Legislator Case Law & Legislation
438/2008 AI generated

438/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 438/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30/4/2003 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2623/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7841/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/1/2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

438/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβιάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
excessive speed illegal overtaking manoeuvre driving while unfit to drive extreme speeding offence aggravated offence instantaneous offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 438/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατ. ..., 2) Της ασφαλιστικής Επιχείρησης με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 3) Χ3, κατ. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μάλλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατ. ..., 2) Ψ2, κατ. ..., ατομικά για τον ίδιο και για λογαριασμό του ανήλικου υιού του ..., κατοίκου ως άνω, 3) Ψ3, κατ. ..., 4) Ψ4, κατ. ..., 5) Ψ5, κατοίκου ..., 6) Ψ6, κατ. ..., 7) Ψ7, κατ. ..., 8) Ψ8, κατ. ..., ατομικά για την ίδια και για τον ανήλικο υιό της ..., κατ. ως άνω, 9) Χ9, ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου υιού της ..., κατ. ..., 10) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών" νόμιμα εκπροσωπουμένης, που εδρεύει στο ..., 11) Ψ11, κατ. ... Οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8η, 9η και 11ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ηλιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 10η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30/4/2003 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2623/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7841/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/1/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 19-12-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 10 του Ν. Γ)Ν/1911, 297 έως 300, 330 εδ.β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβιάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ο ΚΟΚ/1999 (Ν. 2696/1999) ορίζει α) στο άρθρο 12 παρ.1 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία ...", β) στο άρθρο 34 παρ.1,4 και 9 "1. Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις ...2 ... 3 ... 4.

Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η στάση ή η στάθμευση μόνο στους χώρους που έχουν διατεθεί για τον σκοπό αυτόν ή στα ερείσματα των οδών, αν δε δεν υπάρχουν τέτοια όσο το δυνατό πλησιέστερα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και παράλληλα προς τον άξονά του, εκτός αν απαγορεύεται αυτό ... 9. Ο οδηγός αυτοκίνητου οχήματος ...

αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμευση είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο, ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγού που πλησιάζουν"' και στο άρθρο 35 παρ.1 και 3 "Τα μηχανοκίνητα οχήματα στις οδούς, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι, επιβάλλεται να έχουν τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, αναμμένα τουλάχιστον τα δύο λευκά ή ειδικής επιλογής κίτρινα φώτα θέσης στο μπρός μέρος τους και ίσο αριθμό ερυθρών φώτων θέσης πίσω, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στα άρθρα 65 και 66 του παρόντος Κώδικα ... 2 ... 3.

Τη νύκτα και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, η παρουσία μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων πρέπει να επισημαίνεται με τα μπρός και πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης ...". Εξάλλου, οι έννοιες της αμέλειας και της υπαιτιότητας καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι' επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, κάθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ανωτέρω διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, που υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του αυτού ως άνω αριθμού και άρθρου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση των αποδείξεων ή την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10-11-2000, περί ώρα 22:15' η ΑΑ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της σε ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου (κατά το υπόλοιπο 50% της πρώτης ενάγουσας), που ήταν ασφαλισμένο για ζημιές προς τρίτους στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "ΑΣΠΙΣ - ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ", και εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο ...-.., με κατεύθυνση από ...

προς ... Στη ΧΘ 80.5 της πιο πάνω Ν.Ε οδού δεξιά, υπήρχε μικρής επιφάνειας ελεύθερος χώρος και κατά ένα μέρος επί του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας προς ..., ήταν σταθμευμένα α) το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο και β) το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, και τα δυο ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγομένων Χ1, που τα οδηγούσαν, πριν από την στάθμευση τους, το μεν πρώτο ο πρώτος εναγόμενος Χ3, το δε δεύτερο, όχημα ο δεύτερος εναγόμενος και ήταν ασφαλισμένα στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "ΕURΟ SΤΑR ΕΑΕΑΖ".

Το μεν πρώτο όχημα ήταν σταθμευμένο παράλληλα σχεδόν προς το οδόστρωμα, με κατεύθυνση προς ..., ενώ το δεύτερο ήταν σχεδόν παράλληλα σταθμευμένο προς το πρώτο όχημα και στη δεξιά πλευρά αυτού με κατεύθυνση προς ... Μάλιστα το πρώτο όχημα ήταν σταθμευμένο λόγω βλάβης του στο πιο πάνω σημείο, τουλάχιστον από το πρωΐ της ίδιας ημέρας (10-11-02), ενώ το δεύτερο, όχημα πολλές ώρες μεταγενέστερα όταν ο δεύτερος εναγόμενος, ειδοποιήθηκε για την βλάβη του πρώτου οχήματος, προς αποκατάστασή της.

Το πρώτο όχημα ήταν φορτωμένο με σίδερα και σιδεροκολώνες, οι οποίες προεξείχαν από την καρότσα του οχήματος. Ο δεύτερος εναγόμενος με σκοπό να επιδιορθώσει την βλάβη του πρώτου αυτοκινήτου, κατά τις βράδυνες ώρες, φώτισε το όχημα αυτό τοποθετώντας κάτω από αυτό πολύ ισχυρό ορθογώνιο προβολέα, με συνέπεια να επέρχεται θάμπωση των οδηγών των οχημάτων που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή από ...

προς ..., μεταξύ των οποίων οδηγών και η πιο πάνω ΑΑ. Η τελευταία πίστεψε ότι το πιο πάνω φως προερχόταν από αντιθέτως κινούμενα στο δικό της ρεύμα πορείας οχήματα. Έτσι για να αποφύγει τον όποιο κίνδυνο-σύγκρουσης με το θεωρούμενο ως αντιθέτως κινούμενο όχημα, επεχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει επί των σταθμευμένων δυο οχημάτων και να επέλθει ο ακαριαίος θάνατος της ΑΑ εξ αιτίας των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη.

Η πιο πάνω σύγκρουση οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα (με ενσυνείδητη αμέλεια) των δύο πρώτων εναγομένων, οδηγών των Ι.Χ.Φ αυτοκινήτων και η υπαιτιότητα τους συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν σαν μέσοι συνετοί οδηγοί σε ανάλογη περίπτωση, αφού οδήγησαν τα εν λόγω οχήματα (σε διαφορετικό χρόνο), τα στάθμευσαν σε μη επιτρεπόμενο χώρο και όχι σε χώρο ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας των λοιπών οχημάτων και ακόμη παρέλειψαν να επισημάνουν την ύπαρξη των εν λόγω ακινητοποιημένων οχημάτων, χρησιμοποιούντες τα πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης αφού ήταν σταθμευμένα σε χώρο, ο οποίος δεν φωτιζόταν επαρκώς, ενώ δε, από το οπίσθιο μέρος του πρώτου Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου (με αριθμό ...) προεξείχαν σιδεροκολώνες, παρά ταύτα δεν είχαν τοποθετήσει την προβλεπόμενη σήμανση, όπως επίσης δεν είχαν τοποθετήσει την σχετική προειδοποιητική πινακίδα επί του οδοστρώματος για τη στάθμευση των δυο οχημάτων σε μη επιτρεπόμενο χώρο.

Πλέον όμως τούτων ο δεύτερος εναγόμενος τοποθέτησε, όταν είχε πλέον βραδιάσει, για να φωτίσει το όχημα που είχε υποστεί βλάβη, ένα πολύ ισχυρό ορθογώνιο προβολέα με συνέπεια να προκαλείται η θάμπωση των οδηγών των οχημάτων, τα οποία εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (από ... προς ...), μεταξύ των οποίων και η θανούσα, η οποία εξέλαβε ότι το φώς του προβολέα προερχόταν από όχημα που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Δηλαδή οι δύο πρώτοι εναγόμενοι έπρεπε να ενεργήσουν για το φωτισμό του βλαβέντος οχήματος κατά τρόπο που να μη δημιουργεί κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, ήτοι τους οδηγούς των λοιπών οχημάτων (παραβ. άρθρ. 12 παρ.1, 34 παρ. 1,4, 10 παρ.1, 35 παρ. 1, 3, 4 του ΚΟΚ) ... Όπως αποδεικνύεται όμως και τη θανούσα οδηγό βαρύνει συντρέχον πταίσμα και δη σε ποσοστό 20% στην επέλευση του ατυχήματος, αφού ενώ εκινείτο νύκτα και η ορατότητα, ελλείψει τεχνητού φωτισμού, ήταν πολύ περιορισμένη, δεν είχε ρυθμίσει τη ταχύτητα του οχήματος της λαμβάνοντας υπόψη της τις συνθήκες της οδού, ώστε να μπορεί, αν χρειαζόταν, να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό, αλλά κινούμενη με το εν λόγω όχημα με μεγάλη ταχύτητα, όταν αντιλήφθηκε στην πορεία της, την ύπαρξη του ισχυρού φωτισμού, που προερχόταν από τον πιο πάνω προβολέα, που αυτή εξέλαβε ότι προερχόταν από αντιθέτως κινούμενο όχημα, που είχε εισέλθει στην πορεία της, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα λόγω της υπερβολικής της ταχύτητας, παρά το φρενάρισμα που ενήργησε, να επιπέσει στα σταθμευμένα πιο πάνω Ι.Χ.Φ αυτοκίνητα και, έτσι, συνετέλεσε και αυτή στην πρόκληση του ατυχήματος (παρ.

αρθρ.12 παρ. 1 και 19 παρ. 1,2.,3 του ΚΟΚ) ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του πρώτου και του τρίτου των αναιρεσειόντων, οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας όσον αφορά την παραδοχή της, ότι η θανούσα εξέλαβε το φώς του προβολέα, που χρησιμοποιήθηκε για την επισκευή του πρώτου φορτηγού αυτοκινήτου, ως προερχόμενο από αντιθέτως κινούμενο όχημα, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, ήτοι την υπαιτιότητα των δύο αναιρεσιβλήτων και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών ως προς τη θέση σταθμεύσεως του κάθε φορτηγού αυτοκινήτου επί της οδού και ειδικότερα εκείνου που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του πρώτος αναιρεσίβλητος, αφού δέχεται ότι τούτο ήταν σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά του άλλου και σχεδόν παράλληλα προς αυτό, για το οποίο δέχεται επίσης ότι ήταν σταθμευμένο στο δεξιό του ρεύματος πορείας της θανούσης και κατά ένα μέρος επί του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού.

Δέχεται ότι τα φορτηγά αυτά αυτοκίνητα είχαν σταθμεύσει σε μη επιτρεπόμενο χώρο, υπό την σαφή έννοια του ότι αυτός δεν είχε διατεθεί για τον σκοπό αυτό και όχι σε χώρο που να μη δημιουργεί κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας των οχημάτων, ενώ δικαιολογεί την ανάγκη επισημάνσεως με τα φώτα θέσεως ή σταθμεύσεως (ανεπαρκής φωτισμός) και τοποθετήσεως προειδοποιητικής πινακίδας για τη στάθμευσή τους (επί του οδοστρώματος κατά ένα μέρος και σε χώρο μη επιτρεπόμενο και επικίνδυνο).

Επίσης, δέχεται χωρίς αντιφάσεις, ότι ο προβολέας, που χρησιμοποιήθηκε για την επισκευή του φορτηγού αυτοκινήτου, προκαλούσε θάμπωση στους οδηγούς των αυτοκινήτων, που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα πορείας, όπου είχαν σταθμεύσει τα φορτηγά αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων οδηγών και η θανούσα. Τέλος, διευκρινίζεται ο άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οδηγών των αυτοκινήτων και του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι του αυτοκινητικού ατυχήματος και του εντεύθεν θανάτου της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων (η τελευταία δεν αντιλήφθηκε τη στάθμευση των φορτηγών αυτοκινήτων στο δεξιό του ρεύματος πορείας της, θαμπώθηκε από το φώς του προβολέα, το οποίο εξέλαβε ως προερχόμενο από αυτοκίνητο κινούμενο αντιθέτως στο ρεύμα πορείας της και επιχείρησε να το αποφύγει με ελιγμό προς τα δεξιά, όπου ήταν σταθμευμένα και μη επισημανθέντα φορτηγά αυτοκίνητα).

Επομένως, οι προβαλλόμενες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, ενώ οι υπόλοιπες (που αφορούν τον τρόπο της προεξοχής του φορτίου του ενός φορτηγού αυτοκινήτου, τα στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο σχημάτισε την πεποίθηση ότι η θανούσα εξέλαβε το φως του προβολέα ως προερχόμενο από αυτοκίνητο και την απόσταση από την οποία το φως αυτό ήταν ορατό) ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφορικώς με τα προαναφερθέντα ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος κατά ένα μέρος ως αβάσιμος και κατά το άλλο μέρος ως απαράδεκτος.

ΙΙ.- Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι στα πλαίσια της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων δέχεται ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ή βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση των συγκεκριμένων εγγράφων.

Εξάλλου, κατά την περίπτωση β' του αυτού ως άνω αριθμού και άρθρου του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκόμισαν παραδεκτώς οι διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 562 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, που έχουν ληφθεί υπόψη, χωρίς να έχουν προσκομιστεί παραδεκτώς, και το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο είχε προταθεί στο δικαστήριο, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη του ως άνω τελευταίου άρθρου εξαιρέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και τις συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει, ήτοι α) την από 10-11-2000 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας ..., β) δέκα φωτογραφίες από τον τόπο του ατυχήματος και γ) την προανακριτική κατάθεση της μάρτυρα ...

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, καθόσον αφορά τα υπό στοιχεία α' και β' έγγραφα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, σε αυτή ρητώς βεβαιώνει το Εφετείο, ότι για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως επί των ανωτέρω ζητημάτων έλαβε υπόψη και τα συγκεκριμένα αυτά έγγραφα' καθόσον δε αφορά το υπό στοιχείο γ' έγγραφο, από τη γενική διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και τις "προανακριτικές καταθέσεις", σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και την επίμαχη προανακριτική κατάθεση της αλλοδαπής μάρτυρα.

ΙΙΙ.- Επειδή κατά το άρθρο 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής στην οικογένεια του θύματος, μολονότι δεν προσδιορίζονται, περιλαμβάνονται ο σύζυγος και οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανόντος, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά. Έτσι, υπό την έννοια αυτή στην εν λόγω οικογένεια περιλαμβάνονται ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, ήτοι γαμβρός και νύφη, πεθερά και πεθερός.

Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται τα πρώτα εξαδέλφια, οι θείοι, οι ανεψιοί και τα τέκνα των ανεψιών του θύματος. Εξάλλου, με την πιο πάνω διάταξη παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως κατά το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες (ηλικία θανόντος και δικαιούχου, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ)λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, με την πιο πάνω διάταξη ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζομένης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο θέτει, και στα πλαίσια που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να επιδικάσει στην ένατη αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως δέχεται, είναι σύζυγος του γιού της θανούσης, ήτοι νύφη αυτής, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο δε λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι, με το να καθορίσει την επιδικαστέα στα καθοριζόμενα μέλη της οικογένειας της θανούσης εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στο αναφερόμενο υπερμέτρως ασύνηθες μεγάλο ποσό, παραβίασε ευθέως και τις θεσπίζουσες την αρχή της αναλογικότητας διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος και των άρθρων 6 παρ.1, 8 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι η κρίση του Εφετείου ως προς τον προσδιορισμό της επιδικαστέας εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ανερχομένης όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, για κάθε ένα από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, τέκνα της θανούσης σε 40.000 ευρώ, για την ένατη αναιρεσίβλητη, νύφη της θανούσης, σε 5.000 ευρώ, για τον εκπροσωπούμενο από τους δεύτερο και ένατη αναιρεσιβλήτους ανήλικο εγγονό της θανούσης σε 3.000 ευρώ και για κάθε ένα από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (πλην του ενδεκάτου), αδελφούς και αδελφές της θανούσης, σε 15.000 ευρώ, με βάση τις καθοριζόμενες στην απόφαση συνθήκες, δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας επί του αυτού ως άνω ουσιώδους ζητήματος της επιδικαστέας στους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στις συμπαραμαρτούσες συνθήκες, βάσει των οποίων καθορίστηκε το επιδικαστέο εύλογο χρηματικό ποσό. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια πλήσσεται η συμπροσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, διότι με αντιφατικές αιτιολογίες επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Ψ11.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Τούτο διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ενώ στην αρχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του δέχεται ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, είναι ανεψιός της θανούσης κι' επομένως, κατά την προπαρατεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, στη συνέχεια, αντιφατικώς, αναγνωρίζει γι' αυτόν αξίωση τέτοιας χρηματικής παροχής ως αδελφό της θανούσης.

IV.- Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει 1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 7841/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα όλων των αναιρεσιβλήτων πλην του ενδεκάτου, στους οποίους αφορά το μέρος αυτό της αναιρέσεως, 2)να αναιρεθεί εν μέρει η 2623/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι μόνο κατά το μέρος, με το οποίο, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως προς τον πέμπτο εναγόμενο (ήδη ενδέκατο αναιρεσίβλητο) Ψ11, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 8.785 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξη για τα δικαστικά έξοδα ως προς τον ίδιο ενάγοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2007, αίτηση των Χ1, κλπ. για αναίρεση της 7841/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, εκτός από τον ενδέκατο Ψ11. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την 2623/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο ως προς τον αναιρεσίβλητο Ψ11, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο Ψ11 στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ