή της ενάγουσας για προμήθεια Δ' τριμήνου 1999 αφαιρέθηκαν τα έξοδα, ύψους 161.581,21 ΓΜ ή 82.615,16 ευρώ, βάσει της πάγιας και συμφωνημένης λογιστικής πρακτικής, που τηρείτο κάθε τρίμηνο για τα τελευταία τρία χρόνια συνεργασίας μεταξύ των εταιριών " και έτσι απέμεινε υπόλοιπο οφειλής 572.455,16 ΓΜ ή 292.691,68 ευρώ, το οποίο και αυτό εξοφλήθηκε με συμβατικό συμψηφισμό της απαιτήσεώς της (εναγόμενης) κατά της εταιρίας DENA GMBH, η οποία είχε έναντι αυτής ανεξόφλητο υπόλοιπο 632.092,99 ΓΜ ή 323.184,01 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός περί απόσβεσης της οφειλής κατά το ποσό των 161.581,21 ΓΜ ή 82.614,16 ευρώ, τον οποίο αμφισβήτησε η ενάγουσα για το πέραν του ποσού 70.000 Γ.Μ ή 35.073,06 ευρώ, το οποίο αφαιρεί η ίδια στην αγωγή της, εκτιμώμενος ως ένσταση μερικής εξόφλησης δια συμψηφισμού της απαιτήσεως της ενάγουσας με την ανταπαίτηση της εναγόμενης για απόδοση δαπανών που διενήργησε για λογαριασμό της ενάγουσας, είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, αφού δεν παρατίθενται οι επί μέρους δαπάνες κατά ποσό, αιτία, χρονικό διάστημα που αυτές προέκυψαν και δικαιούχο πρόσωπο, αλλά παρατίθεται μόνο το συνολικό ύψος αυτών, με απαράδεκτη παραπομπή κατά τα λοιπά σε έγγραφα (σχετ. 10, 11, Μ, Μ1) που δεν ενσωματώνονται στις προτάσεις. Τον ισχυρισμό αυτό δεν κατέστησε ορισμένο η εναγόμενη ούτε με τις προτάσεις που υπέβαλε ως εφεσίβλητη (άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ). Η εναγόμενη επικαλείται ότι μεταξύ αυτής και της ενάγουσας συμφωνήθηκε να συμψηφίζονται οι εκάστοτε δαπάνες στις οποίες θα προέβαινε για λογαριασμό της ενάγουσας με τις απαιτήσεις της τελευταίας από προμήθειες όχι και συμφωνία για συμψηφισμό δαπανών ύψους 161.581,21 Γ.Μ. ή 82.614,16 ευρώ, οπότε και μόνο δεν θα ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των δαπανών. Όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις και το δικόγραφο της έφεσης της ενάγουσας, η τελευταία ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και επανέφερε με τον 9ο λόγο της έφεσής της ότι η ως άνω ένσταση της εναγόμενης είναι αόριστη, επειδή δεν προσδιορίζονται λεπτομερώς τα επί μέρους κονδύλια-δαπάνες από τις οποίες αποτελείται η προτεινόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι " δεν αναφέρεται ποίες υποχρεώσεις της ενάγουσας κάλυπταν, έναντι ποίας εταιρίας, από ποια αιτία και ποίο χρονικό διάστημα". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτίμησε τον άνω ισχυρισμό της εναγόμενης ως ένσταση συμψηφισμού, την οποία δέχθηκε ως βάσιμη και αφαίρεσε από την οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή των 375.275,54 ευρώ το ποσό των 161.208,83 ΓΜ ή 82.615,16 ευρώ, αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη οφείλει από την παραπάνω αιτία το υπόλοιπο ποσό των 292.691,68 ευρώ ( για το οποίο δεν δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση συμβατικού συμψηφισμού) Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, με το να εξετάσει κατ' ουσίαν την ένσταση συμψηφισμού κατά το ποσό των άνω δαπανών, παρά τον νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή αόριστη την ένσταση. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγων ( του κύριου και πρόσθετου δικογράφου ) που πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης. Όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της εναγόμενης, η τελευταία, προς αντίκρουση της δεύτερης αγωγής και του αιτήματος αυτής για καταβολή του ποσού των 131.196,59 ευρώ για οφειλόμενη πρόσθετη προμήθεια 2,5% επί του τζίρου του έτους 1999, πλην του Δ' τριμήνου της αγοράς της Γερμανίας, ισχυρίσθηκε τα εξή : " η εναγόμενη προβάλλει ένσταση πλήρους απόσβεσης των απαιτήσεων που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, βάσει του άρθρου 3 της σχετικής από 1-11-1999 συμφωνίας, που είχε συναφθεί μεταξύ των αντιδίκων και με την οποία βεβαιώνεται και επισφραγίζεται η εξόφληση αυτών, αλλά και της πάγιας πρακτικής που ακολουθείτο επί σειρά ετών μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης, από της ενάρξεως της εμπορικής τους συνεργασίας και η οποία συνίστατο στην εκκαθάριση των εκκρεμών λογαριασμών προμήθειας, ποσοστού επί του τζίρου 2,5% και αφαίρεσης από το γενικό σύνολο που προέκυπτε των εξόδων. Επομένως, για τα τρία προηγούμενα τρίμηνα του έτους 1999 ουδέν οφείλεται ούτε θα ήταν δυνατό να οφείλεται. Το μόνο που είχε αφεθεί προς ρύθμιση με το συμφωνητικό της 1-11-1999 ήταν το ποσό για το Δ τρίμηνο του 1999 και αυτό διότι το Δ τρίμηνο προδήλως δεν είχε λήξει ακόμα και άρα δεν είχε εκκαθαρισθεί...Το ποσό που παρουσιάζεται ως οφειλόμενο έχει αποσβεστεί και δεν οφείλεται πλέον, αφού αυτό ήταν εκκαθαρισμένο και πληρωμένο πριν την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού την 1-11-1999, σύμφωνα με την ρητή διατύπωση του άρθρου 3 αυτού και αφορούσε τα τρία προηγούμενα τρίμηνα του έτους 1999 ... (σελ. 24 και 25 των προτάσεων) ... Παρά το διαλαμβανόμενο στο συμφωνητικό ότι μέχρι την 1-11-1999 είχαν εκκαθαριστεί και πλήρως τακτοποιηθεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις και υποχρεώσεις από την εκτέλεση των όρων του από 12-12-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού και ουδέν οφείλεται, στην πραγματικότητα, η οποία αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τους μάρτυρες, την 1-11-1999 έγιναν προς τον Β. Β., ως εκπρόσωπο της KD GMBH ( ενάγουσας ) οι κάτωθι πληρωμές, οι οποίες αφορούσαν το προηγούμενο της 1-11-1999 χρονικό διάστημα : α ) την 4-11-1999 εκδόθηκε από την KD GMBH το 67/1999 τιμολόγιο για ποσό προμήθειας 161.581,21 ΓΜ ή 82.615,06 ευρώ, που αφορούσε προμήθειες του Γ' τριμήνου 1999, β ) την 5-11-1999 καταβλήθηκε από την εναγόμενη στην ενάγουσα το ποσό των 851.847,33 ΓΜ ή 435.542,88 ευρώ και γ ) την 11-11-1999 καταβλήθηκε από την εναγόμενη στην ενάγουσα το ποσό των 161.581,21 ΓΜ ή 82.862,05 ευρώ για εξόφληση του 67/99 τιμολογίου " ( σελ. 38 των προτάσεων ). Ο ισχυρισμός αυτός, συνολικά εκτιμώμενος, συνιστά ένσταση εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας από προμήθειες με καταβολή, η οποία είναι κατά πάντα ορισμένη. Το Εφετείο που δέχθηκε ότι πρόκειται για ένσταση εξόφλησης με καταβολή, την οποία δέχθηκε, ανελέγκτως, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν: 1 ) έλαβε υπόψη τον υπό στοιχ. ΙΙ.1 λόγο της έφεσης της ενάγουσας περί αοριστίας της ένστασης, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος, 2 ) δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, ως αόριστη, την ένσταση και 3 ) δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι μερική απόσβεση της οφειλής με καταβολή. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 και τρίτος από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ υπό στοιχ. Β.ΙV. 4 λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η συνολική από 131.196,59 ευρώ κύρια απαίτηση τη ενάγουσας, που αποτέλεσε αντικείμενο της δεύτερης αγωγής, αποσβέστηκε κατά το ποσό των 43.900,6 ευρώ (131.196,59 η συνολική κύρια απαίτηση - 82.862,05- 4.433,94 τζίρος 2,5% Γερμανίας) με άφεση χρέους, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγόμενη, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε άφεση χρέους, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η απαίτηση της ενάγουσας για προμήθειες των τριών πρώτων τριμήνων του έτους 1999 μετά την εκκαθάρισή τους ανήλθαν στο ποσό των 161.581 ΓΜ ή 82.862,05 ευρώ, το οποίο και εξοφλήθηκε, ενώ για προμήθειες του Δ' τριμήνου 1999 οφείλεται το ποσό των 4.433,94 ευρώ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον (Α.Π. 31/2011, 5/2011) και οι ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός της 4956/2006 δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου της 6503/5-5-2004 ένορκης βεβαίωσης του Ε. Ζ.. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, ενώ στα ανωτέρω έγγραφα αναφέρεται ότι το ποσό των 161.581,21 ΓΜ αποτελεί το υπόλοιπο μετά την αφαίρεση από τη βασική προμήθεια του Γ' τριμήνου 1999 του ποσού των 425.643 ΓΜ, που αποτελεί καταβληθέντα από την εναγόμενη έξοδα για λογαριασμό της ενάγουσας, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 161.581,21 ΓΜ αφορά την ένδικη απαίτηση της αμοιβής προμήθειας 2,5% επί του τζίρου των τριών πρώτων τριμήνων του έτους 1999. Ο λόγος αυτός, με βάση τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ούτε η έκθεση πραγματογνωμοσύνης ούτε η ένορκη βεβαίωση αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, ώστε η παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά τα εξής σχετικώς με τις προμήθειες των τριών πρώτων τριμήνων του έτους 1999, που αποτελεί αντικείμενο της δεύτερης αγωγής: "Αναφορικά με την ανωτέρω ένδικη απαίτηση, που αφορά την αμοιβή προμήθεια της ενάγουσας για το 2,5% επί του τζίρου του έτους 1999 εκτός του τελευταίου τριμήνου μόνο για την γερμανική αγορά, που ασκήθηκε με την ανωτέρω από 10-6-2003 ένδικη αγωγή, στην υπ' αριθ. 4956/2006 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε δυνάμει της 49561/2006 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρονται τα ακόλουθα : όπως προκύπτει από την παράγραφο 5 σελ. 9-12 " κίνηση λογαριασμού ενάγουσας" οι προμήθειες του 2,5 % επί του συνολικού τζίρου για τα πρώτα τρία τρίμηνα του έτους 1999 έχουν υπολογιστεί και συμπεριελήφθησαν στην εκκαθάριση των προμηθειών Γ' τριμήνου του 1999 και ( για ) το εναπoμείναν υπόλοιπο εκδόθηκε από την ενάγουσα, η οποία προφανώς δέχθηκε ότι η εν λόγω αμοιβή ανέρχονταν στο ποσό αυτό, το υπ' αριθμ. 67 τιμoλόγιo ποσού 161.581 DM. Άρα παραμένει σε εκκρεμότητα η απαίτηση της ενάγουσας για προμήθειες 2,5% επί του συνολικού τζίρου 4 χωρών (Αυστρία, Σουηδία, Φιλανδία, Νορβηγία) για το Δ' τρίμηνο 1999, που ανέρχονται στο ποσό των 8.663,37 ΓΜ, το οποίο κατά δήλωση της εναγομένης εκ παραδρομής δεν υπολογίστηκε ... Επίσης, ο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου εξετασθείς μάρτυρας της εναγομένης Ι. Δ. μεταξύ των άλλων σχετικά με την ένδικη απαίτηση της αμοιβής του. 2,5% του ετησίου τζίρου κατέθεσε ότι τα τρία πρώτα τρίμηνα έχουν εξοφληθεί, ενώ παραμένει σε εκκρεμότητα το τέταρτο. Από τα εκτιθέμενα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 6503/5-5-2004 ένορκη βεβαίωση του Ε. Ζ., Διευθυντή του Λογιστηρίου της εναγομένης, στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι "... Την 4-11-1999 από την KD GΜΒΗ εκδόθηκε το τιμολόγια Νο 67 προς την Δ. Κουρτάκης για ποσό προμήθειας ΓΜ 161.000 περίπου, που αφορούσε προμήθεια του Γ' τριμήνου 1999 ... . Τέλος, την 11-11-1999 επίσης καταβλήθηκε το ποσό των 161.000 ΓΜ περίπου εις χείρας Β. Β. για εξόφληση του ανωτέρω τιμολογίου Νο 67 της KD GΜΒΗ", αποδεικνύεται, ότι η ένδικη απαίτηση, της αμοιβής προμήθειας 2,5% επί του τζίρου που αφορά τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους 1999 έχει εξοφληθεί και επομένως ως προς το μέρος αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση της εξοφλήσεως την οποία η εναγομένη πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραδεκτώς επανυποβάλλει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως εφεσίβλητη. Μετά ταύτα η κρινόμενη αγωγή θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία για το τέταρτο τρίμηνο του έτους 1999, για το οποίο η ένδικη απαίτηση ανέρχεται στο ποσό των 8.668,37 Γ.Μ ή 4.433,94 Ευρώ. Το εν λόγω ποσό η εναγομένη όφειλε να το αποδώσει στην ενάγουσα μέχρι τις 15-1-2000, σύμφωνα με τον με αριθμό 4 όρο του ως άνω από 1-11-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, μετά την παρέλευση της οποίας η εναγομένη κατέστη υπερήμερη με αποτέλεσμα να οφείλει τόκους υπερημερίας από την επομένη ημέρα της ως άνω προθεσμίας και συγκεκριμένα για το από 16-1-2000 έως 13-6- 2003 χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι κατ' άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ η προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημέρας, όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία και ειδικότερα ... Τα ανωτέρω αναλύονται με τρόπο σαφή και πειστικό στην ανωτέρω υπ' αριθμ. 249/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα στην σελίδα 18 αυτής. Εξάλλου, το γεγονός, ότι η ενάγουσα για την ένδικη απαίτηση εξέδωσε το υπ' αριθμ. 67/4-11-1999 τιμολόγιο με το ανωτέρω ποσό των 161.581 ευρώ γερμ. μάρκων, το οποίο απεστάλη στην εναγομένη, το οποίο η τελευταία επικαλείται και προσκομίζει, και το οποίο αναφέρεται και στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποδεικνύει, έμμεσα πλην σαφώς; ότι τα ανωτέρω πρώτα τρία τρίμηνα του έτους 1999 είχαν εκκαθαριστεί και στην συνέχεια είχαν εξοφληθεί με την καταβολή ισόποσου ποσού γερμ. μάρκων στις 11-1l-1999 και όχι με συμψηφισμό, όπως με τρόπο πειστικό και αναμφίβολο και χωρίς κενά κατέθεσε ο εξετασθείς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δημητρίου Δημητρέλου, Ε. Ζ. για την συγκεκριμένη εξόφληση. Αυτό συνεπικουρείται και από το γεγονός, ότι στην προαναφερόμενη από 25-2-2000 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη, με την οποία η πρώτη ζήτησε την καταβολή της ανωτέρω απαιτήσεως των 634.509,31 και 99.134,48 γερμ. μάρκων, για τα οποία εκδόθηκαν και τα υπ' αριθμ. 68/16-2-2000 και 69/17-2-2000 τιμολόγια της ενάγουσας, η τελευταία δεν ζήτησε και την καταβολή της ως άνω απαίτησης, την οποία για πρώτη φορά ζήτησε με την επίδοση της άνω αγωγής ...".
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τις οφειλόμενες πρόσθετες προμήθειες των τριών πρώτων τριμήνων του έτους 1999, δεχόμενο ότι αυτές είχαν εκκαθαρισθεί και συμπεριληφθεί στις προμήθειες του Γ' τριμήνου 1999 και ότι για το εναπομείναν υπόλοιπο από 161.581 ΓΜ εκδόθηκε από την ενάγουσα το υπ' αριθ. 67/4-11-1999 τιμολόγιο, το οποίο εξόφλησε η εναγόμενη. Ειδικότερα, α ) η αναφορά στην απόφαση ότι κατά την ένορκη βεβαίωση του Ε. Ζ. το υπ' αριθ. 67 τιμολόγιο εκδόθηκε από την ενάγουσα για προμήθεια 161.000 ΓΜ περίπου, που αφορούσε προμήθεια Γ' τριμήνου 1999, δεν υιοθετείται πλήρως από το Εφετείο και δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι οι προμήθειες των τριών πρώτων τριμήνων έχουν συμπεριληφθεί και υπολογισθεί στην εκκαθάριση των προμηθειών του Γ' τριμήνου και ότι με την εξόφληση του 67/1999 τιμολογίου έχει εξοφληθεί η ένδικη απαίτηση της αμοιβής προμήθειας 2,5% επί του τζίρου, που αφορά τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους 1999, πόρισμα που είναι σαφές και σχηματίσθηκε και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Δ. και β ) η αναφορά του Εφετείου ότι η ενάγουσα με το να εκδώσει το υπ' αριθ. 67/1999 τιμολόγιο ποσού 161.581 ΓΜ για προμήθειες των τριών πρώτων τριμήνων του έτους 1999 " προφανώς δέχθηκε ότι η εν λόγω αμοιβή ανέρχονταν στο ποσό αυτό " δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία, αλλά σαφή και ανέλεγκτη παραδοχή του δικαστηρίου ότι το ύψος των οφειλόμενων προμηθειών ανέρχεται στο παραπάνω ποσό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμος.
Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΛΛΑΡΙΑ ΟΙΝΩΝ Δ. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ Α.Ε."
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε σχετικώς με το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας από 324.557,14 ευρώ για προμήθειες από τη διάθεση των προϊόντων της ( εναγόμενης ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 31-12-1999, καθώς και με την απορριφθείσα ένσταση της εναγόμενης περί ( μερικής ) απόσβεσης της απαιτήσεως της ενάγουσας με συμβατικό συμψηφισμό, τα εξής: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αμοιβή - προμήθεια της ενάγουσας για την διαμεσολάβησή της στην προώθηση των προϊόντων της εναγομένης στις χώρες της Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Νορβηγίας και Φιλανδίας για το από 1-10-1999 έως 31-12-1999 χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 634.509,21 Γ.Μ. (Γερμανίας Μάρκου) ή 324.557,14 ευρώ, για το οποίο η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμ. 68/2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Η εν λόγω προμήθεια της ενάγουσας αποδεικνύεται από την από 14-1-2000 αναλυτική εκτύπωση της εναγομένης, όπως αναφέρεται, ειδικότερα, κατωτέρω:
ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΠΩΛΗΤΩΝ ΑΠΟ 01-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 ΠΩΛΗΤΗΣ KOURTAKIS DEUTSCHLAND ... ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΠΩΛΗΤΩΝ ΑΠΟ 1-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 DEUTSCHLAND ... 003 GERO GMBH 18/11/1999 3427 DEM 3496 13.396,00 1.980,89 329.260 17/12/1999 3497 DEM 3594 11.618,00 2.383,88 397.092 ... σύνολο 585.036,74 ΓΜ ή 97.594.288 δρχ, ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΠΩΛΗΤΩΝ ΑΠΟ 1-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 NORWAY ...σύνολο 75.437,86 Γ.Μ. ή 3.027.373 δρχ., ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΠΕΛΑΤΩΝ ΑΠΌ 1-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 FILAND ... 42.562, 63 Γ.Μ. ή 3.027.373 ΔΡΧ., ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΠΕΛΑΤΩΝ ΑΠΌ 1-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 AYSTRIA ... σύνολο 78.067,37 γ.μ. ή 1.845.588 δρχ., ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΠΕΛΑΤΩΝ ΑΠΌ 1-10-1999 ΕΩΣ 31-12-1999 SWEDEN ... σύνολο 34.010,82 γ.μ. ή 1.282.973 δρχ. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα δικαιούται, βάσει των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών (δηλαδή του από 12-12-1992 και του από 1-11-1999), και το ποσοστό 2,5 % επί του ετήσιου τζίρου της εναγόμενης στις προαναφερόμενες αγορές, ο οποίος βάσει των προαναφερθεισών καταστάσεων ανήλθε για το ένδικο τελευταίο τρίμηνο 1999 στο ποσό των 3.966.179,29 Γ.Μ. . Επομένως η εν λόγω προμήθεια ¬ αμοιβή 2,5 % στο προαναφερόμενο συνολικό ποσό ανέρχεται σε 99.154,48 Γ.Μ. ή 50.718,40 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε και το υπ' αριθμ. 69/2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Επομένως, η εναγομένη για την ανωτέρω αιτία, οφείλει συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των 733.663,69 ΓΜ ή 375.275,54 ευρώ, νομιμοτόκως από 15-1- 2000, σύμφωνα με το από 1-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Από το εν λόγω συνολικό ποσό των 733.663,69 ΓΜ θα πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 161.208,83 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δαπάνησε για λογαριασμό της ενάγουσας και το οποίο η τελευταία προτείνει προς συμψηφισμό. Η τελευταία (ενάγουσα) ισχυρίζεται, ότι πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 70.000 Γ.Μ. ή 35.073,06 ευρώ, το οποίο η εναγομένη κατέβαλε κατόπιν εντολής της πρώτης, στον Ν. Α.. Σύμφωνα, όμως, με τον πίνακα, που εκτίθεται αμέσως κατωτέρω το εν λόγω ποσό ανέρχεται συνολικά σε 161.208,53 ΓΜ. ΑΡΙΘΜΟΣ T1MOΛOΓlOY ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΑΞΙΑ 271 ΗΜ. 22.11.99 SCHENK 5.896,63 273 076-0909/99/9.9.99 & 77* DIRECT AGENTUR 2.912 090/99/9.9.99 ... 36 Ι.:!Ζ 45/99/12.11.99 DEUTSCHERFACHVERLAG 5.040,03 ... 161.208,53. Εξάλλου, την ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας ζήτησε εγγράφως με την από 25-2- 2000 επιστολή της, που απέστειλε στην εναγομένη στις 25-2-2000, στην οποία συγκεκριμενοποιεί την εν λόγω απαίτηση στο ανωτέρω ποσό των 634.509,11 και 99.154,48 γερμ. μάρκων, για κύρια απαίτηση και τόκους υπερημερίας χωρίς να αιτείται και την έτερη αξίωση της ως άνω δεύτερης αγωγής, που αφορά την ετήσια προμήθεια 2,5 εκτός του τελευταίου τριμήνου 1999 και για τα οποία η ενάγουσα εξέδωσε τα υπ' αριθμ. 68116-2-2000 και 69/17-2-2000 τιμολόγια, τα οποία και απέστειλε στην εναγομένη προς εξόφληση. Επομένως, η κύρια απαίτηση της ενάγουσας για την ως άνω αιτία ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό των 572.455,16 Γ.Μ. (γερμανικών μάρκων) ή 292.691,68 ευρώ. Το εν λόγω ποσό η εναγομένη όφειλε να το αποδώσει στην ενάγουσα μέχρι τις 15-1-2000, σύμφωνα με τον με αριθμό 4 όρο του ως άνω από 1-11-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, μετά την παρέλευση της οποίας η εναγομένη κατέστη υπερήμερη με αποτέλεσμα να οφείλει επιπρόσθετα και τόκους υπερημερίας από την επομένη ημέρα της ως άνω προθεσμίας και συγκεκριμένα για το από 16-1-2000 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (l3-6-2003) χρονικό διάστημα δεδομένου, ότι κατ' άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ η προθεσμία αρχίζει από την επόμενη της ημέρας, όπου έγινε το γεγονός, που αποτελεί την αφετηρία και ειδικότερα ... .Έναρξη Περιόδου: 16/01/2000 Καταβολές: 0,00 Λήξη Περιόδου: 13/6/2003 Υπολειπόμενο Κεφάλαιο 292.691,68 Σύνολο ημερών: 1245 Υπολειπόμενοι τόκοι υπερημερίας 128.182.82 Αρχικό Κεφάλαιο: 292.691.68 Συνολικό Υπολειπόμενο Ποσό Κεφαλαίου και Τόκου 420.874,50. Τα ανωτέρω, εξάλλου, δέχεται και ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συγκεκριμένα στην σελίδα 18. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η από 10:6-2003 κρινόμενη αγωγή θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 420.874,50 ευρώ (ήτοι: 292.691,68 ευρώ για την κύρια απαίτηση και 128.182,82 ευρώ για τόκους υπερημερίας του αιτούμενου ένδικου χρονικού διαστήματος από 16-1-2000 έως 13-6-2003, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως ...". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας κατά κεφάλαιο και τόκους και την βασιμότητα της ως άνω ένστασης της εναγόμενης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361 και 440 Α.Κ.. Ειδικότερα, το Εφετείο παραθέτει αναλυτικά στην απόφασή του τις πωλήσεις που έκανε η ενάγουσα κατά ημερομηνία, πελάτη και αξία, καθώς και τις αναλογούσες στην αξία των πωλήσεων, με βάση τη σύμβαση, προμήθειες, δεχόμενο ότι αυτές ανέρχονται στο ποσό των 375.275,54 ευρώ και περαιτέρω, αφού αφαίρεσε από το παραπάνω ποσό δαπάνες ύψους 82.615,16 ευρώ ή 161.208,53 Γ.Μ., στις οποίες προέβη η εναγόμενη για λογαριασμό της ενάγουσας, δέχθηκε ότι κατά το υπόλοιπο ποσό δεν αποδείχθηκε η προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί απόσβεσης της άνω απαίτησης της ενάγουσας με συμβατικό συμψηφισμό. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που προβάλλεται η αιτίαση ότι "εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ανυπαρξία συμφωνίας συμψηφισμού, παρά το ότι η ενάγουσα δεν προσήγαγε καμία απόδειξη, ενώ αντίθετα η εναγόμενη προσκόμισε τρεις ένορκες βεβαιώσεις", ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Τη θεμελίωση του λόγου αυτού καταφάσκει η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση, δηλαδή επίκληση μη καταλείπουσα αμφιβολία για την ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 14/2005, ΑΠ 9/2000, 710/1991). Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του για την απόδειξη της ένστασής της περί απόσβεσης της οφειλής της με συμβατικό συμψηφισμό και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη : α ) τον τρίτο όρο του μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τον οποίο οι εκατέρωθεν απαιτήσεις και υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί μέχρι την υπογραφή του συμφωνητικού έχουν εκκαθαριστεί και εξοφληθεί, β ) το από 1-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης, της εταιρίας " DENA IMPORT- UND HANDELS GMBH" και της εταιρίας "EVI HOLDING A.G.", από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία DENA οφείλει στην εναγόμενη 500.000 ΓΜ, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει μέχρι 30-5-2001, άλλως ανέλαβε να το εξοφλήσει η εταιρία EVI HOLDING, η οποία και παρέσχε το δικαίωμα στην εναγόμενη να συμψηφίζει το εκάστοτε ποσό της καθυστερούμενης δόσης με τα οικονομικά ανταλλάγματα που θα οφείλει η εναγόμενη σ' αυτήν και γ ) την από 6-3-2000 επιστολή της εναγόμενης προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Β. Β., στην οποία αναφέρεται ότι η εναγόμενη του έχει καταβάλει για λογαριασμό της ενάγουσας 161.208,33 ΓΜ μέσα στο τελευταίο τετράμηνο του 1999 και ότι το υπόλοιπο από 572.455, 16 ΓΜ το συμψηφίζει, κατά τα συμφωνηθέντα, με το υπόλοιπο της εταιρίας DENA. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και μνημονεύει ρητά στην απόφασή του τα υπό στοιχ. α' και β' έγγραφα και σαφώς ανέγνωσε και τον τρίτο (3ο) όρο αυτού περί εκκαθαρίσεως και εξοφλήσεως όλων των μέχρι την 1-11-1999 υποχρεώσεων, τον οποίο προδήλως εκτίμησε σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι παρά τα αναφερόμενα στον ανωτέρω όρο η πραγματικότητα είναι ότι καταβλήθηκαν χρηματικά ποσά και μετά την υπογραφή του συμφωνητικού για προγενέστερες υποχρεώσεις. από τη βεβαίωση δε του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες του και ειδικότερα την παραδοχή του ότι η εναγόμενη κατέβαλε για λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 161.208,53 ΓΜ, που αναφέρεται στο υπό στοιχ. γ' ως άνω έγγραφο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο. Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την πλημμέλεια ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη, αν και ήταν νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή. Και στις δυο περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και, συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως. Αίτημα της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκαση τους από την επίδοση της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό (Ολ.A.Π. 10/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-6-2003 αγωγή της, ως προς την οποία και μόνο η εναγόμενη προσβάλλει ως αναιρεσείουσα την απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία να της καταβάλει αφενός το συνολικό ποσό των 340.202,48 για οφειλόμενες προμήθειες από τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής και αντιπροσώπευσης, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί να καταβληθούν μέχρι 15-1-2000 και αφετέρου τόκους υπερημερίας 132.678,97 ευρώ επί του ποσού των προμηθειών από 15-1-2000 μέχρι την άσκηση της αγωγής αυτής όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των αγωγών. Με τις προτάσεις που κατέθεσε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοδικείου περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, δηλαδή και ως προς τους τόκους υπερημερίας, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάζοντας έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχαν συνεκδικασθεί και απορριφθεί ως αβάσιμες κατ' ουσίαν οι αγωγές, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδικείου, κράτησε και δίκασε τις αγωγές και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα της πρώτης ως άνω αγωγής: α) για προμήθειες το ποσό των 292.691,68 ευρώ και β) για τόκους υπερημερίας επί του ανωτέρω ποσού από 16-1-2000 έως 13-6-2003 128.182,82 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και αναγνώρισε ότι οφείλονται επί της πρώτης αγωγής τόκοι τόκων, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η ως άνω αγωγή κατέστη νόμω αβάσιμη όσον αφορά τον ανατοκισμό, έπαυσε δηλαδή να έχει έρεισμα στην εν λόγω διάταξη, κατά την οποία ως "αγωγή" νοείται η καταψηφιστική, και άρα η επίδοσή της δεν γεννά το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα ανατοκισμού (A.Π. 1102/2010). Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια όσον αφορά τους τόκους τόκων της πρώτης αγωγής, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αντίθετες αναιρέσεις, καθεμία κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση της από 15-12-2009 αιτήσεως αναίρεσης και του από 12-9-2011δικογράφου πρόσθετων λόγων της εδρεύουσας στη Γερμανία εταιρίας με την επωνυμία "KOYRTAKIS GESELLSCHAFT FUR VERTIEBSSTEUERUNG UND MARKETING FUR GRIECHISCHEN WEIN IN DEUTSCHLAND GMBH" και της από 12-8-2009 αιτήσεως και του από 5-4-2011 δικογράφου πρόσθετων λόγων της εδρεύουσας στην Αττική εταιρίας με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΕΛΛΑΡΙΑ ΟΙΝΩΝ Δ. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ Α.Ε. ".
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3126/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ