Supreme Court partially allows appeal against lower court's rejection of appeal regarding finality of accounting order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, which had rejected the appeal as inadmissible. The lower court erred in finding the accounting order final regarding the concurrent counterclaim, as the finality depended on the defendant's compliance with the six-month reporting deadline. Consequently, the appeal was upheld to the extent that the Third Instance Court must re-examine the case's finality status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 303 of the Civil Code; The lower court erred in declaring an accounting order final regarding a concurrent counterclaim when the defendant failed to submit the required account within the statutory six-month period, necessitating a re-evaluation of the order's finality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 437 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 437/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Θεοτοκάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από ... ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από ...(αριθμ. εκθ.καταθ....) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου ..., το οποίο, δικάζοντας την από ... έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ... οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη κατά το σκέλος που έβαλε κατά της από ... αγωγής του περί λογοδοσίας, ενώ έκανε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη την έφεση κατά το σκέλος που έβαλε κατά της ασκηθείσας κατ'αυτού ανταγωγής περί λογοδοσίας της αναιρεσίβλητης, και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν μόνο ως προς το αίτημα περί επιβολής ποινής και χρηματικής κρατήσεως σε βάρος του αντεναγομένου, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και απείλησε σε βάρος αυτού χρηματική ποινή χιλίων (1...)ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ. υπ'αριθμ. ... επισυναπτόμενο στην έκθεση αναίρεσης παράβολο - άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.
Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 718 ΑΚ, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση της υποχρέωσης προς λογοδοσία αποτελεί η διαχείριση ξένης ολικά ή μερικά περιουσίας, που συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, χωρίς τις οποίες δεν νοείται διαχείριση. Τη λογοδοσία (εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει, εφόσον του ζητήθηκε, εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν αναφέρεται λεπτομερώς στις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία - δηλαδή, όταν δεν αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ούτε έχουν επισυναφθεί και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον συνηθίζονται - πρβλ.
ΑΠ 646/2024, ΑΠ 475/2020) μπορεί να ζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ ο δεξίλογος με αγωγή του, στην οποία μπορεί να περιλάβει και αίτημα για την καταβολή του πιθανού υπολοίπου του λογαριασμού. Επιπλέον, κατά το άρθρο 474 ΚΠολΔ, η απόφαση που διατάζει λογοδοσία ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός ή ο κατάλογος πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου.
Κατά δε το άρθρο 477 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση, ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου. Αν ζητήθηκε με την αγωγή για λογοδοσία κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα, για την περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή το κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα.
Το δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, προκειμένου να εξαναγκαστεί ο δοσίλογος να εκπληρώσει εμπροθέσμως την υποχρέωσή του, ήτοι να προβεί στις ως άνω πράξεις, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν από τρίτο πρόσωπο, αλλά η επιχείρηση αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, καταλείπεται στο δικαστήριο η διακριτική εξουσία, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης αυτού προς τις επιταγές από τη δικαστική απόφαση, να καταδικάσει τούτον σε καταβολή ορισμένου ελλείμματος, εφόσον, όπως είναι φυσικό, τούτο ζητήθηκε και πιθανολογείται.
Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ο εναγόμενος-δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε τη λογοδοσία και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, με τη μορφή που παραπάνω προσδιορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική, ως προς την υποχρέωσή του για λογοδοσία (ΑΠ 475/2020, ΑΠ 1122/2006).
Αν δε ζητήθηκε η καταβολή ορισμένου ελλείμματος και το δικαστήριο καταδίκασε το δοσίλογο στην καταβολή του ελλείμματος αυτού, για την περίπτωση που ο δοσίλογος δεν καταθέσει το λογαριασμό μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική και ως προς την υποχρέωση προς καταβολή του ελλείμματος με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, μετά δε την τελεσιδικία της είναι εκτελεστή και ως προς τα με αυτή διατασσόμενα κατά το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαναγκαστικά μέτρα (ΑΠ 707/2020, ΑΠ 475/2020, ΑΠ 1446/2012, ΑΠ 1122/2006).
Περαιτέρω, σε σχέση με το χρονικό σημείο, κατά το οποίο η απόφαση γίνεται εκκλητή, η έφεση που ασκείται ενόσω η απόφαση παραμένει μη οριστική είναι απαράδεκτη. Έτσι, η μεν καταχρηστική διετής προθεσμία για την άσκηση έφεσης εκκινεί μόνο εφόσον η απόφαση καταστεί οριστική δηλαδή μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας, η οποία θα εκκινεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στην απόφαση - συνήθως από την κοινοποίηση της στον εναγόμενο, ή την ενδεχόμενη κατάθεση του λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου, ενώ, για την έναρξη της γνήσιας τριακονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, θα απαιτείται η εκ νέου επίδοση της περί λογοδοσίας απόφασης , με αποτέλεσμα, ως προς τη νομική της φύση, η περί λογοδοσίας (κατά το πρώτο στάδιο) απόφαση να θεωρείται ως οριστική υπό αίρεση (δηλαδή, μέχρι και - πέραν της υποχρεώσεως για λογοδοσία - να κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά στην γραμματεία του δικαστηρίου εντός της προθεσμίας την οποία η ίδια η απόφαση ορίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 ΚΠολΔ).
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ως οριστική απόφαση χαρακτηρίζεται εκείνη με την οποία εξαντλούνται όλες οι βαθμίδες δικονομικής αξιολόγησης ορισμένης κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης παροχής ένδικης προστασίας, θα πρέπει, κατ'αρχήν, να γίνει δεκτό ότι η απόφαση που δέχεται την αγωγή λογοδοσίας ως βάσιμη έχει εξαντλήσει όλες τις βαθμίδες της κρίσης της, ενώ μη οριστική απόφαση είναι αυτή στην οποία η δικαστική κρίση έχει περιορισθεί σε κάποια χρονικώς προγενέστερη βαθμίδα δικονομικής αξιολόγησης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας.
Επί τη βάσει των προαναφερομένων νομικών παραδοχών, ως προς το ζήτημα εάν η απόφαση που διατάσσει τη λογοδοσία και ορίζει προθεσμία αποτελεί ή όχι οριστική απόφαση, δοθέντος ότι, η απόφαση αυτή δεν είναι επιδεκτική ανάκλησης, κατ' άρθρον 309 εδ. β'ΚΠολΔ, καθ' όσον αυτή (ανάκληση) δεν συμβιβάζεται με το περιεχόμενο και τις συνέπειες της απόφασης που διατάσσει τη λογοδοσία, θα πρέπει να θεωρηθεί οριστική η απόφαση κατά το σκέλος της που αφορά στην αγωγή και κρίθηκε η υποχρέωση προς λογοδοσία.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2100/2022, ΑΠ 933/2019). Περαιτέρω, ειδικότερα με τον όρο απαράδεκτο, νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 2100/2022, ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Εξάλλου, οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Περαιτέρω, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 343/2023).
Τέλος, εν όψει του ότι η κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, δεν ερείδονται στους αναιρετικούς αυτής λόγους το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αφού αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή της αιτήσεως κλπ δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 574/2024, ΑΠ 921/2023, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 1097/2013).
Με τον μοναδικό (όπως αυτός εκτιμάται) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα και παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του, κατά το μέρος που αφορούσε την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της από ... (αρ. εκθ. κατ. ...) αγωγής του, το οποίο έκρινε ότι, η πιο πάνω εκκληθείσα υπ' αριθμόν ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ήταν εν μέρει οριστική, ως προς την υποχρέωση της αναιρεσιβλήτου περί απόδοσης λογοδοσίας προς αυτόν, διότι δεν είχε καταστεί ακόμη οριστική και ως προς το σκέλος της με το οποίο ζητείτο η από αυτήν καταβολή του ημίσεως του καταλοίπου σε αυτόν του αιτούμενου λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν υπέκειτο σε έφεση πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης και για το δεύτερο σκέλος της.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εν προκειμένω αναιρετικό λόγο και έλεγχο αυτού, δέχθηκε τα εξής: ".... I. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...
την από ... ( αριθμ. έκθ. κατάθ. ...) αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι με την εναγόμενη συνέστησαν δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού κοινωνία αστικού δικαίου με αντικείμενο την εκμετάλλευση (εκμίσθωση) συγκροτήματος τουριστικών κατοικιών, συγκυριότητας κατά ποσοστό ...% στον καθένα εξ αδιαιρέτου, ευρισκόμενου στη θέση ... ....
Ότι νόμιμος εκπρόσωπος της κοινωνίας από ... ορίστηκε η εναγόμενη. Ότι την ... και ... συνήφθησαν δύο δανειακές συμβάσεις με την Τράπεζα ... και αμφότερους τους διαδίκους ύψους ... ευρώ και ... ευρώ. Ότι η εναγομένη άσκησε διαχείριση των υποθέσεων της κοινωνίας, χωρίς να δώσει στον ενάγοντα λογαριασμό της διαχείρισης, για τα χρονικά διαστήματα από ...
έως ... δυνάμει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και από ... έως ..., από ... έως ... και από ... έως ... de facto, αρνείται δε να του αποδώσει λογαριασμό για τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης της, καθώς και να του καταβάλει το αναλογούν στο ιδανικό του μερίδιο κατάλοιπο, παρότι την έχει οχλήσει εξωδίκως.
Ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη α) να του ανακοινώσει λογαριασμό περιέχοντα αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων και το προκύπτον κατάλοιπο, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, β) να του ανακοινώσει λογαριασμό για τα ληφθέντα ποσά των δανείων που έλαβαν από την ... Τράπεζα στις ... και ..., καθώς και για τα μισθώματα ποσού ...
ευρώ που έλαβε η κοινωνία για τα έτη ... από την εταιρεία S. T., τα ανωτέρω με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και γ) να του καταβάλει το αντιστοιχούν σε αυτόν κατάλοιπο του λογαριασμού, μετά την απόδοση και εκκαθάριση του λογαριασμού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
II. Η αντενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... την από ... (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...) ανταγωγή με την οποία εξέθετε ότι με την εναγόμενο συνέστησαν δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού κοινωνία αστικού δικαίου με αντικείμενο την εκμετάλλευση (εκμίσθωση) συγκροτήματος τουριστικών κατοικιών, συγκυριότητας κατά ποσοστό ...% στον καθένα εξ αδιαιρέτου, ευρισκόμενου στη θέση ... ....
Ότι νόμιμος εκπρόσωπος της κοινωνίας από ... ορίστηκε η ίδια ενώ κατά τα έτη ... και ..., οπότε δυνάμει του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού συστήθηκε η κοινωνία, εν τοις πράγμασι διαχειριστής ήταν ο αντεναγόμενος. Ότι την ... τροποποίησαν το ιδιωτικό συμφωνητικό της κοινωνίας και ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ο αντεναγόμενος για το χρονικό διάστημα από ...
έως .... Ότι η αντενάγουσα δεν έλαβε ποτέ γνώση των διαχειριστικών πράξεων του αντεναγόμενου, παρά τις εξώδικες οχλήσεις της και ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής και αυθαίρετης συμπεριφοράς του, προσέφυγαν στα δικαστήρια και ζήτησαν το διορισμό τρίτου ως διαχειριστή. Ότι δυνάμει του με αριθμό ... πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού διορίστηκε διαχειριστής τρίτο πρόσωπο και στη συνέχεια δυνάμει δικαστικών αποφάσεων δύο κατά σειρά τρίτοι ως διαχειριστές.
Ότι τόσο κατά το διάστημα της άσκησης διαχείρισης από τον αντεναγόμενο όσο και από τους διορισμένους διαχειριστές, ο αντεναγόμενος προέβαινε σε πράξεις παράνομες και αντισυμβατικές σε βάρος της κοινωνίας, που αφορούν τη διαχείριση των ποσών των ληφθέντων δανείων και λοιπών εισπράξεων, ήτοι ποσού ...
ευρώ με δίγραμμη επιταγή από την Τράπεζα ..., ποσού ... ευρώ στις ... και την ..., ποσού ....... ευρώ που κατέθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό και προέρχονταν από την καταβολή μισθωμάτων από την εταιρεία S. T., ποσού ... ευρώ που κατέθεσε η αντενάγουσα σε προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Ε. Α. και προέρχονταν από το ληφθέν από την κοινωνία δάνειο από την Τράπεζα ..., ποσού ...
ευρώ που ανέλαβε την ..., κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανταγωγή. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος α) να της ανακοινώσει λογαριασμό περιέχοντα αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων και το προκύπτον κατάλοιπο, για το χρονικό διάστημα της διαχείρισής του από ... έως και ..., καθώς και για τα ποσά που ανέλαβε αυθαίρετα από την κοινωνία κατά το χρονικό διάστημα από ..., ...
και ..., κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, β) να της ανακοινώσει λογαριασμό για τα δάνεια που έλαβαν και εισέπραξε ο αντεναγόμενος με δίγραμμη επιταγή ποσού ... ευρώ της Τράπεζας E. και γ) να του καταβάλει το τυχόν προκύπτον 1/2 κατάλοιπο του λογαριασμού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Τέλος, ζήτησε δ) να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα στο με αριθμό ... πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού του Μον/λούς Πρωτοδικείου ..., όλα τα ανωτέρω με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Επί της αγωγής και της ανταγωγής που ενώθηκαν και συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η με αριθμό ...
εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και η ανταγωγή, πλην του αιτήματος της ανταγωγής περί συμμόρφωσης του αντεναγομένου στο πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού και ακολούθως έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Ειδικότερα υποχρεώθηκαν: α) η εναγόμενη της από ... (αρ. εκθ. κατ. ...) αγωγής, να παράσχει λογοδοσία προς τον ενάγοντα ήτοι να καταθέσει λογαριασμό ο οποίος να περιέχει πλήρη αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, ως διαχειρίστρια για τα αναφερόμενα στο διατακτικό χρονικά διαστήματα καθώς και το προκύπτον κατάλοιπο επισυνάπτοντας τα σχετικά έγγραφα εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την επίδοση της απόφασης, με την απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1.000) ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας τριών (3) μηνών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης και β) ο αντεναγόμενος της από ... (αρ.
εκθ. κατ. ΠΤ ...) ανταγωγής να παράσχει λογοδοσία προς την αντενάγουσα, ήτοι να καταθέσει λογαριασμό ο οποίος να περιέχει πλήρη αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, ως διαχειριστής για τα αναφερόμενα στο διατακτικό χρονικά διαστήματα καθώς και το προκύπτον κατάλοιπο από τη διαχείριση, επισυνάπτοντας τα σχετικά έγγραφα, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την επίδοση της απόφασης με την απειλή χρηματικής ποινής δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι (6) μηνών, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης.
Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο ενάγων της υπό στοιχείο I. αγωγής με την κρινόμενη έφεσή του για όσους λόγους αναφέρονται σ' αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και να απορριφθεί η ανταγωγή της αντιδίκου του.
Περαιτέρω η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις ..., ... και η εφεσίβλητη κατέθεσε την από ... έκθεση λογοδοσίας της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ....
Συνεπώς, από την επίδοση της απόφασης στον εκκαλούντα άρχισε τρέχουσα η ως άνω εξάμηνη δικαστική προς λογοδοσία προθεσμία, η οποία και συμπληρώθηκε στις ..., χωρίς ο εκκαλών να καταθέσει έκθεση λογοδοσίας. Η εφεσίβλητη επέδωσε εκ νέου στον εκκαλούντα την απόφαση στις .... Η κρινόμενη έφεση της πιο πάνω αποφάσεως ασκήθηκε την ..., ήτοι εμπροθέσμως, μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας και συνεπώς μετά την οριστικοποίηση της εκκαλουμένης απόφασης.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η εκκαλουμένη απόφαση δεν είναι οριστική ως προς την συνεκδικαζόμενη αγωγή και πρέπει η έφεση κατά το μέρος που βάλλει κατά αυτής να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης λόγω της ήττας του για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατά διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης.
Αντίθετα η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα κατά οριστικής αποφάσεως ως προς την ασκηθείσα ανταγωγή. Γι' αυτό θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της...". Όπως προκύπτει από το ανωτέρω σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η υπ'αριθμόν ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...
κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις ... (οπότε άρχισε να τρέχει η εξάμηνη δικαστική προς λογοδοσία προθεσμία, η οποία και συμπληρώθηκε στις ...) και η μεν εφεσίβλητη κατέθεσε, στις ..., την από ... έκθεση λογοδοσίας της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ ο εκκαλών δεν κατέθεσε έκθεση λογοδοσίας στην ίδια προθεσμία.
Η εφεσίβλητη επέδωσε εκ νέου στον εκκαλούντα την ως άνω απόφαση στις ... (όπως γίνεται δεκτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη), μετά ταύτα δε, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στις ..., έφεση κατά της πιο πάνω αποφάσεως [με την οποία επλήττετο αυτή ως προς τις παραδοχές της που αφορούσαν και την αγωγή - μεταξύ άλλων και ως προς την (χρονική) έκταση της υποχρεώσεως προς λογοδοσία της εναγομένης - δοσιλόγου - και την ανταγωγή], ήτοι μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας και, συνεπώς, μετά την οριστικοποίηση της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, περαιτέρω, από την υπ'αριθμ. ...
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ... Γ. Α., που προσκομίζει μετ'επικλήσεως η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι η επίδοση της ... αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... έγινε προς τον ήδη αναιρεσείοντα "για να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες", χωρίς καμία διάκριση ως προς το εάν αφορούσε το σκέλος της που αφορούσε τις διατάξεις της επί της αγωγής ή της ανταγωγής και, επομένως, αφορούσε το σύνολο αυτής.
Επομένως, εν όψει του ότι, όπως γίνεται δεκτό στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως, εφόσον α) ο εν προκειμένω αντεναγόμενος-δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε τη λογοδοσία, ήτοι να καταθέσει λογαριασμό [ο οποίος να περιέχει πλήρη αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, ως διαχειριστής για τα αναφερόμενα στο διατακτικό χρονικά διαστήματα καθώς και το προκύπτον κατάλοιπο από τη διαχείριση, επισυνάπτοντας τα σχετικά έγγραφα, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την επίδοση της απόφασης με την απειλή χρηματικής ποινής δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι (6) μηνών, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης] και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, με τη μορφή που παραπάνω προσδιορίστηκε, η απόφαση έγινε οριστική, ως προς την υποχρέωσή του για λογοδοσία (ΑΠ 475/2020, ΑΠ 1122/2006), περαιτέρω δε, β) η απόφαση έχει καταστεί οριστική και ως προς το σκέλος της που αφορά την υποχρέωση προς λογοδοσία (και, επομένως, της χρονικής έκτασης της υποχρεώσεως αυτής) και η εναγόμενη - αντενάγουσα - δοσίλογος κατέθεσε εμπροθέσμως την από ...
έκθεση λογοδοσίας της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις ... (συμπληρωθείσας της ως άνω δικαστικής προθεσμίας των 6 μηνών στις ..., επιπλέον δε, επιδόθηκε εκ νέου η απόφαση στις ...), ενώ, το ζήτημα της καταβολής του τυχόν προκύπτοντος 1/2 καταλοίπου του λογαριασμού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφορά κεφάλαιο που συναρτάται με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την χρονική έκταση της υποχρεώσεως για λογοδοσία.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν είναι οριστική ως προς το σκέλος της που αφορούσε τη συνεκδικαζόμενη αγωγή και ότι πρέπει η έφεση, κατά το μέρος της αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί, κατά το μέρος της αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... (τακτικής διαδικασίας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο σκέλος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ