Legislator Case Law & Legislation
437/2020 AI generated

437/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η κρινόμενη από 8-3-2019 ( με αριθ. καταθ. 96/2019 ) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1700/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου ( άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της ( άρθ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα ( 450 ) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016.

Legislator headnote

AI generated

437/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Keywords

AI generated
inadequate psychiatric report mental health status psychiatric evidence sickness and maternity psychological sequelae medical reasons
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 437/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Χατζηπαντελίδου.

Της αναιρεσίβλητης: 1.Ε. Θ. του Γ., χήρας Π. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ματθαίο Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17560/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικασθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 4465/2016 απόφαση του ως άνω αρμοδίου δικαστηρίου, 1700/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η κρινόμενη από 8-3-2019 ( με αριθ. καταθ. 96/2019 ) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1700/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου ( άρθ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της ( άρθ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα ( 450 ) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά την διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 του ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενόμενη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ ) και καθένας που έχει έννομο συμφέρον και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη.

Ειδικότερα, στην παραπάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν ο διαθέτης από αίτιο νοσηρό, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης πράξεως που επιχειρείται, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως ,του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου, αλλά αρκεί να αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικές σκέψεις και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, η οποία υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που περιορίζει αποφασιστικά και δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσπορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, τον καθιστά δε αδύναμο να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλον.

Εξάλλου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η σχετική ψυχική διαταραχή είναι διαρκής ή παροδικής φύσεως. Σε περίπτωση έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαρεία ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή της σύνταξης της διαθήκης, έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005 ).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα παρακάτω περιστατικά : " Η μητέρα των διαδίκων Χ. χήρα Γ. Μ., κάτοικος ..., απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, στις 12.3.2012 σε ηλικία 80 ετών εξαιτίας βαρείας σκληρυντικής εγκεφαλοπάθειας, εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας.

Η τελευταία ζούσε έως το έτος 1994 στη Αυστρία, όπου και εργαζόταν, και επέστρεψε στην Ελλάδα το έτος 1995, όπου και διαβιούσε έως το τέλος της ζωής της. Η ως άνω θανούσα ελάμβανε σύνταξη από την Αυστρία για τα έτη που εργάστηκε εκεί και είχε εισόδημα από είσπραξη μισθωμάτων της ακίνητης περιουσίας της. Το μεγαλύτερο διάστημα του έτους διέμενε με τον ενάγοντα υιό της στην ιδιόκτητη κατοικία της, επί της οδού ... ), διότι ο τελευταίος ήταν άνεργος ως επί το πλείστον και χωρίς εισοδήματα από άλλη πηγή, η δε μητέρα του τον συντηρούσε οικονομικά.

Στην ίδια κατοικία διέμενε από τον Απρίλιο του 2008 και η μετέπειτα σύζυγος του ενάγοντος Β. Κ., ενώ μετά το γάμο τους το ζεύγος μετεγκαταστάθηκε σε ιδιόκτητη επ' ονόματι του οικία επί της οδού ..., που αυτός αγόρασε αποκλειστικά με χρήματα που έλαβε από τη θανούσα. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι η μητέρα του ενάγοντος του είχε παραχωρήσει δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2007 εγγράφου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.

Κ. πληρεξουσιότητα διαχείρισης διαφόρων υποθέσεών της, ενώ με το υπ' αριθμ. ...14-4-2008 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, του παραχώρησε το δικαίωμα προς είσπραξη οιουδήποτε ποσού από τους τηρούμενους εκ μέρους της στην "ALPHA BANK " λογαριασμούς. Ακολούθως, η θανούσα, με την υπ' αριθμ. .../29-4-2008 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, κατέστησε κληρονόμους αμφότερα τα τέκνα της καταλείποντας στη μεν εναγομένη θυγατέρα της, ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού 75 τ.μ.

στο δε ενάγοντα υιό της α) ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ... όπου ήταν και ο τόπος κατοικίας της, εμβαδού 112 τ.μ. και β) ένα διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ..., εμβαδού 27 τ.μ. Ακολούθως στις 19-7-2008 η Χ. Μ., κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η μητέρα του έπασχε από ψυχική διαταραχή εισήχθη με εισαγγελική παραγγελία στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για ακούσια νοσηλεία της σε μονάδα ψυχικής υγείας.

Στο ανωτέρω νοσοκομείο παρέμεινε για χρονικό διάστημα πέντε (5) ημερών, συγκεκριμένα έλαβε εξιτήριο στις 24-7- 2008, με σημείωση ότι κατά την αναχώρησή της η κατάσταση της υγείας της παρουσίαζε " ελαφρά βελτίωση ", ενώ διαγνώστηκε ότι έπασχε από ανοική συνδρομή και ότι έχρηζε ακούσιας νοσηλείας, λόγω επικινδυνότητας που εμφάνιζε για τον εαυτό της ( βλ.

την από 21- 7-2008 του ψυχιάτρου Ι. Μ. Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ). Μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Τη φροντίδα της πλέον ανέλαβε εξ ολοκλήρου η εναγομένη θυγατέρα της έως τα τέλη του 2008 οπότε και ο ενάγων επέστρεψε στην κατοικία της μητέρας του. Το Μάρτιο 2009 και ενώ η εναγομένη βρισκόταν εκτός Θεσσαλονίκης, ενημερώθηκε από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Α.

Κ., ο οποίος διατηρούσε γραφείο στην ίδια οικοδομή με την οικία της μητέρας της, ότι η τελευταία παρέμενε μόνη, εγκλεισμένη στην κατοικία της από τον ενάγοντα, καθόσον αυτός και η οικογένειά του ( σύζυγος - τέκνα του ) είχαν φύγει. Μετά το περιστατικό αυτό, τη φροντίδα της Χ. Μ. ανέλαβε και πάλι η εναγομένη θυγατέρα της.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η θανούσα, αν και δυνάμει του υπ' αριθμ. ...14.4.2008 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης είχε χορηγήσει το δικαίωμα στον ενάγοντα υιό της, να εισπράττει από τον τηρούμενο στην τράπεζα " ALPHA BANK Α.Ε. ", λογαριασμό ύψους 27845,03 ευρώ, οποιοδήποτε ποσό της ανήκει, τελικά προέβη σε ανάκληση της ανωτέρω χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας δυνάμει του υπ' αριθμ. ...29-9-2008 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Π. - Π., παραπονούμενη ότι ο ενάγων προέβη σε ανάληψη του προαναφερόμενου ποσού, χωρίς την άδειά της. Μάλιστα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...23-3-2009 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π., είχε διορίσει ειδική πληρεξούσια αντιπρόσωπο και αντίκλητο της την εναγομένη - θυγατέρα της, ώστε να διαχειρίζεται η τελευταία, για λογαριασμό της, τις υποθέσεις που την αφορούσαν, ενώ ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../31-3-2009 δημόσιας διαθήκης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα μετά τον θάνατο της κληρονομουμένης, με το υπ' αριθμ. 566/30-3-2012 Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανακάλεσε την αναφερομένη ανωτέρω προγενέστερη διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της την εναγομένη, επισημαίνοντας στο κείμενο της ως άνω διαθήκης της ότι στον ενάγοντα υιό της, σε χρόνο προγενέστερο είχε δώσει σε μετρητά χρηματικό ποσό περίπου 100.000,00 ευρώ, ολόκληρο το τίμημα που έλαβε από την πώληση ετέρου ακινήτου της κειμένου στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, καθώς επίσης και ένα κατάστημα κείμενο επί της οδού ...

Η εναγόμενη συνέχισε να έχει τη φροντίδα της μητέρας της έως το τέλος Νοεμβρίου 2011, οπότε ο ενάγων, μετά την υποβολή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της με αριθμό κατάθεσης 47926/ 24-11-2010 αίτησής του, ζήτησε να τεθεί η μητέρα του σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ενώ χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή, δυνάμει της οποίας διορίστηκε ο ίδιος προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της μητέρας του, έως τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης.

Έκτοτε ο ενάγων απομάκρυνε την πρώτη εναγομένη από τη μητρική οικία παίρνοντας από αυτήν τα κλειδιά της τελευταίας και ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας τους, επισκεπτόμενος καθημερινά αυτήν για μία περίπου ώρα, ενώ την υπόλοιπη ημέρα η Χ. Μ. παρέμενε κλειδωμένη στην οικία της, μη δυνάμενη να δεχθεί επισκέψεις από οιονδήποτε.

Η διατροφή της, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Α. Π., γινόταν από μερίδες συσσιτίου, τις οποίες εξασφάλιζε σε αυτήν ο ενάγων από την Εκκλησία. Σημειώνεται ότι, επί της ανωτέρω αιτήσεως του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23559/ 2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ( Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας ), η οποία δέχθηκε αυτήν εν μέρει μόνο ως προς το αίτημα περί διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη και ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής απόφασης.

Συγκεκριμένα, διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον κρίθηκε ότι από την από 21- 7- 2009 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας βεβαιώθηκε ότι η Χ. Μ. έπασχε από ανοική συνδρομή, δεν προέκυπτε εάν η νόσος καθιστούσε αυτήν ανίκανη να επιμελείται του εαυτού της και των ζητημάτων που σχετίζονταν με την περιουσιακή της κατάσταση, καθώς και αν η κατάσταση της ήταν μόνιμη και μη αναστρέψιμη ή ιάσιμη ενόψει του ότι:

α) δεν προσκομίστηκε τότε κανένα άλλο ιατρικό πιστοποιητικό, β) νοσηλεύτηκε για μόλις πέντε ημέρες στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, από το οποίο και εξήλθε με ελαφρά βελτίωση ως προς την κατάσταση της υγείας της και γ) το δικαστήριο, κατά την επικοινωνία που είχε μαζί της, κατά τη διάρκεια εκδίκασης της παραπάνω αίτησης, διαπίστωσε ότι είχε επαρκή αντίληψη της διαδικασίας και απαντούσε λογικά σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν.

Ο ενάγων διατείνεται ότι κατά το χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, η μητέρα του Χ. Μ. δεν τελούσε σε διαύγεια πνεύματος, διανοητική και ψυχική ισορροπία, ώστε να είναι σε θέση, με πλήρη συνείδηση και υπό συνθήκες πνευματικής νηφαλιότητας, να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των προαναφερόμενων πράξεων, ενόψει του ότι έπασχε από ανοική συνδρομή.

Ωστόσο, παρά την ως άνω διαγνωσθείσα το μήνα Ιούλιο του έτους 2008 νόσο, η οποία σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης είναι σταδιακά επιδεινούμενη, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω συμβολαιογραφικής πράξης, η Χ. Μ. μπορούσε να διαμορφώσει ελεύθερα τη βούλησή της και να διαγνώσει το περιεχόμενο και τις συνέπειες των πράξεων στις οποίες προέβη.

Όπως με πειστικότητα κατέθεσε η με επιμέλεια των εναγομένων εξετασθείσα μάρτυρας, Ν. Δ. στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την συνεδρίαση της 23ης- 7- 2014, η οποία είχε τακτική - συχνή επαφή με την κληρονομούμενη, λόγω στενής και μακρόχρονης φιλίας, επισκεπτόμενη αυτήν τουλάχιστον δις εβδομαδιαίως για συντροφιά, ήταν άνθρωπος με πλήρη συνείδηση των όσων έλεγε και έπραττε.

Η ίδια άλλωστε ήταν παρούσα κατά τη σύνταξη της διαθήκης κατά τη διάρκεια της οποίας η αποβιώσασα έκανε τις απαραίτητες συστάσεις μεταξύ του συμβολαιογράφου, του παρόντος δικηγόρου και των μαρτύρων, στοιχείου εκ του οποίου καθίσταται σαφές ότι είχε επίγνωση και συνείδηση της επιλογής της να προβεί σε διάθεση της περιουσίας της, του περιβάλλοντος και των προσώπων που θα μετείχαν σε αυτή.

Περαιτέρω, και η συμβολαιογράφος πριν την υπογραφή της επίμαχης διαθήκης, εξάντλησε μία σειρά ερωτημάτων προκειμένου να διαπιστώσει μακροσκοπικά τη νοητική υγεία της διαθέτιδας. Αντίθετη κρίση δεν δύναται να συναχθεί από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Π. Π. του Λ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος δεν είχε προσωπική επικοινωνία με την θανούσα, γνωρίζει δε, όλα όσα ανέφερε για την κατάσταση της υγείας της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από διηγήσεις του ενάγοντος, με τον οποίο συνδέονταν με φιλική σχέση.

Ο ως άνω μάρτυρας μάλιστα αγνοεί και ουσιώδεις λεπτομέρειες της σχέσεως που είχε ο ενάγων με την θανούσα μητέρα του, όπως την σύνταξη του υπ' αριθμ. ... /14-4 -2008 πληρεξούσιου που αναφέρθηκε ανωτέρω, αλλά και την μετέπειτα ανάκληση του τελευταίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... 29-9-2008 συμβολαιογαφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Π. - Π.. Ούτε, άλλωστε, προκύπτει τίποτα αντίθετο, ως προς την κατάσταση της υγείας της θανούσας, από την με ημερομηνία 24 /10/2011 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ψυχίατρου Δ. Κ., στην οποία επισημαίνεται ότι κατά των ως άνω χρόνο, οπότε και έλαβε χώρα η εξέταση της, η Χ. Μ. έπασχε από βαριά ανοϊκή συνδρομή, με επικαθήμενη σε αυτήν ψυχωτική συνδρομή, η οποία αφαιρούσε από αυτήν, λόγω της μονιμότητας της, κάθε ικανότητα προς δικαιοπραξία, καθώς και από το από 7/6/2011 πιστοποιητικό του νευρολόγου- ψυχιάτρου Α.

Ρ. , στο οποίο αναφέρεται ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο η προαναφερόμενη μητέρα των αντιδίκων έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο, με κύριο χαρακτηριστικό την άνοια ( διάλυση των ψυχικών λειτουργιών και της προσωπικότητάς της ), διότι αμφότερες συντάχθηκαν δύο και πλέον έτη μετά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης ( η επισήμανση στην από 24/1/2011 ιατρική πραγματογνωμοσύνη περί εκκίνησης της ασθένειας της οικείου των διαδίκων τα τελευταία επτά έτη, δεν θεμελιώθηκε σε ιατρικά ευρήματα, αλλά σε πληροφορίες που ο υιός της ασθενούς και ήδη ενάγων αυθαίρετα παρείχε ), ενώ ομοίως στην προαναφερόμενη από 21/8/2008 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης δεν αναφέρεται εάν η διαγνωσθείσα κατά τα ανωτέρω ασθένεια της (νόσος σταδιακά επιδεινούμενη, όπως προαναφέρθηκε ), κατά τον παραπάνω χρόνο, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της ασθενούς.

Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αποβιώσασα ήδη Χ. Μ., κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης διαθήκης είχε εισέτι πλήρη συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης πράξεως. Σημειώνεται ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 852/2012 διάταξης της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η σχετικώς υποβληθείσα έγκληση του εδώ ενάγοντος σε βάρος και της εδώ εναγομένης αδελφής του, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος, με ιστορικό παρόμοιο με αυτό της κρινόμενης αγωγής, αξίωσε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της, μεταξύ των άλλων για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, τελεσθείσας εκ μέρους της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ( κατά τους ισχυρισμούς και μόνο του τότε εγκαλούντος ) Ε.

Π.. Το αυτό συνέβη και με την υπ' αριθμ. 77/2014 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η σχετικώς υποβληθείσα έγκληση του ενάγοντος, σε βάρος και της εδώ εναγομένης, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος, με ιστορικό παρόμοιο με αυτό της κρινόμενης αγωγής, αξίωσε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος και της τελευταίας, μεταξύ των άλλων για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατά συρροή, τελεσθείσας εκ μέρους της Ν.

Δ. που κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη για τη θέση της διαθέτιδας σε δικαστική συμπαράσταση.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή του ενάγοντος, καθόσον η επίμαχη διαθήκη είναι, ως προς όσα ισχυρίζεται ο ενάγων, έγκυρη ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του τελευταίου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης λόγω στέρησης του λογικού συνεπεία ψυχικής νόσου και, συγκεκριμένα, εξαιτίας βαριάς ανοϊκής συνδρομής της διαθέτιδος μητέρας των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα, τις οποίες και δεν παραβίασε όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της εσφαλμένης παράλειψης υπαγωγής των ως άνω περιστατικών στις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ( και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση ( και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα ) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος " ότι ουδέποτε αυτός έκανε χρήση του υπ' αριθμ. ...29-9-2008 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Π. - Π. και ουδέποτε ανέλαβε χρηματικά ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της μητέρας του εν αγνοία της", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν είναι πράγμα, υπό την ως άνω εκτεθείσα έννοια, δεδομένου ότι δεν συγκροτούν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής ή ενστάσεως. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων διατείνεται ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό απέδειξε με τα αναφερόμενα τρία έγγραφα και επομένως εσφαλμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι αυτός προέβη στην ανάληψη των καταθέσεων, που τηρούσε η μητέρα του στην τράπεζα, είναι απορριπτέος, ωσαύτως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα του επικαλούμενου λόγου αναιρέσεως πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).

4. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ,κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ως αληθινού του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης " ότι η ανάκληση της εντολής που είχε χορηγήσει στον αναιρεσείοντα η μητέρα του να εισπράττει χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό της, έγινε επειδή αυτός είχε αναλάβει από τον τραπεζικό λογαριασμό της το ποσό των 27.845,03 ευρώ χωρίς την άδειά της ", χωρίς απόδειξη.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" με την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό ,που θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της ένδικης αγωγής ή ενστάσεως, σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αλλά ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά ,και γΓ αυτό ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5.

Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ειδικότερα:

α) τα από 17.4.2008 δύο αντίγραφα αποδεικτικών αναλήψεων της ALPHA BANK, συνολικού ποσού 39.096,86 ευρώ και β) το με αριθμ. πρωτ. ... αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας.

Συνεπώς, ο τέταρτος από το άρθρ. 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος, που το κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 1700/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ