Legislator Case Law & Legislation
438/2007 AI generated

438/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 438/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

438/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ν΄αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 83.000.000 δραχμών, στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αύξησης της περιουσίας του, που προέρχεται από δική της συμβολή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μόσχοβα.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12795/1997 του ίδιου Δικαστηρίου 587/1998 μη οριστικής και 279/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, ανέγνωσε την από 25-1-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Διονυσίου Γιαννακόπουλου, Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τον τέταρτο λόγο της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.

εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δικ. , συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή κατ΄ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά καις την παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

΄Ετσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, εν όψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, αναφέρει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητο, με τον οποίο βρίσκεται σε οριστική διάσταση από το 1992, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους το 1969 δεν είχε καθόλου περιουσία, ό,τι αφότου τελέσθηκε ο γάμος τους η περιουσία του αυξήθηκε α) κατά τα περιγραφόμενα σ΄ αυτήν λεπτομερώς περιουσιακά στοιχεία (δύο διαμερίσματα, μία αποθήκη, το δικαίωμα μελλοντικής καθ΄ύψος επέκτασης οικοδομής, δύο αγροτεμάχια και ένα τροχόσπιτο), τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και είχαν συνολική αξία κατά τον ίδιο χρόνο 120.000.000 δραχμών, β) κατά το ποσό των 10.000.000 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η αξία μετοχών και τοκομεριδίων του των εταιριών "...." και ".... " και γ) κατά το ποσό των 36.000.000 δραχμών, στο οποίο έφθαναν οι καταθέσεις του σε διάφορες τράπεζες και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου αυτή (αναιρεσείουσα) συνέβαλε, με τα εκ της εργασίας της, ως οδοντιάτρου, εισοδήματά της και επιπλέον με την προσωπική της εργασία στην συζυγική οικία για την ανατροφή των κοινών τέκνων και την φροντίδα της συζυγικής κατοικίας τους, κατά το 1/2.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ν΄αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 83.000.000 δραχμών, στο οποίο αποτιμάται το μέρος της αύξησης της περιουσίας του, που προέρχεται από δική της συμβολή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, Α) αναφορικά με τα υπό στοιχείο (α) περιουσιακά στοιχεία είναι, καθ΄ όσον αφορά την επιδίκαση ποσοστού πέραν του 1/3 των αποκτημάτων αυτών, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι δεν αναφέρονται επαρκώς τα προσδιοριστικά της επικαλούμενης (μεγαλύτερης της τεκμαιρομένης) συμβολής στοιχεία, και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται το ύψος των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, ούτε και αναφέρονται τα χρηματικά ποσά που αυτή κατέβαλε για την απόκτηση των επίδικων αυτών περιουσιακών στοιχείων, ενώ, επίσης, δεν αναφέρεται αν οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την αναιρεσείουσα στο συζυγικό οίκο υιπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, ούτε γίνεται χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών.

Αντίθετα η αγωγή, καθ΄ όσον αφορά τον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) της συμβολής της αναιρεσείουσας, ο οποίος, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο μεγαλύτερο πραγματικό υπολογισμό είναι, ως προς τα ίδια (υπό στοιχ. α) περιουσιακά στοιχεία, επαρκώς ορισμένη, αφού κατά τα προεκτεθένα όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, δεν είναι απαραίτητη η αναφορά των πιο πάνω στοιχείων και Β) αναφορικά δε με τα υπό στοιχεία β και γ περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, τοκομερίδια και καταθέσεις) η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα, τόσον όσον αφορά τον πραγματικό, όσον και τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας επί των αποκτημάτων αυτών.

Τούτο δε διότι ως προς τα υπό στοιχείο β περιουσιακά στοιχεία αναφέρονται, αόριστα, μετοχές και τοκομερίδια, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο αριθμός των μετοχών και των τοκομεριδίων και η αξία τους και αν οι κινητές αυτές αξίες υπήρχαν κατά τον χρόνο της συμπληρώσεως της τριετίας από την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και της ασκήσεως της αγωγής.

Ως προς δε τα υπό στοιχείο γ περιουσιακά στοιχεία (καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες) δεν αναφέρεται σε ποιές τράπεζες υπήρχαν καταθέσεις και τα επί μέρους ποσά αυτών και αν οι χρηματικές αυτές καταθέσεις υπήρχαν κατά τους ανωτέρω χρόνους. Επομένως το Εφετείο που έτσι έκρινε δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, κατά το μέρος που έκρινε αόριστη την αγωγή και γιαυτό ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1και 14 Κ.Πολ.Δικ.

πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την ένδικη εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε περιουσία κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων και ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε, πλην άλλων περιουσιακών στοιχείων α) με το υπ΄ αριθμ. ....

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ..... , που έχει νόμιμα μεταγραφεί ένα διαμέρισμα 124 τ.μ. στη .... και επί της οδού ..... , αντί τιμήματος 1.150.000 δραχμών β) στις 18-12-1977 την συνεταιριστική μερίδα του .... στον οικοδομικό συνεταιρισμό με την επωνυμία ".... " στην περιοχή ... αντί τιμήματος 60.000 δραχμών και γ) το έτος 1978, μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης, ένα τροχόσπιτο αντί τιμήματος 110.000 δραχμών και ότι η αγορά των περιουσιακών αυτών στοιχείων έγινε αποκλειστικά και μόνο με χρήματα του ιδίου του αναιρεσίβλητου.

Η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν είναι ανεπαρκής, ούτε έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή του ότι "οι διάδικοι τα χρήματα που εσόδευσαν από το επάγγελμά τους τα διέθεταν από κοινού για την κάλυψη των αναγκών της οικογενείας τους και όσα περίσσευαν τα αποταμίευαν για την επωφελή τοποθέτησή τους σε περιουσιακά στοιχεία".

Τούτο δε διότι το Εφετείο επεξηγεί και διευκρινίζει, ότι η μεν αγορά του διαμερίσματος της οδού .... έγινε αποκλειστικά και μόνο με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκάλυψε το εκ δραχμών 1.150.000 τίμημα, κατά το ποσό των 500.000 δραχμών με δάνειο που έλαβε επ΄ ονόματί του από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο και εξόφλησε με δικά του χρήματα, κατά το ποσό των 240.000 δραχμών από την πώληση αγρού του, εκτάσεως 8.000 τ.μ.

που βρίσκεται την περιοχή .... , κατά το ποσό των 200.000 δραχμών από δωρεά του πατρός του και κατά το υπόλοιπο μέρος από χρήματα που είχε αποταμιεύσει από την εργασία του, η δε αγορά της συνεταιριστικής μερίδας και του τροχόσπιτου έγιναν επίσης αποκλειστικά με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, "δεδομένου ότι τότε η αναιρεσείουσα δεν εργαζόταν και δεν είχε χρήματα από άλλη πηγή".

Η γενική τοποθέτηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τα εισοδήματα και των δύο συζύγων διατίθεντο για τις οικογενειακές ανάγκες και ό,τι περίσσευε το αποταμίευαν για επωφελή τοποθέτηση σε αγορά περιουσιακών στοιχείων, δεν σημαίνει και ότι η αποταμίευση ήταν ισόποση και για τους δύο συζύγους, εν όψει μάλιστα της παραδοχής του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα απεχώρησε από την εργασία της στο εργαστήριο της οδοντογναθικής χειρουργικής του οδοντιατρικού τμήματος της ιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης στις 13-2-1975 και άρχισε να εργάζεται και πάλι σε ιδιωτικό οδοντιατρείο στη Θεσσαλονίκη το 1979.

Ενώ, εξ άλλου το ύψος των αποδοχών και των καταθέσεων εκάστου συζύγου άπτεται της ουσιαστικής κρίσεως, του Εφετείου, η οποία όμως κατ΄ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επίσης δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την αρχική παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε περιουσία κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, και την εν συνεχεία παραδοχή του ότι αυτός επώλησε κατά τη διάρκεια του γάμου αγρόν του στην περιοχή ...

αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, το οποίο διέθεσε για να καλύψει μέρος του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος της οδού .... . Τούτο διότι α) οι παραδοχές του Εφετείου ως προς την περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία (τέλεση γάμου και χρόνος γέννεσης της αξίωσης της αναιρεσείουσας) είναι σαφείς, αφού γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν είχε περιουσία κατά την τέλεση του γάμου" και ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση της αναιρεσείουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα, είχε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και τροχόσπιτο), τα οποία συμπίπτουν με εκείνα που αναφέρονται στην αγωγή (κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε ορισμένη) και β) η παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την διάρκεια του γάμου επώλησε αγρό του αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, αφού και αυτή δέχεται στην αγωγή της ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν είχε τίποτε πριν από τον γάμο τους" και δεν αναφέρει ότι ο αγρός αυτός αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους με δική της συμβολή.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ζητήματα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα, ήτοι το εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 1992 (διαχειριστικού έτους 1991) που αναφέρεται στο καθαρό ετήσιο εισόδημα του αναιρεσιβλήτου το 1991. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το επίμαχο εκκαθαριστικό σημείωμα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση τούτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.

Αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεώς του.

Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 5-12-1990, 20-2-1991, 25-2-1992 και 18-2-1993 βεβαιώσεων αποδοχών της αναιρεσείουσας των ετών 1989, 1990, 1991 και 1992 του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βεροίας, στο οποίο εργαζόταν ως διευθύντρια, διότι, ενώ στα δημόσια αυτά έγγραφα βεβαιώνεται ότι οι ακαθάριστες αποδοχές της ήταν :

το έτος 1989 4.510.825 δραχ., το έτος 1990 6.437.219 δραχ., το έτος 1991 7.629.208 δραχ. και το έτος 1992 8.301.068 δραχ. και οι καθαρές για τα ίδια έτη 4.066.597, 5.901.754, 6.997.281 και 7.613.505 δραχ. αντιστοίχως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι καθαρές αποδοχές της για τα έτη αυτά έφθαναν τα ποσά των δραχμών 2.637.437, 3.554.353, 4.255.375 και 4.726.767 αντιστοίχως, αποδίδοντας έτσι στις παραπάνω βεβαιώσεις περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνα (βεβαιώσεις αποδοχών της αναιρεσείουσας) που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία δεν εξαίρονται ως έγγραφα, επί των οποίων να βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο ή κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 279/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ