438/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated438/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 438 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", που εδρεύει στη ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λαμπρινή Σάτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.3.2001 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 1149/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και η 1131/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-10-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 8.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται το δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς, και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.
Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1998).
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία -πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCΗ και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων, ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου.
Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων, κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση ..." (άρθρο 11 παρ.
Ια). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού (Ολ.
ΑΠ 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Μεταξύ του αναιρεσίβλητου Ψ και του αναιρεσείοντος με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", που αποτελεί ίδιο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου του Δήμου Γλυφάδας (άρθρο 1 Ν. 1188/1981) και συστήθηκε με το Β.Δ. 768/1965, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 έως και τις 31.12.2000, συνάπτονταν διαδοχικές και συνεχείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διάρκειας οκτώ μηνών και τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα, κατ' έτος, πλην της τελευταίας που ήταν διάρκειας ενός έτους (από 1.1.2000 έως 31.12.2000) χαρακτηριζόμενες από το αναιρεσείον ως "έργου", για να προσφέρει ο πρώτος (αναιρεσίβλητος) τις υπηρεσίες τους ως καλλιτεχνικός διευθυντής, έχοντας προς τούτο τα εκ του άρθρου 15 παρ. 1 του β.δ. 16 της 23.12.65/15.1.66 "Περί ιδρύσεως ιδιωτικών ιδρυμάτων" και του άρθρου 24 του από Απριλίου 1984 ισχύοντος Κανονισμού Διοίκησης και Διαχείρισης του αναιρεσείοντος προβλεπόμενα προσόντα.
Οι συμβάσεις όμως αυτές του αναιρεσίβλητου στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, αφού αυτός (αναιρεσίβλητος) καθόλη τη διάρκεια αυτών, μέχρι τις 31.12.2000, που το αναιρεσείον έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες του, δηλαδή για χρονικό διάστημα εννέα ετών, εργαζόταν κανονικά και ήταν υπό την νομική και πραγματική εξάρτηση του αναιρεσείοντος εργοδότη και υπό τις εντολές του.
Ειδικότερα, η εργασία και τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου συνίσταντο στη σύνταξη, υπογραφή και αποστολή κάθε είδους αλληλογραφίας για εκπαιδευτικά ζητήματα λειτουργίας του Ωδείου με το Υπουργείο Πολιτισμού, που είναι και η εποπτεύουσα αρχή. Καθόριζε τη διδακτέα ύλη, βάσει του νόμου, διοργάνωνε τις κατατακτήριες εξετάσεις, που διενεργούνταν κάθε χρόνο το μήνα Οκτώβριο και συγκροτούσε την εξεταστική επιτροπή, στην οποία και παρίστατο ως Πρόεδρος.
Ακολούθως συμμετείχε στην επεξεργασία των αποτελεσμάτων και στον έλεγχο των εγγραφών, βάσει των τυπικών προσόντων κάθε σπουδαστή και την τοποθέτησή του στην ανάλογη τάξη. Είχε την ευθύνη της οργάνωσης των ομαδικών μαθημάτων και την επιλογή του αντίστοιχου καθηγητή. Στα τέλη Οκτωβρίου κάθε έτους συνέτασσε και υπόγραφε το μαθητολόγιο, ενώ συνυπέγραψε με τον Δήμαρχο, με την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου (άρθρο 14 του Κανονισμού Διοίκησης και Διαχείρισης του Ωδείου) και απέστελνε στο Υπουργείο Πολιτισμού τις καταστάσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού με βεβαιώσεις παροχής της εργασίας τους.
Κατά τη διάρκεια της σχολικής περιόδου είχε την εποπτεία των μαθημάτων, την επίλυση κάθε ζητήματος που ανέκυπτε και την επαφή με τους γονείς των σπουδαστών. Συμμετείχε, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος εισηγούμενος τα εκπαιδευτικά ζητήματα, κατόπιν εντολής του Δημάρχου, συντάσσοντας το σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα.
Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του είχε ανατεθεί η οργάνωση διαφόρων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων στις οποίες και ο ίδιος συμμετείχε ως μουσικός. Κατά μήνα Μάϊο κάθε έτους προσδιόριζε τις ετήσιες προαγωγικές εξετάσεις, συστήνοντας τριμελείς επιτροπές κρίσης των μαθητών, στις οποίες προήδρευε, βαθμολογούσε κάθε μαθητή, ήλεγχε τα βιβλιάρια σπουδών και τα υπέγραφε συμπληρώνοντας την αντίστοιχη καρτέλα του κάθε σπουδαστή.
Κατά μήνα Απρίλιο κάθε έτους καθόριζε τις απολυτήριες εξετάσεις για τους τελειόφοιτους σπουδαστές, συστήνοντας προς τούτο πενταμελείς επιτροπές στις οποίες προήδρευε και παρίστατο εκπρόσωπος του Υπουργείου Πολιτισμού, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ακολουθούσε η υπογραφή των βιβλιαρίων σπουδών, η υπογραφή και η αποστολή των βιβλιαρίων σπουδών στο Υπουργείο για θεώρηση.
Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος δημιούργησε τη μέχρι και σήμερα υφιστάμενη μαθητική ορχήστρα του Δημοτικού Ωδείου Γλυφάδας, της οποίας επέλεγε τους μαθητές, καθόριζε το μουσικό πρόγραμμα και τις πρόβες και η οποία πραγματοποιούσε καλλιτεχνικές εμφανίσεις -συναυλίες τόσο στο Δήμο Γλυφάδας, στο δημοτικό θέατρο "ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ" όσο και σε άλλους Δήμους της Αττικής (Νίκαια, Μοσχάτο κ.λ.π.) αλλά και εκτός Αττικής (Άμφισσα κ.λ.π.).
Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι η παρεχόμενη εργασία του αναιρεσίβλητου ήταν μόνιμη και σταθερή καθόλη τη διάρκεια του έτους και όχι πρόσκαιρη ή εποχιακή, οι υπηρεσίες δε που αυτός παρείχε κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του αναιρεσείοντος και κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, δοθέντος μάλιστα ότι οι διάδικοι απέβλεπαν σ' αυτή καθεαυτή την εργασία του αναιρεσίβλητου και όχι σε κάποιο αποτέλεσμα.
Εξάλλου, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για τα Ωδεία και συγκεκριμένα το β. δ. 16/1966, που σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 299/1976 ισχύει για όλα τα Μουσικά Ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα (εκτός από το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης), και το Ν. 1188/1981 προβλέπεται το αναγκαίο για τη λειτουργία τους διδακτικό προσωπικό, στο οποίο περιλαμβάνεται ο Διευθυντής όπου και καθορίζονται οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του.
Τα ίδια δε ορίζονται σχετικά με το προσωπικό του αναιρεσείοντος στο κεφαλαίο Ε' , άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού Διοίκησης και Διαχείρισης του αναιρεσείοντος, πράγμα που σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη με την ιδιότητα του Καλλιτεχνικού Διευθυντή να εξυπηρετήσει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος από θεσμοθετημένη από την ισχύουσα νομοθεσία, που εφαρμόζεται και για το Ωδείο του αναιρεσείοντος, θέση και για τη σύννομη λειτουργία αυτού.
Το γεγονός ότι η μισθοδοσία του αναιρεσίβλητου γινόταν εφάπαξ με θεωρημένα δελτία παροχής υπηρεσιών δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο, αφού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού του μισθού και καταβολής αυτού στο μισθωτό. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε συνεχή παρουσία και καθορισμένο ωράριο στο χώρο της εργασίας του, αναιρεί τη σύνδεση του με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Και τούτο διότι οι κατέχοντες θέση διεύθυνσης, όπως ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται παραταύτα της εφαρμογής των ασυμβίβαστων με την εξέχουσα θέση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας. Καθόλη δε τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με το αναιρεσείον ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε κατά τρόπο άψογο και άριστο τα καθήκοντα του, όπως αυτά καθορίζονταν από τις σχετικές ως άνω κείμενες διατάξεις και τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, υποκείμενος προς τούτο στον έλεγχο του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και στον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του αναιρεσείοντος.
Τα όσα δε υποστηρίζει το αναιρεσείον για να απαξιώσει την προσφορά του αναιρεσίβλητου και να υποστηρίξει τη σύνδεσή τους με συμβάσεις έργου, ότι επί της θητείαςτου το Ωδείο υπολειτουργούσε και για το λόγο ότι αυτόςπροσέφερε τις ίδιες υπηρεσίες και σε άλλα Ωδεία, όπως της Νίκαιας και Πρέβεζας, με το ίδιο νομικό καθεστώς (συμβάσεις έργου), στερούνται οποιασδήποτε ουσιαστικής βασιμότητας και είναι ανακριβή.
Συνεπώς, η σχέση εργασίας του αναιρεσίβλητου με το αναιρεσείον είχε εξ υπαρχής τα χαρακτηριστικά μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων του αναιρεσίβλητου δεν εδικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς και ειδικότερα από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε ο αναιρεσίβλητος ούτε και από τη φύση και το είδος των καλυπτομένων από την εργασία αυτού αναγκών του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε και υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας του Ωδείου.
Απλά και μόνον το γεγονός ότι διατάξεις νόμου, όπως το π.δ. 410/88, ο ν. 2190/1994 κ.λ.π., απαγορεύουν τη σύναψη στο Δημόσιο, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ. συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου ή τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ.
Ια του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., που να δικαιολογεί την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επομένως, οι ανωτέρω συμβάσεις συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια αυτές να καθίστανται άκυρες ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειάς τους και να συνιστούν έτσι ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70 Ε.Κ., για την αποφυγή της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των απαγορεύσεων, που επιβάλλει ο ν. 2190/1994, ως αντιθέτων προς το πνεύμα και τους σκοπούς της παραπάνω Οδηγίας.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στο αναιρεσείον μέχρι τις 31.12.2000, οπότε το αναιρεσείον, με το από 10.10.2000 έγγραφό του προς τον αναιρεσίβλητο, γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι μετά την πάροδο της ανωτέρω ημερομηνίας δεν θα αποδεχόταν πλέον τις υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας με αυτό τον τρόπο τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που το συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο.
Όμως, το ... αναιρεσείον δεν κατέβαλε στον τελευταίο ταυτόχρονα με την καταγγελία, και τη νόμιμη αποζημίωση, οπότε αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω είναι άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης του αναιρεσίβλητου. Εφόσον το αναιρεσείον έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου οφείλει σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12 2001.
Ο νόμιμος μισθός του αναιρεσίβλητου, για πλήρες ωράριο, ανερχόταν από 1.1.1997, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2470/1997 (ΦΕΚ 40/Α/21.3.97 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις", οι οποίες με την υπ' αριθ. Υ.Α 202/1997/8, 462 επεκτάθησαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σε 360.000 δρχ.
μηνιαίως. Επομένως, για για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2001, το αναιρεσείον οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 5.040.000 δραχμών. Επίσης αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο που απασχολούσε τον αναιρεσίβλητο κατέβαλε σ' αυτόν ως μισθό το ποσό που καθοριζόταν στις συμβάσεις έργου και όχι τον ως άνω νόμιμο μισθό.
Επομένως, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να απαιτήσει τις σχετικές διαφορές αποδοχών. Όμως για το χρονικό διάστημα από 1.1.97 έως 31.12.1998 οι σχετικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, Για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.1.1999 έως 31.12.2000, οι νόμιμες αποδοχές του αναιρεσίβλητου ανήλθαν στο ποσόν των 10.080.000 δρχ. (ήτοι 360.000 Χ 28 μήνες συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας ή 29.582 ευρώ).
Έναντι αυτού το αναιρεσείον του κατέβαλε το ποσό των 3.949.237 δρχ. για το έτος 1999 και το ποσό των 3.949.237 δρχ. για το έτος 2000, ήτοι συνολικά 7.898.474 δρχ. ή 23.180 ευρώ. Επομένως, το αναιρεσείον οφείλει στον αναιρεσίβλητο την προκύπτουσα διαφορά των (29.582-23.180=) 6.402 ευρώ. Έτσι το συνολικό ποσό που οφείλει το αναιρεσείον στον αναιρεσίβλητο ανέρχεται στο ποσό των (14.780 + 6.402) = 21.182 ευρώ.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και αφού έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και ότι η από 31.12.2000 καταγγελία της συμβάσεως αυτής από το αναιρεσείον ήταν άκυρη, αναγνώρισε ότι οφείλονται στον αναιρεσίβλητο και επιδίκασε καταψηφιστικώς στον ίδιο, ποσά 3.010 και 18.172 ευρώ, αντιστοίχως, για μισθούς υπερημερίας και διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλόμενων αποδοχών του.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν.2112/1920, 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν.2190/1994 καθώς και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), εκτός των μη πληττομένων με την αναίρεση διατάξεων της αναιρούμενης αποφάσεως που αναφέρονται σε αναγνώριση οφειλής και καταψηφίσεως μισθολογικών διαφορών του αναιρεσίβλητου της χρονικής περιόδου από 1-1-1999 έως 31-12-2000, συνολικού ύψους 6.402 ευρώ, οι οποίες δεν θίγονται με την παρούσα απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1131/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος της ου καθορίζεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ