Legislator Case Law & Legislation
438/2006 AI generated

Supreme Court refers case to plenary regarding mandatory collective agreements overriding individual contracts in public hospitals.

Case Number 438/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the first appeal reason but referred the first and second reasons to the plenary session for resolution. The appellants challenged the lower court's ruling on salary disputes involving nurses with private law contracts in public hospitals. The court determined that collective agreements for public personnel strictly govern remuneration, preventing individual contracts from setting lower standards, and deemed the issue of general legal interest requiring plenary examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6(2) of Law 1397/1983; Article 7 of Law 993/1979; Article 1(1) of Presidential Decree 1198/1972: Collective agreements for public personnel strictly determine remuneration, rendering individual contracts inapplicable if they establish lower terms than the collective agreement.

Keywords

AI generated
collective agreements public hospitals mandatory collective agreements individual employment contracts remuneration standards public personnel salary disputes

Cited Legislation

AI generated
Article 6(2) of Law 1397/1983
Article 7 of Law 993/1979
Article 1(1) of Presidential Decree 1198/1972
Article 23(1)(d) of Law 1876/1990
Article 8(1) of Presidential Decree 1198/1972
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 438 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 438/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Ε. Β. του Ν. κατοίκου ..., 2) Σ. Β. του Μ., κατοίκου ... 3) Μ. Μ.-Μ. του Β. κατοίκου ..., 4) Β. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 5) Δ. Π. του Π., κατοίκου ... 6) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ... 7) Γ. Λ. του Η., που απεβίωσε και συνεχίζουν τη δίκη η σύζυγός του Α. Λ. του Α. και το μοναδικό του τέκνο Β. Λ. του Γ., ως πλησιέστεροι συγγενείς του. 8) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 9) Μ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 10) Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ... 11) Ά. Μ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου : Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αττικής - ΚΑΤ" που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαντζουράνη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2529/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5792/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 15 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 "περί του Εθνικού Συστήματος Υγείας", νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του Νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες ΝΠΙΔ, εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ΝΠΔΔ, μετατρέπονται (μέσα σ' ένα χρόνο από τη δημοσίευση του εν λόγω Νόμου) σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.

Το προσωπικό (πλην ιατρικού), που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των προεδρικών διαταγμάτων μετατροπής, εντάσσεται, ύστερα από κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα και είναι ηλικίας μέχρι 55 ετών, σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.

Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό, που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, που υπηρετούσε στη μονάδα, η οποία μετατρέπεται, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.

Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις, που προβάλλονται απ' αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος μετατροπής. Το ανωτέρω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 παρ. 3 του ιδίου Νόμου.

Εξάλλου, με το Π.Δ. 304/5-8-1983 (ΦΕΚ Α' 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αττικής - ΚΑΤ" μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπήχθη στις διατάξεις των Ν.Δ. 2592/1953 και Ν. 1397/1983, ενώ με την υπ' αριθμ. Α 3β/οικ. 21121/11-12-1986 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 19/15-1-1987) εκδόθηκε ο νέος Οργανισμός του Νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 131 Ν. 2071/1992) και μετονομάσθηκε, φέροντας έκτοτε την άνω μνημονευόμενη επωνυμία.

Στο άρθρο 2 του ανωτέρω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι το προσωπικό, που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου Οργανισμού, εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση. Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972 και ισχύει από 1-7-1988 (άρθρ. 10 αυτής), ορίσθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής, ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη σωματείων, τα οποία ανήκουν στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια βάσει των τυπικών προσόντων προσλήψεώς τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι προσελήφθηκσαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι των οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών του, κατά τα έτη 1964 έως 1974 και συμφώνησαν να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας. Μετά την μετατροπή του εναγομένου σε ΝΠΔΔ και την έκδοση του νέου Οργανισμού του δεν εντάχθηκαν σε μόνιμες θέσεις και ίσχυε γι' αυτό η συμφωνία τους να αμείβονται με τις ως άνω Σ.Σ.Ε. Μετά ταύτα, διατεινόμενοι ότι το αναιρεσίβλητο έπρεπε να εφαρμόσει την από 7-6-1999 Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών, ζήτησαν να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή διαφορές. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, διότι έκρινε ότι μετά την έκδοση του ως άνω Οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις, οι τελευταίοι υπήχθησαν στο μισθολογικό καθεστώς, που διέπεται αποκλειστικά από τις αφορώσες το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ διατάξεις και τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε.

της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) και ότι δεν είχε εφαρμογή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η Σ.Σ.Ε., με βάση την οποία υπολογίζουν αυτοί τις αποδοχές τους ούτε είχε εφαρμογή στην περίπτωσή τους το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990. Επίσης δέχθηκε ότι από την 9316/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασε στους αναιρεσείοντες διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1993, δεν απορρέει δεδικασμένο και για το δικαίωμα αυτών να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.

των λογιστών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, διότι κατά το διάστημα αυτό ίσχυε διαφορετική Σ.Σ.Ε. και δεν υπήρχε ταυτότητα νομικής αιτίας. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό, που πρότειναν ότι αναιρεσείοντες με την αγωγή και τις προτάσεις τους, ότι είχε συμφωνηθεί να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. των λογιστών και βοηθών λογιστών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, αφού έλαβε υπόψη την ως άνω συμφωνία και έκρινε ότι το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990 δεν είχε εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επίσης, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις από την 9316/1997 απόφαση του ίδιου Εφετείου, παρότι από την απόφαση αυτή προέκυπτε ότι είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι να αμείβονται οι αναιρεσείοντες με τις ισχύουσες εκάστοτε Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. και το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό της συμφωνίας των διαδίκων και μόνον αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου. Ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως, πέραν του ότι προτείνεται αλυσιτελώς, αφού το Εφετείο δεν απέκρουσε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, ώστε να τεθεί θέμα παραδοχής της με βάση το δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το δεδικασμένο καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ., ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό ως ενιαίο όλο και δεν καλύπτει αυτοτελώς τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται και στους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες προσδιορίζονται μόνο με τον αριθμό των σχετικών αναιρετικών λόγων.

Επειδή, περαιτέρω, με τους πρώτο (πρώτο σκέλος) και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του Ν. 1198/1972, 2 του Π.Δ. 304/1983, 17 παρ. 2 και 3 του Οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983, διότι δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά την έκδοση του άνω Οργανισμού και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις το μισθολογικό καθεστώς αυτών διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις που αφορούν το προσωπικό του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

και μάλιστα τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και ότι δεν ισχύουν οι ευνοϊκότεροι όροι των ατομικών τους συμβάσεων. Για το ζήτημα αυτό έχουν υποστηριχθεί στη νομολογία αντίθετες απόψεις. Κατά την άποψη που ακολούθησαν οι 1728/2005 και 874/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, από την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ.

και προβλέπει ήδη το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι ευνοϊκότεροι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των Σ.Σ.Ε. και τούτο διότι οι κανονιστικοί όροι των Σ.Σ.Ε. περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν την δυσμενέστερη ρύθμιση με την ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως την βελτίωση με την ατομική σύμβαση της προστασίας αυτής.

Η ως άνω αρχή εφαρμόζεται και στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία και μετά την μετατροπή αυτών σε Ν.Π.Δ.Δ. και συνεπώς, οι ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής των ατομικών συμβάσεων το νοσηλευτικού προσωπικού θα υπερισχύσουν των δυσμενέστερων ρυθμίσεων της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των σχετικών διατάξεων του Ν. 1505/1984.

Κατά την άλλη άποψη, που ακολούθησε η προσβαλλόμενη απόφαση και έχει υποστηριχθεί από τις 539/2001, 546/2001 και 497/1998 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 και 1, 4 και 8 του Ν.Δ. 1198/1972 προκύπτει ότι οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α. ρυθμίζονται με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μόνον, που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Ν.Δ. και ότι οι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που κηρύσσονται υποχρεωτικές, δεν δεσμεύουν το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., ως προς τους εργαζόμενους σ' αυτούς με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Παρόμοιες είναι και οι ρυθμίσεις των άρθρων 8 παρ. 1β, 19 και 20 του ν. 1876/1990, που προβλέπουν ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας των άνω εργαζομένων ρυθμίζονται με Σ.Σ.Ε., που καταρτίζει με τις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις ο Υπουργός Οικονομικών και ο Υπουργός που ασκεί εποπτεία (19 παρ. 1). Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με την αμφιμερώς δημόσιας τάξεως διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 61 του κώδ.

Π.Δ. 410/1988), συνάγεται ότι οι αποδοχές του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ καθορίζονται (μέχρι της ισχύος του Ν. 1876/1990) αποκλειστικά και μόνο από τις προβλεπόμενες στο Ν.Δ. 1198/1972 ειδικές Σ.Σ.Ε. και όχι από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι ευμενέστεροι όροι των οποίων δεν μπορούν να τροποποιήσουν τους τυχόν δυσμενέστερους όρους των άνω Σ.Σ.Ε.

Το εργαζόμενο, άρα, στα δημόσια νοσοκομεία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, νοσηλευτικό προσωπικό υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, που δεν ήταν δεκτικό τροποποιήσεως με την ατομική τους σύμβαση, έστω και αν αυτή περιείχε ευμενέστερους όρους από εκείνους της άνω Ε.Σ.Σ.Ε. Σημειώνεται προς επίρρωση της τελευταίας αυτής απόψεως ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1198/1972 που προβλέπει ότι οι ΣΣΕ και Δ.Α.

που κηρύσσονται υποχρεωτικές δεν δεσμεύουν το Δημόσιο τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 παρ. 1δ' του Ν. 1876/1990 και ότι οι ως άνω ρυθμίσεις - και μάλιστα εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ΝΔ. 1198/1972, που ορίζει ότι οι όροι, οι συνθήκες και η αμοιβή της εργασίας του προαναφερόμενου προσωπικού καθορίζονται, "μόνο" με Σ.Σ.Ε. - αποσκοπούσαν προφανώς στην αποφυγή καταχρήσεων από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ώστε να μη καθορίζουν συμβατικώς υπέρμετρες ή μεγαλύτερες έστω από τις νόμιμες αμοιβές των εργαζομένων.

Σημειώνεται ότι το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από την μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.Δ. 1198/1972, που ορίζει ότι διατάξεις νόμων, Υ.Α., Σ.Σ.Ε., Δ.Α. και Κανονισμών, ή υφιστάμενες ατομικές συμβάσεις για τους όρους, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας του εν λόγω προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι της ευνοϊκότερης ρυθμίσεως των αποδοχών του με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 1 και 5 διαδικασίες (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α. ή Υ.Α.), αφού πρόκειται για μεταβατική διάταξη, που προνοεί για την διατήρηση των καταβαλλόμενων με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις ή ατομικές συμβάσεις υψηλότερων αποδοχών μέχρι να καλυφθούν από τις αποδοχές των Σ.Σ.Ε., Δ.Α. ή Υ.Α., που καταρτίζονται ή εκδίδονται σύμφωνα με το ανωτέρω Ν.Δ. Ενόψει των ανωτέρω, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, η επίλυση του οποίου είναι αναγκαία και για την ενότητα της νομολογίας και πρέπει γι' αυτό να παραπεμφθούν οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β ΚΠολΔ.

Για τους λόγους αυτούς - ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα. - ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος και δεύτερο λόγους της από 15-7-2004 αιτήσεως των Ευτέρπης Βαλέττα κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5792/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ