Legislator Case Law & Legislation
437/2022 AI generated

437/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

437/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 10-10-2017 και με αριθ. κατ. 8130/769/1-11- 2017 αίτηση αναίρεσης και τους ασκηθέντες με το από 30-12-2019 και με αριθ. κατ. 50/27-4-2021 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 4740/9-11-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 437/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου Βύρωνα Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/2/2008 και από 28/5/2012 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδιάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2009 μη οριστική, 3085/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4740/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/10/2017 αίτησή του και τους από 30/12/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-10-2017 και με αριθ. κατ. 8130/769/1-11- 2017 αίτηση αναίρεσης και τους ασκηθέντες με το από 30-12-2019 και με αριθ. κατ. 50/27-4-2021 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 4740/9-11-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2-5-2014 και με αριθ. κατ. 2979/2014 έφεση και τoν δια των προτάσεων ασκηθέντα πρόσθετo αυτής λόγο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. κατ. 3085/27-11-2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί κατ' ουσίαν οι συνεκδικασθείσες:

α) από 7-2-2008 και με αριθ. κατ. 37841/884/25-2-2008 και β) από 28-5-2012 και με αριθ. κατ. 97943/2332/29-5-2012 αγωγές αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.". Με την πρώτη αγωγή ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε στην εναγομένη από το έτος 1993 έως την 30-11-2007, οπότε η τελευταία, διά του αρμοδίου οργάνου της, τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει ταυτόχρονα με την απόλυσή του τη νόμιμη αποζημίωση, σε εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής οριστικής απόλυσης, που του επιβλήθηκε με τη με αριθ. 20/2006 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της, επικυρωθείσα με τη με αριθ. 1/2007 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου αυτής, λόγω τέλεσης αξιοποίνων πράξεων, ζήτησε κυρίως μεν να αναγνωρισθεί, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-12-2007 έως 30-5-2008 το ποσό των 10.227,25 ευρώ νομιμοτόκως, επικουρικώς δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 13.576,84 ευρώ νομιμοτόκως.

Περαιτέρω, με τη δεύτερη αγωγή ο ενάγων επικαλούμενος (και) τα παραπάνω, ζήτησε να αναγνωρισθεί, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, η ακυρότητα της με αριθ. 1/2007 απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 30-5-2008 έως 30-9-2009 το ποσό των 19.184,20 ευρώ νομιμοτόκως, αναγνωριζομένης της υποχρέωσής της να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2009 έως 30-9-2012 το ποσό των 61.123,50 ευρώ νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο, κατά δε την παρ. 2 εδ.

α' του ιδίου άρθρου, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση των πρόσθετων λόγων ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά και με την επίδοση του δικογράφου αυτών στον αναιρεσίβλητο στην ίδια, ως άνω, προθεσμία (ΑΠ 1674/2018, ΑΠ 1264/2017).

Η παράλειψη τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μίας από αυτές συνεπάγεται την απόρριψη των πρόσθετων λόγων ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο, επίσης, επιφέρει η μη προσκόμιση έκθεσης επίδοσης, από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης, ως άνω, προθεσμίας επίδοση του κατατεθέντος δικογράφου των πρόσθετων λόγων στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 2123/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το από 30-12-2019 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27- 4-2021, με αριθ. κατ. 50/27-4-2021, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 12- 10-2021. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο και μάλιστα εντός της, ως άνω, προθεσμίας, αφού ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει (ούτε επικαλείται, αφού δεν κατέθεσε προτάσεις) σχετική έκθεση επίδοσης.

Επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση: α) με τον πρώτο από τον αριθμό 1 εδ. α' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι η μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου και περαιτέρω ότι είναι έγκυρη η καταγγελία αυτής παρά τη μη ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του, έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου, Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης στους απολυόμενους λόγω πειθαρχικής ποινής επιβληθείσας συνεπεία ποινικής δίωξης για αδίκημα στρεφόμενο κατά της επιχείρησης, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955 β) με το δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη θεσπιζόμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, με το να δεχθεί ότι η επιβληθείσα σ' αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης είναι ανάλογη του πειθαρχικού του παραπτώματος και γ) με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 26, 27 ΚΚΠ/ΔΕΗ τις διατάξεις του ν. 2690/1999 και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι νομίμως το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε, χωρίς αιτιολογία, την απόλυσή του, στερώντας του το δικαίωμα επανάληψης της διαδικασίας, μετά την εν μέρει αθώωσή του από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών.

Στο αναιρετήριο εκτίθεται η, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και νομικά επιχειρήματα που θεμελιώνουν τα, κατά την εκδοχή του, νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ως προς τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφέρονται μόνο, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αναφορά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ότι οι απολυόμενοι παίρνουν την αποζημίωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του ν. 2112/1920 για τον προσδιορισμό και μόνο της αποζημίωσης και όχι και την υπαγωγή αυτής στις διατάξεις του νόμου αυτού και του ν. 3198/1955, οπότε και η μη καταβολή αυτής, στις περιπτώσεις που οφείλεται, ταυτόχρονα με τη γνωστοποίηση της απόλυσης δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της απόλυσης", καθώς και "Με την αναιρεσιβαλλομένη γίνεται δεκτό ότι η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου από την αντίδικο που μου επιβλήθηκε ως πειθαρχική ποινή δεν ταυτίζεται με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο, κατ' άρθρο 672 ΑΚ, αφού η δήλωση βουλήσεως του οργάνου του εργοδότη στην δεύτερη μεν περίπτωση τείνει ευθέως στην παραγωγή του εννόμου αποτελέσματος της λύσεως της συμβάσεως, στην πρώτη δε τείνει αμέσως στην, κατά την προβλεπόμενη στον Κανονισμό αρμοδιότητα, εκτέλεση πειθαρχικής αποφάσεως για απόλυση του μισθωτού".

Οι λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία, δεν αναφέρονται και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικός οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του για το βάσιμο της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατόπιν των παραπάνω κα επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 10-10-2017 και με αριθ. κατ. 8130/769/1-11- 2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4740/9-11-2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 30-12-2019 και με αριθ. 50/27-4-2021 πρόσθετους αυτής λόγους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ