Legislator Case Law & Legislation
437/2019 AI generated

437/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

437/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 437/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ν. (A. M. του N.), 2) Μ. Μ. του Β. (B. M. του V.), 3) Ζ. Μ. του Α. (1), 4) Β. Ν. (B. D.), το γένος Α. Μ., 5) Μ. Ν. (M. D.), το γένος Α. Μ., κατοίκων ... και 6) Σ. Μ. (S. M.), κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος έως και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πατούνα, ενώ η 6η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) K. O. του N., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη….και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μυλωνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-12-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-6-2009 και 14-7-2009 αγωγές του Δ. Λ. του Φ. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", αντίστοιχα, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την από 9-10-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Ν. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με την από παρεμπίπτουσα αγωγή - προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση των ως άνω Δ. Λ. του Φ. και "... ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12949/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη από 23/4/2015 (με αριθμό καταθέσεως 17/3-2- 2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 262/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το νόμο 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (Ολ.ΑΠ 10/2018), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015).

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες με αριθμ. ….91γ' και …..92γ'/13/8/2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ., η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από όλους τους αναιρεσείοντες, εκ των οποίων ο έκτος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των αναιρεσειόντων - εναγόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-10-2008 και περί ώρα 22:15' ο ενάγων της πρώτης αγωγής Δ.

Λ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. ...93 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που θα προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκινείτο αρχικά επί της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της περιφερειακής οδού ….., με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά.

Η εν λόγω περιφερειακή οδός στο 17,8 χλμ. σημείο της είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας [το ένα από ανατολικά προς τα δυτικά, το άλλο από δυτικά προς ανατολικά] χωρίζονται με νησίδα πλάτους τριών [3] μέτρων, το πλάτος οδοστρώματος [από ανατολικά προς δυτικά] είναι 10,50 μέτρα, είναι ευθεία στο εν λόγω σημείο της, παρουσιάζοντας κατωφέρεια με μικρή κλίση [για το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας της] και έχει στα δεξιά της έρεισμα, πλάτους 0,80 μέτρα.

Κατά τον εν λόγω χρόνο, οι επικρατούσες συνθήκες της οδού ήταν οι ακόλουθες: το οδόστρωμα, λόγω της ψιλής βροχής [ψιχάλας] ήταν υγρό, η κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή, των πεζών αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ ο φωτισμός ήταν επαρκής, καίτοι ήταν νύκτα, επειδή υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, υπήρχε δε στο ως άνω σημείο της ρυθμιστική της ταχύτητας πινακίδα με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αυτό των 90 χλμ/Ω.

Ο ως άνω διάδικος Δ. Λ., κινούμενος αρχικώς, όπως προελέχθη, στη μεσαία λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της περιφερειακής οδού ……, έχων την προαναφερόμενη κατεύθυνση [από ανατολικά προς τα δυτικά] αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ΒΜW, χρώματος μαύρου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο έβαινε ομόρροπα προς αυτόν και ευρισκόμενος αρκετά μέτρα έμπροσθεν αυτού, στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε αρχικά στην ως άνω αναφερθείσα διαχωριστική νησίδα της οδού και στη συνέχεια περιεστράφη αρκετές φορές γύρω από τον άξονά του μεταξύ της μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού.

Έτσι, ευρισκόμενος προ αυτού του εμποδίου της οδού αυτός [Δ. Λ.] προς αποφυγή ατυχήματος, ενεργοποίησε τα προειδοποιητικά φώτα του οχήματός του [αλάρμ], προέβη σε ελαφρά πέδηση του οχήματός του και δι' αριστερού ελιγμού εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, συνεχίζοντας την κίνησή του επ' αυτής, δηλαδή κατέστησε γνωστή την κίνησή του και επέστησε την προσοχή για τους λοιπούς ευρισκόμενους όπισθεν αυτού χρήστες της οδού, για ύπαρξη αιφνίδιου εμποδίου επί της οδού, το οποίο αυτός αμέσως αντελήφθη και τελικώς επιτυχώς απέφυγε.

Την ίδια χρονική στιγμή στην ως άνω οδό και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ομορρόπως και πίσω από αυτόν [Δ. Λ.] εκινείτο και ο Μ. Μ., πρώτος εναγόμενος της ως άνω πρώτης και δεύτερης αγωγής, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ...74 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που θα προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.Γ.Α.", δεύτερη εναγόμενη της ως άνω πρώτης και δεύτερης αγωγής. Αυτός [Μ. Μ.] αντιληφθείς καθυστερημένα τις ως άνω κινήσεις του Δ. Λ. και ευρισκόμενος, σε μικρή απόσταση [όχι μεγαλύτερη των 80 μ.], προέβη μεν σε τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, χωρίς όμως να μπορέσει να το ακινητοποιήσει, λόγω και της αυξημένης ταχύτητος που εκινείτο, τουλάχιστον ύψους 80 χλμ/Ω, η οποία κρίνεται υπερβολική, σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες επικρατούσες συνθήκες της οδού, ανεξαρτήτως του ότι υφίστατο η ως άνω ρυθμιστική της ταχύτητας πινακίδα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του στο οπίσθιο μέρος του πιο πάνω οχήματος του Δ.

Λ.. Αποτέλεσμα της εν λόγω ενδίκου πρώτης συγκρούσεως ήταν το μεν η πρόκληση υλικών ζημιών σε αμφότερα τα οχήματα [εμπρόσθιο τμήμα, καπώ, εμπρόσθιο φτερό του ως άνω δεύτερου οχήματος, οπίσθιο τμήμα του ως άνω πρώτου οχήματος] και ο τραυματισμός του οδηγού του πρώτου οχήματος [Δ. Λ.], το δε η ακινητοποίηση αυτών [οχημάτων] επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, μάλιστα δε του πρώτου οχήματος με λοξή προς τα δεξιά κατεύθυνση...

Την ίδια χρονική στιγμή σε παράδρομο παρακείμενο της εν λόγω οδού και απέναντι από το προαναφερόμενο χιλιομετρικό σημείο [17,8] στα δεξιά, σε σχέση με την πορεία των κινουμένων επ' αυτής [οδού] οχημάτων από ανατολικά προς δυτικά, βρισκόταν ο Μ. Α., τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου, τέταρτης και πέμπτου αυτών και εγγονός των λοιπών εναγόντων της ως άνω τρίτης αγωγής, μαζί με την μνηστή του Μ.

Σ. [η τελευταία σημειωτέον, εξετάσθηκε και ως μάρτυς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο], λόγω επισκέψεώς τους στην εκεί υπάρχουσα αντιπροσωπεία πωλήσεως ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Ο ως άνω Μ. Α., ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα βοηθείας του πιο πάνω διαδίκου [Μ. Μ.] και εισήλθε πεζός στην εν λόγω οδό και βοήθησε πράγματι τον τελευταίο.

Όμως, σε ελάχιστο χρόνο [δευτερόλεπτα] από την ως άνω σύγκρουση και καθ' ον χρόνο ο Δ. Λ., υποβασταζόμενος από τον προαναφερόμενο άγνωστο οδηγό, απομακρυνόταν από το όχημά του, δέχθηκε ξαφνικά κτύπημα στο σώμα του από το υπ' αριθμ. κυκλ. ...9 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Η. Κ., τέταρτος εναγόμενος των ως άνω πρώτης και δεύτερης των αγωγών.

Το αμέσως πιο πάνω όχημα, την εν λόγω χρονική στιγμή, εκινείτο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της πιο πάνω οδού και πίσω από κάποιο άλλο όχημα, το οποίο άλλαξε πορεία και εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αυτός δε αντιλήφθηκε καθυστερημένα και ενώ ήταν σε ελάχιστη απόσταση, την ύπαρξη των ως άνω δυο οχημάτων, λόγω της πιο πάνω συγκρούσεως, σ' αυτή [αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας], με αποτέλεσμα, λόγω της ταχύτητας που είχε ήδη προηγουμένως αναπτύξει [τουλάχιστον 80 χλμ/Ω] και της μικρής αποστάσεως που είχε από αυτά, να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εισελθών ελαφρώς στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αποφεύγοντας μεν έτσι την πτώση του επί του ως άνω δευτέρου οχήματος [του Ν.

Μ.], προσκρούοντας όμως στον ήδη πεζό Δ. Λ., τον οποίο ελαφρώς παρέσυρε, με αποτέλεσμα να επιτείνει τον ήδη τραυματισμό του και να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου επί του οπισθίου δεξιού μέρους του οχήματος του τελευταίου [Δ. Λ.], παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε, αφήνοντας ίχνη επί του οδοστρώματος 11,50 μέτρα, προξενώντας υλικές ζημίες σ' αυτό, το οποίο [όχημα Λ.], λόγω της συγκρούσεως αυτής [δεύτερης] να ωθηθεί αρκετά μέτρα πιο μπροστά και τελικώς να λάβει κάθετη θέση επί του οδοστρώματος, μεταξύ της αριστερής και μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της οδού.

Έτσι, από τις ως άνω προκληθείσες δύο συγκρούσεις η κίνηση των οχημάτων επί του εν λόγω ρεύματος πορείας της περιφερειακής οδού γινότανε μόνο επί της δεξιάς λωρίδας αυτής, ήταν δε σημειωτέο, όπως ήδη προελέχθη, πυκνή. Στη συνέχεια, με την βοήθεια και του ως άνω Μ. Α. ο Δ. Λ. οδηγήθηκε εντός της διαχωριστικής νησίδας της οδού, έως ότου φθάσει στο εν λόγω σημείο ασθενοφόρο, το οποίο ήδη και είχε προς τούτο ειδοποιηθεί.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την παρέλευση περίπου 15 λεπτών από την ως άνω δεύτερη σύγκρουση κατέφθασε στο ως άνω σημείο συγκρούσεων το υπ' αριθμ. κυκλ. ...77 Ι.Χ.Φ. γερανοφόρο όχημα της οδικής βοήθειας ..., το οποίο στάθμευσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, ανάμεσα στα ακινητοποιημένα δύο πρώτα οχήματα, ήτοι των Μ.

Μ. και Δ. Λ., έχων απόσταση περίπου 5 μ. από το πρώτο και περίπου 25 μ. από το δεύτερο και καταλάμβαναν ολόκληρο το πλάτος αυτής [αριστερής λωρίδας], προεξέχοντας του ως άνω πρώτου οχήματος, δηλαδή αυτό του Μ. Μ., έχων ανοικτή τη φωτεινή επιγραφή ..., που βρίσκεται στην κορυφή της μετώπης του και περί τα 3 μέτρα πάνω από αυτή, καθώς και τους φωτεινούς αναλάμποντες φάρους που βρίσκονται εκατέρωθεν της ως άνω φωτεινής επιγραφής, προκειμένου να καθίσταται αυτό αντιληπτό από τους διερχόμενους οδηγούς, να προειδοποιεί και να εφιστά την προσοχή τους για την ύπαρξη τυχόν κινδύνου.

Ο ως άνω Μ. Α., ευρισκόμενος πίσω από το εν λόγω γερανοφόρο όχημα και από την δεξιά πλευρά αυτού, έχοντας πρόθεση να μεταβεί στο σημείο της ως άνω διαχωριστικής νησίδας της οδού, όπου, όπως προελέχθη, ευρίσκετο ο τραυματισθείς Δ. Λ., επιχείρησε την ενέργειά του αυτή από την κατά μήκος πλάγια δεξιά πλευρά του ως άνω γερανοφόρου οχήματος, εισερχόμενος έτσι στην αριστερή πλευρά της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, κατά τη στιγμή που στην εν λόγω λωρίδα εκινείτο το υπ' αριθμ.

κυκλ. ...71 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του O. K., οδηγούμενο από τον ίδιο, έκτου εναγομένου της ως άνω δεύτερης αγωγής - πρώτου εναγομένου της ως άνω τρίτης αγωγής, που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που θα προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.". Ο εν λόγω οδηγός του αμέσως πιο πάνω οχήματος, εισελθών στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας [δεύτερη] από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία αρχικώς εκινείτο, και συνεχίζων να κινείται με ταχύτητα, τουλάχιστον 90 χλμ/Ω, αντελήφθη την ύπαρξη του ως άνω πεζού Μ.

Α. επί της μεσαίας λωρίδας καθυστερημένα, παρόλη δε την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε, αφήνοντας για το λόγο αυτό ίχνη αυτής [τροχοπέδησης] 11 μέτρων επί του οδοστρώματος, δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει, με σφοδρότητα πάνω σ' αυτόν με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του, και στη συνέχεια να εκτιναχθεί αυτός στον αέρα και να καταλήξει στην καρότσα του ως άνω γερανοφόρου οχήματος, και εξ αυτού να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του.

Η αμέλειά του δε συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία τον αυτοκινήτου, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, αλλά και ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού [ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω ψιλής βροχής, πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, κατωφέρεια με μικρή κλίση της οδού], ενώ κατά την κρίση του Δικαστηρίου η μη τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση μεγαλύτερη των πενήντα μέτρων από τον τόπο των συγκρούσεων, που συνιστά παραβίαση του άρθρου 34 παρ. 9 του Κ.Ο.Κ.

δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω Μ. Α., συγγενούς των εναγόντων της ως άνω τρίτης αγωγής. Τούτο δε διότι, αυτός (Ο. K.), αν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, θα μπορούσε ευχερώς και σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως [και όχι αυτή των 50 μ. αν υφίστατο η τριγωνική πινακίδα] να αντιληφθεί τις ως άνω ακινητοποιήσεις των τριών πρώτων συγκρουσθέντων οχημάτων, λόγω του επαρκούς τεχνητού φωτισμού, της ευθείας οδού, της υπάρξεως στο σημείο συγκρούσεων του προαναφερομένου ογκώδους γερανοφόρου οχήματος με την επιγραφή και των φάρων αυτής σε λειτουργία, και να μειώσει ανάλογα την ως άνω, ανεπίτρεπτη για τις συνθήκες της οδού τη συγκεκριμένη στιγμή ταχύτητα των 90 χλμ/Ω τουλάχιστον, με την οποία συνέχισε να κινείται, επιδεικνύων έτσι όλως αμελή κυκλοφοριακή συμπεριφορά.

Όμως, ανεξαρτήτως της αμελούς οδηγητικής συμπεριφοράς αυτού, που είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και τον θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω Μ. Α., αμέλεια βαρύνει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και τον τελευταίο, ανεξαρτήτως του ότι πράγματι κινήθηκε από ηθική υποχρέωση και εκδήλωση κοινωνικής αλληλεγγύης προς τον ζητούντα βοήθεια πιο πάνω, όπως προειπώθηκε, Μ.

Μ., και στη συνέχεια προς βοήθεια και συμπαράσταση του τραυματισθέντος Δ. Λ.. Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι χρησιμοποίησε το οδόστρωμα της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας της άνω περιφερειακής οδού και κινήθηκε επ' αυτής όχι αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας των επ' αυτής οχημάτων, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., αλλά ομορρόπως με αυτή [οχήματα], καίτοι υπαρχούσης πυκνής κυκλοφορίας αυτών επ' αυτής [οδού], και χωρίς προηγούμενο επιστάμενο έλεγχό της, ενώ ηδύνατο, ευρισκόμενος όπισθεν, όπως προελέχθη, του εκεί ευρισκομένου σε στάση γερανοφόρου οχήματος, να μεταβεί στο σημείο της διαχωριστικής λωρίδας της οδού, όπου ευρίσκετο ο Δ.

Λ., από την πλάγια αριστερά πλευρά αυτού. Σταθμίζοντας τις αμελείς συμπεριφορές των ως άνω Ο. Κ. και του πεζού Μ. Α., όσον αφορά τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, τον μεν πρώτο βαρύνει ποσοστό συνυπαιτιότητας 70%, τον δε δεύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας 30%, δεκτής καθισταμένης ως εν μέρει ουσία βάσιμου της σχετικής ενστάσεως που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ως άνω ασφαλιστική εταιρία με την ιδιότητα της δεύτερης εναγομένης στην πιο πάνω τρίτη αγωγή, και επαναφέρει προς κρίση στο παρόν Δικαστήριο με σχετικό λόγο της πρώτης έφεσής της.

Στην πιο πάνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της αρμόδιας προς τούτο αρχής, όπου περιγράφονται οι συνθήκες των ενδίκων συγκρούσεων, όπως πιο πάνω αναφέρονται. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύουν και οι υπεκφεύγουσες αποκρίσεις των παρισταμένων διαδίκων".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, παρέθεσε όλα εκείνα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά τόσο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όσο και του πεζού - συγγενούς των αναιρεσειόντων Μ. Α., 70% και 30%, αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναφέρονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση του πεζού και η αμελειά του, η οποία συνίσταται στο ότι χρησιμοποίησε το οδόστρωμα κινούμενος από την κατά μήκος πλάγια δεξιά πλευρά του γερανοφόρου οχήματος, εισερχόμενος έτσι στην αριστερή πλευρά της μεσαίας λωρίδας κατά την στιγμή που στην εν λόγω λωρίδα εκινείτο το όχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Μάλιστα η εν λόγω κίνησή του έγινε ομόρροπα με τα κινούμενα επί της οδού οχήματα και όχι αντίθετα όπως είχε υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρ. 38 παρ. 3 ΚΟΚ. Περαιτέρω αναλύεται και η αμελής συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα 90 χιλ./Ω για τις επικρατούσες συνθήκες, ακινητοποίηση τριών πρώτων συγκρουσθέντων οχημάτων, ύπαρξη γερανοφόρου με τον φάρο σε λειτουργία, τις οποίες (συνθήκες) μπορούσε ν' αντιληφθεί από απόσταση 100 μ.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου και εκ πλαγίου παραβίασης αυτού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του πεζού - συγγενούς τους με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να κρίνει συνυπαίτιο του ατυχήματος τον πεζό αντί να κρίνει μόνο υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του αυτοκινήτου παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.

Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δικαιολογεί απολύτως την συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου διότι: 1) Δεν αναφέρει ότι μόνο η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας είχε μείνει ελεύθερη για την κίνηση των οχημάτων, ποιό ήταν το πλάτος κάθε λωρίδας κυκλοφορίας για να κριθεί η δυνατότητα ελιγμών του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αν δε ανέφερε τα παραπάνω θα έπρεπε να κρίνει ότι ο οδηγός θα έπρεπε να δει τα συντρίμμια και τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και να κρίνει αυτόν αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος, 2) Δεν αναφέρει σε ποια απόσταση βρισκόταν ο θανών Μ.

Α. από την διαχωριστική γραμμή της δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας, ώστε να κριθεί αν ο οδηγός είχε τη δυνατότητα ελιγμού προς τα δεξιά για να τον αποφύγει, ούτε, επίσης, αναφέρει πόσα μέτρα εντός της μεσαίας λωρίδας εισήλθε ο θανών για να κριθεί αν ο οδηγός είχε περιθώρια ελιγμού προς τα δεξιά, 3) Δεν αιτιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο την μερικά αμελή συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και δεν αναφέρει έστω και μία πράξη την οποία όφειλε, αλλά δεν μπορούσε να πράξει εξαιτίας των υπαρχουσών συνθηκών, 4) Δεν έλαβε υπόψη ούτε ανέφερε ότι ο θανών κατευθυνόταν προς τον τραυματία που ήταν μπροστά από το γερανοφόρο όχημα, ούτε έλαβε υπόψη ότι αυτό είχε καταλάβει όλη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και συνεπώς δεν υπήρχε περιθώριο κίνησης του θανόντος μεταξύ του διαχωριστικού διαζώματος και του γερανοφόρου οχήματος, 5) Δεν αναφέρει ποίες ακριβώς ήταν οι υπεκφεύγουσες αποκρίσεις των διαδίκων, ούτε προκύπτει ότι οι παραδοχές της στηρίζονται στο αποδεικτικό υλικό, στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και στο σχεδιάγραμμά της, καθώς και στις υπεκφεύγουσες αποκρίσεις των παρισταμένων διαδίκων, 6) Δεν αναφέρει την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος την είσοδο του θανόντος στο ρεύμα κυκλοφορίας του και αν είχε περιθώριο ελιγμού προς τα δεξιά για να αποφύγει τον θανόντα, ούτε μνημονεύει αν η ταχύτητα των οχημάτων στο σημείο του ατυχήματος καθορίζεται με πινακίδα σήμανσης, 7) Δεν διευκρινίζει σε ποίο όριο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ώστε ο οδηγός του να μπορέσει να αποφύγει τον πεζό και 8) Δεν διευκρινίζει αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες ορατότητας και την ταχύτητα του οχήματός του, θα μπορούσε έγκαιρα να ενεργήσει αποτελεσματική τροχοπέδηση για να αποφύγει τον πεζό ή αποφευκτικό ελιγμό, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι η προσβαλλόμενη αναφέρει πράγματι ορισμένα από τα ως άνω στοιχεία (όπως αυτά που αναφέρονται στις αιτιάσεις με αριθμούς 1, 3, 4 και 6), τα λοιπά δε στοιχεία (αιτιάσεις) δεν απαιτούνται για να στοιχειοθετήσουν την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2015 αίτηση αναίρεσης της 262/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για έκαστο των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ