Supreme Court dismisses appeal against municipality but allows others to retry case and order costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the Municipality of Amfipoli but allowed appeals against the other eleven defendants to proceed. The court found that the municipality's previous submissions were validly integrated into the appellate briefs, whereas the other defendants' arguments were properly considered. Consequently, the case was remitted for retrial before a new panel of judges, with the first ten defendants ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine absent parties sua sponte regarding procedural compliance, and if an appeal is partially admissible, the case is remitted for retrial while costs are allocated based on the specific parties' standing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 437 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 437/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1. Π. Β. του Κ.,
2. Α. Β. του Κ.,
3. Β. - Γ. Β.,
4. Κ. Β. του Α.,
5. Ε. Β. του Α.,
6. Π. Β. του Α.,
7. Δ. Β. του Α. (των υπό τους αριθμούς 3-7, ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Β. του Κ., που συνέχισαν την ανοιγείσα, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έκκλητη δίκη),
8. Β. χήρας Κ. Β.,
9. Ε. Β. του Κ.,
10. Κ. Β. του Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης και
11. Δήμου Αμφίπολης Σερρών, που εδρεύει στο Ροδολίβος Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σκεύα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.02.2005 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 8ης, 9ης, 10ου και 11ου των αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Α. Β. του Κ., καθώς και του Β. Β. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2156/2008, 1712/2010 μη οριστικές και 2011/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22.09.2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 20.11.2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με αριθ. …/4-3-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Θεσσαλονίκης Ηλία Χρηστομάνου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 22.09.2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 269/2015, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, στον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εκπροσωπήσαντα τους αναιρεσίβλητους δικηγόρο Σπυρίδωνα Σκευά. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την παραπάνω δικάσιμο εμφανίστηκε η τρίτη αναιρεσίβλητη, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη από 22.09.2015 (αρ. κατ.269/2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 2011/2012 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσίβλητοι (από τους οποίους η Β. - Γ. Β., Κ. Β., Ε. Β., Π. Β. και Δ. Β. συνεχίζουν την δίκη ως κληρονόμοι του αρχικά ενάγοντος Α. Β., μετά την δήλωση του θανάτου του τελευταίου στο ακροατήριο του Εφετείου επελθούσης τότε βιαίας διακοπής και επανάληψης της δίκης από τους παραπάνω συνεχίζοντες αυτήν κληρονόμους του) και ο Β. Β. με την από 15.02.2005 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 478/ΠΤ23/2005 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών ισχυρίστηκαν ότι με την με αρ..../5725/0010/29-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. κηρύχτηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ και με δαπάνες του ελληνικού δημοσίου και των ωφελουμένων παροδίων ιδιοκτητών εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 940.158,50 τ.μ. για την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου Θεσσαλονίκης - ποταμού ... (Εγνατία οδός) τμήμα ... Υπότμημα ..., στην οποία έκταση συμπεριλαμβάνονται και ακίνητα ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα τους κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα με Α.Κ.Π … και … καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την με αρ. 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και για το με Α.Κ.Π. ... ακίνητο καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την με αρ. 741/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ όλοι οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που αναλογεί στο ακίνητο καθενός εξ αυτών και κατά το ποσοστό συγκυριότητας τους με την με αρ. 22680/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι τμήματα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα κατά τα ειδικότερα και με λεπτομέρεια εκτιθέμενα στην αγωγή θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα και το ήδη αναιρεσείον αρνήθηκε να τους καταβάλει την αντιστοιχούσα σε αυτά αποζημίωση θεωρώντας τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους ως ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες, πλην όμως εσφαλμένα διότι τα ακίνητα αυτά δεν είχαν καμία ωφέλεια αλλά αντίθετα για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή υπέστησαν βλάβη.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει ως αποζημίωση για τις εκτάσεις που δεν αποζημιώθηκαν τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα ποσά με βάση την ανά τ.μ. αξία όπως καθορίστηκε με την σχετική απόφαση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 76/2006 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι και ο Β. Β. άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 16.03.2007 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 39/2007 έφεση τους. Το Δικαστήριο μετά την έκδοση των με αρ. 2156/2008 και 1712/2010 μη οριστικών αποφάσεων του εξέδωσε την με αρ. 2011/2012 οριστική προσβαλλόμενη απόφαση του με την οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε λόγω αοριστίας την αγωγή ως προς τον Β. Β., δέχτηκε δε μερικά αυτήν ως βάσιμη στην ουσία της ως προς τους λοιπούς( ήδη αναιρεσίβλητους).
[ΙΙΙ] Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 «περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.», που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ. α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7/2013, 11/ 2004 και 10/ 2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΟλΑΠ 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19.01.2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΟλΑΠ 7/2013, ΟλΑΠ 12/2011, ΟλΑΠ 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015).
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
(α) σε τι συνίσταται η στέρηση νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ήτοι ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση,
(β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό,
(γ) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και
(δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά κατ’ επιλογή, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
[V] Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον επικαλούμενο την από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, άλλως περιέχει ανεπαρκείς τέτοιες όσον αφορά στις παραδοχές της, ότι τα ακίνητα με ΑΚΠ 169 και 170 συγκυριότητας κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά για κάθε ένα των αναγραφομένων στην αρχή της παρούσας με αρ. 1 έως 10 αναιρεσιβλήτων βλάπτονται κατά ποσοστό 30% που αντιστοιχεί σε 4.025,04 τ.μ.
και 2.092,83 τ.μ. της απαλλοτριωθείσας έκτασης αντίστοιχα, διότι δέχτηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση διατήρησαν μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα τους στα εναπομείναντα τμήματα πλην όμως στην αρχική τους ενιαία έκταση (55.082,68 τ.μ. και 64.130 τ.μ. αντίστοιχα) μπορούσαν να οικοδομηθούν στα μη δασώδη μέρη τους κτίσματα μεγαλύτερου εμβαδού και κατά το στοιχείο αυτό τα επίδικα υπέστησαν βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδιοι ιδιοκτήτες, χωρίς να προσδιορίζει κατ έκταση τα δασώδη μέρη και μη δασώδη μέρη.
Δηλαδή αν και δέχεται ως παράγοντα βλάβης των εναπομεινόντων από την απαλλοτρίωση τμημάτων για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω ακίνητα την μείωση του εμβαδού της έκτασης που μπορούσε να οικοδομηθεί στα τμήματα αυτών που δεν έφεραν δασική βλάστηση σε σχέση με το εμβαδόν του χώρου που μπορούσε να οικοδομηθεί πριν την απαλλοτρίωση συμπεριέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία διότι δεν αναφέρει το εμβαδόν των εκτάσεων με δασική βλάστηση σε κάθε ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση όσο και στα εναπομείναντα τμήματα μετά από αυτή αλλά ούτε και το εμβαδόν της έκτασης με δασική βλάστηση και χωρίς δασική βλάστηση σε κάθε ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, ώστε εκ του συσχετισμού των πραγματικών αυτών περιστατικών να προκύπτει αν και κατά πόσο μειώθηκε το εμβαδόν της προς οικοδόμηση έκτασης σε κάθε ακίνητο και ακολούθως πόσο επιδρά η μείωση αυτή στην διαμόρφωση του ποσοστού βλάβης που διαπίστωσε το δικαστήριο.
[VI] Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2011/2012 απόφασή του και κατά το μέρος που ερευνάται στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά και σε σχέση με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο:
[Α] ΚΠ …:
Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από δάσος σε μερικά τμήματά της, σε πλαγιά βουνού κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, χωρίς κτίσματα. Οπτικά παρατηρώντας το ανάγλυφο της έκτασης αυτής διαπιστώνεται, από τις φωτογραφίες που είναι ενσωματωμένες στις τεχνικές εκθέσεις των Ν. Α. και Α.Κ. αλλά και από τις αεροφωτογραφίες που οι ενάγοντες-εκκαλούντες προσκομίζουν με επίκληση (βλ. σχ.29), ότι κύριο χαρακτηριστικό της μορφολογίας-του άνω ακινήτου είναι ο ορεινός όγκος του, που αρχίζει από τα βόρεια και καταλήγει σε μικρή πεδινή-παραλιακή ζώνη, στα νότια του ακινήτου, που έχει πρόσωπο επί της παλαιάς ΕΟ Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 55.919,10 μ², ακανόνιστου μακρόστενου σχήματος, που άρχιζε από την παλαιά ΕΟ Θεσσαλονίκης-Καβάλας και εκτείνονταν βόρεια προς πλαγιά βουνού. Από νότια είχε πρόσωπο στην άνω παλαιά Εθνική Οδό, η οποία απέχει στο σημείο εκείνο 60 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, προς την οποία είχε απεριόριστη θέα και από ανατολικά είχε πρόσωπο σε δύσβατο ανώμαλο αγροτικό χωματόδρομο. Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική, μονοετούς καλλιέργειας.
Και μετά την απαλλοτρίωση, τα μη δασώδη (ασκεπή) τμήματά του καλλιεργούνται με σιτηρά (βλ. φωτογραφία στην Τεχνική Έκθεση του Ν. Α.). Το άνω ακίνητο ήταν, λόγω της εκτάσεώς του, άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά δεν οικοδομήθηκε, παρότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία αυτό βρίσκεται θεωρείται αγροτική και τουριστική.
Για την κατασκευή της Εγνατίας οδού απαλ¬λοτριώθηκε από το άνω ακίνητο, με την επίδικη απαλλοτρίωση, έκταση 21.358,90 μ² που απέκοψε το επίδικο σε δύο τμήματα, ακανόνιστου σχήματος. Το ένα έκτασης 15.082,68 μ², βόρεια της Εγνατίας Οδού, και το άλλο συνολικής έκτασης (114,46 μ² + 19.363,66 μ² =) 19.478,12 μ² , νότια της Εγνατίας Οδού (βλ. 2° διάγραμμα της Τεχνικής έκθεσης του Α.
Κ., όπου εμφανίζεται ενιαίο το νότιο τμήμα), τα οποία (εναπομείναντα τμήματα) απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία Οδό και είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Το τελευταίο απ’ αυτά διατήρησε το πρόσωπο επί της παλαιάς ΕΟ Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Ο ανατολικά του ακινήτου αυτού πριν από την απαλλοτρίωση αγροτικός χωματόδρομος είναι μετά την απαλλοτρίωση η Κάθετη Οδός (επί της Εγνατίας) με αριθμό … (ΚΟ …), της οποίας η κατασκευή δεν ολοκληρώθηκε πλήρως.
Πάντως η ΚΟ … έχει ασφαλτοστρωθεί κατά το ήμισυ και κατά το έτερο ήμισυ έχει επιστρωθεί με beton. Τα παραπάνω εναπομείναντα τμήματα που είχαν πρόσωπο πριν από την απαλλοτρίωση σε αγροτικό χωματόδρομο, απέκτησαν μετά την απαλλοτρίωση πρόσωπο στην ΚΟ …, εν μέρει καλυμμένη με άσφαλτο και εν μέρει με μπετόν.
Μπροστά από το πρώτο εναπομείναν (βόρειο) τμήμα η ΚΟ 33 είναι καλυμμένη με μπετόν. Η ΚΟ …, που καταλήγει στην παλαιά ΕΟ Θεσσαλονίκης Καβάλας, δεν υπερυψώθηκε αλλά παρέμεινε στο αυτό εδαφικό επίπεδο που είχε πριν ως αγροτικός χωματόδρομος, δεν είναι περίκλειστη, βρίσκεται σε πολλά σημεία στο αυτό εδαφικό επίπεδο με τα εναπομείναντα ως άνω τμήματα της ΑΚΠ … ιδιοκτησίας και έτσι αυτά έχουν άμεση πρόσβαση σ’ αυτή.
Η ΚΟ .. διέρχεται κάτω από αερογέφυρα της Εγνατίας οδού, αερογέφυρα που υπάρχει στο σημείο που τέμνει την ΚΠ … ιδιοκτησία και συναντάται με την ΚΟ … .
Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 21.358,90 μ² θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των [4.676,24 μ² + 57,23 μ² + 5.869,08 μ² (δάσος) + 2.814,25 μ² =] 13.416,80 μ² ως αυτοαποζημιούμενη, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου) ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για την άνω έκταση των 13.416,80 μ² , λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης. Τα ως άνω εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των 15.082,68 μ² και 19.478,12 μ² της ΚΠ … ιδιοκτησίας απέκτησαν πρόσωπο επί της Εγνατίας οδού, αλλά όχι και άμεση πρόσβαση σ’ αυτήν, διότι η τελευταία και στο σημείο που τέμνει την εν λόγω ιδιοκτησία: α) είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, β) είναι περιφραγμένη με ύψους 2 μέτρων συρματόπλεγμα, στηριγμένο σε τσιμεντοπασσάλους, γ) έχει υψομετρική διαφορά που κυμαίνεται όσον αφορά το βόρειο τμήμα από +5 έως +15 μέτρα και όσον αφορά το νότιο τμήμα από -2 έως -7 μέτρα. Τα παραπάνω τρία στοιχεία καθιστούν απολύτως αδύνατη την άμεση πρόσβαση της ΚΠ … ιδιοκτησίας, με τα εν λόγω εναπομείναντα τμήματά της στην Εγνατία οδό.
Όμως, τα ως άνω δύο εναπομείναντα τμήματα, μετά την απαλλοτρίωση και λόγω αυτής:
1) Απέκτησαν από την ανατολική πλευρά τους και καθόλο το μήκος τους πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σε κάθετο οδό της Εγνατίας οδού, την προαναφερθείσα ΚΟ … .
2) Απέκτησαν πρόσβαση στην Εγνατία οδό , μέσω του κόμβου … (...), που απέχει 2 περίπου χιλιόμετρα από την ΚΠ … ιδιοκτησία. Οι συνιδιοκτήτες των άνω τμημάτων, οι οποίοι θα αναφερθούν κατωτέρω, εξερχόμενοι της ΚΟ … και διανύοντας μικρή απόσταση επί της παλαιάς Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης- Καβάλας, με κατεύθυνση τα ..., στρίβοντας αριστερά και ανηφορίζοντας εισέρχονται στον Κόμβο …των ... και μέσω αυτού, επιλέγοντας κατεύθυνση είτε προς Καβάλα είτε προς Θεσσαλονίκη, εισέρχονται στην Εγνατία οδό. Πριν από την κατασκευή του κόμβου …, εισέρχονταν στην Εγνατία οδό είτε μέσω του κόμβου … (...) απέχοντος 14,5 χλμ από την ΚΠ … ιδιοκτησία, είτε μέσω του κόμβου … (...) απέχοντος 19,4 χλμ από την ιδιοκτησία αυτή. Το γεγονός ότι το άνω ακίνητο (ΚΠ …) απέκτησε και με τα δύο ως άνω εναπομείναντα τμήματά του πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην ΚΟ 33 και μέσω αυτής στη συνέχεια πρόσβαση κατά τα ανωτέρω επί της Εγνατίας οδού, καθιστά την κατά προορισμό αγροτική εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού πιο εύκολη μετά την απαλλοτρίωση και συνεπεία του άνω έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση. Επιπλέον, η πρόσβαση αυτή προσαυξάνει και την οικοπεδική αξία των εναπομεινάντων ως άνω τμημάτων, εάν σ’ αυτά ήθελε κτιστούν παραθεριστικές κατοικίες ή τουριστικά καταλύματα και εγκαταστάσεις δυναμικότητας έως 22 κλινών (βλ. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης).
Υπό τα ως άνω δεδομένα , κρίνεται ότι οι συνιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ΚΠ … μπορεί να θεωρηθούν κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως μερικώς ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά ποσοστό 70% που αντιστοιχεί σε έκταση 9.391,76 μ² (13.416, 80 μ² απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση ως αυτοαπαποζημιούμενη x 70% = 9.391,76 μ²), ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 30% , που αντιστοιχεί σε έκταση 4.025,04 μ² (13.416,80 μ² x 30% = 4.025,04 μ²) δεν ωφελήθηκε το ακίνητο αυτό αλλά ζημιώθηκε, διότι μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, στα εν λόγω εναπομείναντα τμήματα, πλην όμως στην αρχική του ενιαία έκταση (55.082,68 μ²) μπορούσε να οικοδομηθούν στα μη δασώδη μέρη του κτίσματα μεγαλύτερου εμβαδού και κατά το στοιχείο αυτό το επίδικο υπέστη βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία.
Ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω ΚΠ … ιδιοκτησία (α) δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του άνω έργου κατά το ποσοστό που κατά τα ανωτέρω ζημιώθηκε , δηλαδή κατά την έκταση των 4.025,04 μ² και να μην επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και (β) πρέπει ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά την έκταση των 9.391,76 μ².
[Β] ΚΠ …:
Πρόκειται για εκτός σχεδίου πόλεως αγροτική έκταση, καλυπτόμενη από δάσος σε αρκετά τμήματά της, σε πλαγιά βουνού κατά το μεγαλύτερο μέρος, χωρίς κτίσματα. Οπτικά παρατηρώντας το ανάγλυφο της έκτασης αυτής διαπιστώνεται, από τις φωτογραφίες που είναι ενσωματωμένες στις τεχνικές εκθέσεις των Ν. Α. και Α.Κ.
αλλά και από τις αεροφωτογραφίες που οι ενάγοντες-εκκαλούντες με επίκληση προσκομίζουν (βλ. σχ.29), ότι κύριο χαρακτηριστικό της μορφολογίας του άνω ακινήτου είναι ο ορεινός όγκος του, που αρχίζει από τα βόρεια και καταλήγει σε μικρή πεδινή-παραλιακή ζώνη, στα νότια του ακινήτου, που έχει πρόσωπο επί της παλαιάς ΕΟ Θεσσαλονίκης-Καβάλας.
Το ακίνητο αυτό είχε αρχική έκταση 64.130 μ², ακανόνιστου μακρόστενου σχήματος, που άρχιζε από την παλαιά ΕΟ Θεσσαλονίκης-Καβάλας και εκτείνονταν βόρεια προς πλαγιά βουνού. Από νότια είχε πρόσωπο στην άνω παλαιά Εθνική Οδό, η οποία απέχει στο σημείο εκείνο 60 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, προς την οποία είχε απεριόριστη θέα και από δυτικά είχε πρόσωπο σε δύσβατο ανώμαλο αγροτικό χωματόδρομο.
Ο χωματόδρομος αυτός το χώριζε από το ΚΠ …(σημ: ανωτέρω προαναφερθέν υπό στοιχείο Α’) ακίνητο. Το επίδικο δεν εξυπηρετείτο από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ηλεκτρισμού και ύδρευσης) και η κατά προορισμό χρήση του ήταν ανέκαθεν αγροτική, μονοετούς καλλιέργειας. Και μετά την απαλλοτρίωση, τα μη δασώδη (ασκεπή) τμήματα του καλλιεργούνται με σιτηρά (βλ.
φωτογραφία στην Τεχνική Έκθεση του Ν. Α.). Το άνω ακίνητο ήταν, λόγω της εκτάσεώς του, άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά δεν οικοδομήθηκε, παρότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία αυτό βρίσκεται θεωρείται αγροτική και τουριστική.
Για την κατασκευή της Εγνατίας οδού απαλλοτριώθηκε από το άνω ακίνητο με την επίδικη απαλλοτρίωση έκταση 10.875,05 μ² που απέκοψε το επίδικο σε δύο τμήματα, ακανόνιστου μακρόστενου σχήματος. Το ένα έκτασης 21.658 μ², βόρεια της Εγνατίας Οδού, και το άλλο έκτασης 31.597 μ² , νότια της Εγνατίας Οδού, τα οποία (εναπομείναντα τμήματα) απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία Οδό και είναι άρτια και οικοδομήσιμα.
Το τελευταίο απ αυτά διατήρησε το πρόσωπο επί της παλαιάς Ε.Ο. Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Ο δυτικά του ακινήτου αυτού πριν από την απαλλοτρίωση αγροτικός χωματόδρομος είναι μετά την απαλλοτρίωση η Κάθετη Οδός (επί της Εγνατίας) με αριθμό … (ΚΟ …), της οποίας η κατασκευή δεν ολοκληρώθηκε πλήρως. Πάντως η ΚΟ … έχει ασφαλτοστρωθεί κατά το ήμισυ και κατά το έτερο ήμισυ έχει επιστρωθεί με Beton. Τα παραπάνω εναπομείναντα τμήματα που είχαν πρόσωπο πριν από την απαλλοτρίωση σε αγροτικό χωματόδρομο, απέκτησαν μετά την απαλλοτρίωση πρόσωπο στην ΚΟ …, εν μέρει καλυμμένη με άσφαλτο και εν μέρει με μπετόν. Μπροστά από το πρώτο εναπομείναν (βόρειο) τμήμα η ΚΟ … είναι καλυμμένη με μπετόν. Η ΚΟ …, που καταλήγει στην παλαιά Ε.Ο. Θεσσαλονίκης-Καβάλας , δεν υπερυψώθηκε αλλά παρέμεινε στο αυτό εδαφικό επίπεδο που είχε πριν ως αγροτικός χωματόδρομος, δεν είναι περίκλειστη, βρίσκεται σε πολλά σημεία στο αυτό εδαφικό επίπεδο με τα εναπομείναντα ως άνω τμήματα της ΚΠ … ιδιοκτησίας και έτσι αυτά έχουν άμεση πρόσβαση σ’ αυτή. Η ΚΟ … διέρχεται κάτω από αερογέφυρα της Εγνατίας οδού, αερογέφυρα που υπάρχει στο σημείο που τέμνει την ΚΠ … ιδιοκτησία και συναντάται με την ΚΟ ….
Από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 10.875,05 μ² θεωρήθηκε, με τον ως άνω Κτηματολογικό Πίνακα, η έκταση των [1.425 μ² (δάσος) +246 μ² (δάσος) + 189,98 μ² + 17,99μ² + 2.268,78 μ² (δάσος) + 1.326,37μ² (δάσος) + 1502 μ²=] 6.976,11 μ² ως αυτοαποζημιούμενη, δηλαδή θεωρήθηκε εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου) ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, αυτό (Δημόσιο) δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για την άνω έκταση των 6.976,11 μ² , λόγω του τεκμηρίου ωφέλειας της παρόδιας απομείνασας έκτασης. Τα ως άνω εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των 21.658 μ² και 31.597 μ² της ΚΠ … ιδιοκτησίας απέκτησαν πρόσωπο επί της Εγνατίας οδού, αλλά όχι και άμεση πρόσβαση σ αυτήν, διότι η τελευταία και στο σημείο που τέμνει την εν λόγω ιδιοκτησία: (α) είναι περίκλειστη με μεταλλικές μπάρες, (β) είναι περιφραγμένη με ύψους 2 μέτρων συρματόπλεγμα, στηριγμένο σε τσιμεντο-πασσάλους, (γ) έχει υψομετρική διαφορά που κυμαίνεται όσον αφορά το βόρειο τμήμα από +5 έως +15 μέτρα και όσον αφορά το νότιο τμήμα από -2 έως -7 μέτρα.
Τα παραπάνω τρία στοιχεία καθιστούν απολύτως αδύνατη την άμεση πρόσβαση της ΚΠ … ιδιοκτησίας, με τα εν λόγω εναπομείναντα τμήματά της, στην Εγνατία οδό. Όμως τα ως άνω δύο εναπομείναντα τμήματα, μετά την απαλλοτρίωση και λόγω αυτής:
1) Απέκτησαν από τη δυτική πλευρά τους και καθόλο το μήκος τους πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σε κάθετο οδό της Εγνατίας οδού, την προαναφερθείσα ΚΟ … .
2) Απέκτησαν πρόσβαση στην Εγνατία οδό , μέσω του κόμβου … (...), που απέχει 2 περίπου χιλιόμετρα από την ΚΠ … (σημ.: προαναφερθείσα υπό στοιχείό Α’) ιδιοκτησία. Οι συνιδιοκτήτες των άνω τμημάτων, που είναι οι ίδιοι με αυτούς του ΚΠ …, εξερχόμενοι της ΚΟ 33 και διανύοντας μικρή απόσταση επί της παλαιάς Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας, με κατεύθυνση τα ..., στρίβοντας αριστερά και ανηφορίζοντας εισέρχονται στον Κόμβο … των ...
και μέσω αυτού, επιλέγοντας κατεύθυνση είτε προς Καβάλα είτε προς Θεσσαλονίκη, εισέρχονται στην Εγνατία οδό. Πριν από την κατασκευή του κόμβου …, εισέρχονταν στην Εγνατία οδό είτε μέσω του κόμβου 27 (...) απέχοντος 14,5 χλμ από την ΚΠ … ιδιοκτησία, είτε μέσω του κόμβου … (...) απέχοντος 19,4 χλμ από την ιδιοκτησία αυτή.
Το γεγονός ότι το άνω ακίνητο (ΚΠ …) απέκτησε και με τα δύο ως άνω εναπομείναντα τμήματά του πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην ΚΟ … και μέσω αυτής στη συνέχεια πρόσβαση κατά τα ανωτέρω επί της Εγνατίας οδού, καθιστά την κατά προορισμό αγροτική εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού πιο εύκολη μετά την απαλλοτρίωση και συνεπεία του άνω έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση.
Επιπλέον, η πρόσβαση αυτή προσαυξάνει και την οικοπεδική αξία των εναπομεινάντων ως άνω τμημάτων, εάν σ’ αυτά και δη στα μη δασώδη μέρη τους ήθελε κτιστούν παραθεριστικές κατοικίες ή τουριστικά καταλύματα και εγκαταστάσεις δυναμικότητας έως 22 κλινών (βλ. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Υπό τα ως άνω δεδομένα , κρίνεται ότι οι συνιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ΚΠ … μπορεί να θεωρηθούν κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ως μερικώς ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά ποσοστό 70% που αντιστοιχεί σε έκταση 4.883,28 μ² (6.976,11 μ² απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση ως αυτοαποζημιούμενη x 70% = 4.883,28 μ²), ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 30% , που αντιστοιχεί σε έκταση 2.092,83 μ² (6.976,11 μ² x 30% = 2.092,83 μ²) δεν ωφελήθηκε το ακίνητο αυτό αλλά ζημιώθηκε, διότι μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε μεν την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, στα εν λόγω εναπομείναντα τμήματα, πλην όμως στην αρχική του ενιαία έκταση (64.130 μ²) μπορούσε να οικοδομηθούν στα μη δασώδη μέρη του κτίσματα μεγαλύτερου εμβαδού και κατά το στοιχείο αυτό το επίδικο υπέστη βλάβη και όχι ωφέλεια ως παρόδια ιδιοκτησία.
Ενόψει των ανωτέρω, η εν λόγω ΚΠ … ιδιοκτησία (α) δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης, του άνω έργου κατά το ποσοστό που κατά τα ανωτέρω ζημιώθηκε , δηλαδή κατά την έκταση των 2.092,83 μ² και να μην επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση και (β) πρέπει ως μερικώς ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, κατά την έκταση των 4.883,28 μ².
[VII] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και όχι πλήρεις αιτιολογίες στο ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα της ωφέλειας των παροδίων ιδιοκτησιών που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα αν και δέχτηκε ότι τα εναπομείναντα τμήματα των δύο παραπάνω ακινήτων μπορεί να θεωρηθούν κατά την έννοια του αρθρ. 1 ν. 653/1977 ως μερικώς ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες κατά ποσοστό 70% διότι αποκτούν πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην ΚΟ… και μέσω αυτής στη συνέχεια επί της Εγνατίας οδού, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αμέσως παραπάνω, στη συνέχεια δέχεται, και ενώ πρόκειται περί απαλλοτρίωσης συντελεσθείσας πριν την ισχύ του ν. 2971/2001, ότι κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 30% δεν ωφελήθηκαν, διότι μετά την απαλλοτρίωση μειώθηκε το εμβαδόν της έκτασης που μπορούσε να οικοδομηθεί, την μείωση δε αυτή συναρτά με την δασώδη ή μη κάλυψη των ακινήτων χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των δασωδών ή μη εκτάσεων εντός των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων σε συνδυασμό με την επιφάνεια των δασωδών ή μη εκτάσεων εντός των απαλλοτριωθέντων τμημάτων αυτών.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι αιτιάσεις αυτές, που αφορούν τους με αρ. 1 έως 10 στην αρχή της παρούσας αναφερόμενους αναιρεσιβλήτους-συγκυρίους των δύο παραπάνω ακινήτων είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων κατά το μέρος που αφορούν τους ίδιους παραπάνω αναιρεσίβλητους, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς αυτούς.
[VII] Όσον αφορά τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Δήμο Αμφίπολης Σερρών και τους λόγους αναίρεσης που τον αφορούν πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Με τον 3ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμπεριέλαβε επαρκή, ειδική και ορισμένη αιτιολογία στην απόφαση του σχετικά με το πώς και με ποια κριτήρια διαμορφώνεται το ποσοστό της βλάβης που διαπίστωσε συνολικά (30%) για κάθε ένα από τα επίδικα ακίνητα (δηλαδή και για τα επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του ενδέκατου αναιρεσίβλητου), και ειδικότερα με ποιά κριτήρια εκφράζεται ποσοστιαία η συμμετοχή καθενός εκ των βλαπτικών παραγόντων που δέχτηκε ότι υφίστανται εν προκειμένω, και ποια η ποσοστιαία συμμετοχή κάθε βλαπτικού παράγοντα στην διαμόρφωση του τελικού ποσοστού 30% που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι βλάφτηκαν τα εναπομείναντα τμήματα του επιδίκου ακινήτου.
Οι παραπάνω αιτιάσεις για ελλιπή αιτιολογία που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτες και πρέπει ν’ απορριφθούν, διότι αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσειόντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι οι απαλλοτριωμένες επίδικες ιδιοκτησίες υπέστησαν ζημία κατά ποσοστό 30% από την απαλλοτρίωση. Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω αναφορά ποια η ποσοστιαία συμμετοχή κάθε βλαπτικού παράγοντα, που δέχτηκε το δικαστήριο, στη διαμόρφωση του τελικού ποσοστού 30 % κατά το οποίο ποσοστό σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση βλάφτηκαν τα εναπομείναντα τμήματα κάθε επιδίκου ακινήτου ούτε με ποια κριτήρια εκφράζεται ποσοστιαία η συμμετοχή καθενός των παραπάνω βλαπτικών παραγόντων. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016).
Κατά το αρθ 240 ΚΠολΔ για την επαναναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με συντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομιζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, που τους περιέχουν (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των ισχυρισμών που αναφέρονται στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση αναφορά απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το μέρος που αφορά τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο) το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους περιλαμβανόμενους στις από 30.04.2012 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου αυτού ισχυρισμούς καίτοι αυτοί δεν προτάθηκαν νόμιμα κατά το μέρος που αποτελούσαν πραγματικούς ισχυρισμούς προταθέντες ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τις προηγούμενες ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου συζητήσεις της υπόθεσης με τις από 19.05.2008 και 08.03.2010 προτάσεις του (και των λοιπών αναιρεσιβλήτων), τους οποίους δεν επανέφερε νόμιμα κατ. αρθ 240 ΚΠολΔ με σύντομη περίληψη αυτών και αναφορά στις σελίδες των προηγουμένων προτάσεων που τους περιέχουν αλλά με ενσωμάτωση των παραπάνω προτάσεων των προηγουμένων συζητήσεων στις τελευταίες από 30.04.2012 προτάσεις και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο ως μη νομίμως προταθέντες.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 30.04.2012 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στους οποίους συμπεριλαμβάνετο και ο ενδέκατος αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι στο κείμενο των παραπάνω από 30.04.2012 προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο και το κείμενο των προτάσεων των προηγουμένων συζητήσεων ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου των διαδίκων κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο, αφού οι λόγοι αυτής που τον αφορούν απορρίπτονται, ενώ πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους κατά παραδοχή, όπως παραπάνω του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της ως προς αυτούς πλην του κεφαλαίου της περί δικαστικής δαπάνης. Ειδικότερα το τελευταίο αυτό (περί δικαστικής δαπάνης) κεφάλαιο πρέπει να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που αφορά τους με αρ. 1 έως 10 αναιρεσιβλήτους ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα κατά το ποσό που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται σε αυτούς και για τις προαναφερθείσες ιδιοκτησίες τους ύψους 3.000 ευρώ. Στην συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι με αρ.1 έως 10 αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το αρθ.22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ. Δικαστική δαπάνη υπέρ του ενδέκατου αναιρεσίβλητου δεν επιδικάζεται αφού αυτός δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αρ. 2011/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης όσον αφορά τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Δήμο Αμφίπολης Σερρών.
Αναιρεί την με αρ. [2011/2012] απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, κατά τα αναφερόμενα, ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για τους παραπάνω αναιρεσίβλητους για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους με αρ. 1 έως 10 αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ