437/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 437 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated437/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 437 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 437 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 437/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γάλλια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2012 αγωγή του ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8-1-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...".
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2521/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3504/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 27-2-2015 αίτησή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 4-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κύριας αναίρεσης αλλά και της επικουρικώς ασκούμενης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (7.10.2016) συζητήθηκαν: α) η από 27-2-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Τ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3504/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) η από 4.12.2015 επικουρική αίτηση αναίρεσης της τελευταίας εναντίον του Ε. Σ., οδηγού του με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην εν λόγω αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για αναίρεση της ίδιας απόφασης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.
Από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." υπ’ αριθμ. ...2.6.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4.12.2015 επικουρικής αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω επικουρικής αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, παρότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο (7.10.2016), κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε ‘ Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η παράσυρση του ενάγοντος, Σ. Τ., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, τόσο του ιδίου του τελευταίου, όσο και του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Ε. Σ., η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 30% για τον ενάγοντα, πεζό, και σε ποσοστό 70% για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Ε. Σ., παρεμπιπτόντως εναγόμενο. Ειδικότερα η αμέλεια του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, και συγκεκριμένα θέλοντας να προσπεράσει έμπροσθεν αυτού κινούμενο όχημα πραγματοποίησε ελιγμό προς τα αριστερά παραβιάζοντας την υπάρχουσα επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας χωρίς να ελέγξει αν από την κίνησή του αυτή θα προξενούσε κίνδυνο σε οχήματα και πεζούς που ευρίσκοντο επί της οδού, κατά παράβαση των άρθρων 5, 12 παρ. 1, 16, 19 και 21 του ΚΟΚ. Στην αμελή αυτή συμπεριφορά, τόσο κατά την ανάληψη του παράτολμου επιχειρήματος της επιχειρηθείσας προσπέρασης στη διασταύρωση όσο και η μειωμένη ικανότητά του να αντιδράσει έγκαιρα ώστε να αποφύγει την παράσυρση του πεζού μόλις τον αντιλήφθηκε, συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο προαναφερόμενος οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης, ως προαναφέρθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, αφού κατά τον γενόμενο έλεγχο με συσκευή αλκοολομέτρου, βρέθηκε στον οργανισμό του ποσοστό οινοπνεύματος 0,46 χιλ. του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, κατά την πρώτη μέτρηση, και 0,26 χιλ. του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, κατά την δεύτερη μέτρηση, ήτοι τιμές ανώτερες της επιτρεπόμενης με την υπ’ αριθμ. ....3.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης τιμής των 0,25 χιλ. του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα. Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 30% είναι και ο ενάγων, Σ. Τ., ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, ήταν πεζός, γιατί από έλλειψη της προσοχής που θα επεδείκνυε κάθε μέσος συνετός πεζός κατά τις ανωτέρω περιστάσεις κατήλθε στο οδόστρωμα της ως άνω οδού και προσπάθησε να διασχίσει κάθετα αυτή μολονότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε διάβαση πεζών και επιπλέον ακινητοποιήθηκε στη μέση της οδού θέτοντας τον εαυτό του αλλά και τα κινούμενα σε αυτήν οχήματα σε μεγάλο κίνδυνο, κατά παράβαση των άρθρων 12 και 38 του ΚΟΚ. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η παραδεκτώς προβληθείσα νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ) ...". Το Εφετείο με το να απορρίψει την από 4.12.2013 έφεση του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της από 30.10.2013 έφεσης του αναιρεσείοντος, της από 3.1.2014 έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας και της ασκηθείσας με τις προτάσεις αντέφεσης της τελευταίας (ασφαλιστικής εταιρείας) κατά της από 30.10.2013 έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 12.9.2012 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, κρίνοντας (το Εφετείο) τον αναιρεσείοντα πεζό συνυπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 30% και τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος συνυπαίτιο κατά ποσοστό 70% σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε κρίνει τον αναιρεσείοντα πεζό συνυπαίτιο κατά ποσοστό 40% και τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος συνυπαίτιο κατά ποσοστό 60%, αντιστοίχως, του ίδιου τροχαίου ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του τραυματισθέντος πεζού και της υπαιτιότητας, του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα επικουρικά ασφαλιστική εταιρεία και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος πεζού για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, καθόσον ερμηνευόμενες οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν υποχρέωση στους πεζούς να αναζητούν ασφαλή τρόπο διάβασης της οδού και αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν της διάβασης πεζών αλλά και στους οδηγούς των κατά την οδήγηση οχημάτων να καταβάλλουν την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού ανθρώπου, συμμορφούμενη προς τους κανόνες οδήγησης, ώστε να μη προξενούν με την κίνησή τους κίνδυνο σε πεζούς και οχήματα. Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος πεζού και του αιτιώδους συνδέσμου της υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος πεζού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με τη μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα σε μεγαλύτερο ποσοστό του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση του αναιρεσείοντος πεζού και το σημείο, που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα του πεζού και η θέση του τελευταίου μετά το ατύχημα. Η προβαλλόμενη δε από τον αναιρεσείοντα αιτίαση, για αντιφατικότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη θέση του αναιρεσείοντος πεζού, σύμφωνα με την οποία (αιτίαση) στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο πεζός είτε διέσχιζε κάθετα την οδό ... με πορεία από τη Λεωφόρο Θηβών προς την οδό ... είτε ήταν ακινητοποιημένος στο ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής είναι αβάσιμη και πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον η εν λόγω παραδοχή αφορά την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γ. Κ., που παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου θέλοντας να προσπεράσει όχημα, που προπορευόταν αυτού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ευρισκόμενος στο αντίθετο ρεύμα χτύπησε τον πεζό, ο οποίος είτε διέσχιζε κάθετα την οδό ... με πορεία από την Λεωφόρο Θηβών προς την οδό ..., είτε ήταν ακινητοποιημένος στο ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή και παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος πεζού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μνησθεισών άνω διατάξεων και των διδαγμάτων κοινής πείρας καθώς και για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της είναι αβάσιμα και πρέπει ν’ απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει ν’ απορριφθεί η από 27.2.2015 κύρια αίτηση για αναίρεση της 3504/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Συνακόλουθα μετά την απόρριψη της ως άνω από 27.2.2015 κύριας αίτησης αναίρεσης της 3504/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών θα πρέπει ν’ απορριφθεί και η από 4.12.2015 επικουρική αίτηση αναίρεσης της ίδιας απόφασης, διότι η επικουρικά αναιρεσείουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς άσκησή της (ΑΠ 959/2009). Ωστόσο διάταξη επιβολής δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στην παρούσα απόφαση, ελλείψει σχετικού αιτήματος του ερημοδικασθέντος αναιρεσιβλήτου, στην επικουρικά ασκηθείσα αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-2-2015 αίτηση αναιρέσεως και την από 4.12.2015 επικουρικά ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της 3504/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 27-2-2015 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και την από 4.12.2015 επικουρικά ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Σ. Τ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ