Legislator Case Law & Legislation
437/2013 AI generated

437/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2009 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

437/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 437/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κομματά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Κωνσταντινίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 17/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/7/2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί αγωγής τραπεζικού υπαλλήλου με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας αποφάσεων των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης εργοδότριας αυτού, Τράπεζας, με τις οποίες αυτός αρχικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα και στη συνέχεια τοποθετήθηκε σε υποδεέστερη θέση εκείνης, που κατείχε προηγουμένως, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, που έλαβε χώρα κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της άνω εργοδοτρίας, ο ισχυρισμός της τελευταίας (εναγομένης), ότι η μετακίνηση του υπαλλήλου της αποτελούσε άσκηση νόμιμου δικαιώματός της και έγινε προς εξυπηρέτηση συμφέροντος της Τράπεζας, που την κατέστησε επιβεβλημένη, εξαιτίας απαδουσών στην προηγούμενη θέση του υπαλλήλου της ενεργειών του ιδίου, συνιστά άρνηση της αλήθειας των πραγματικών ισχυρισμών περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδοτρίας, επί του οποίου θεμελιώνεται το ανωτέρω αγωγικό αίτημα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή (συγκροτούν, δηλαδή, την ιστορική της βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της), ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Επομένως, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, οι αρνητικοί της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ισχυρισμοί, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, που αυτοί αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από αυτούς πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα από αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του ιδιαιτέρως και διεξοδικώς, ενώ η στάθμιση της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της απόδειξης απόκειται στην ελεύθερη κρίση του.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο (κύριο) σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αιτίαση, ότι επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, Τράπεζας, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας αποφάσεων των προστηθέντων οργάνων της τελευταίας, με τις οποίες η εν λόγω εναγομένη εργοδότριά του τον έθεσε σε διαθεσιμότητα και τον τοποθέτησε σε υποδεέστερη θέση εκείνης, που κατείχε προηγουμένως, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, που έλαβε χώρα κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, το Εφετείο, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή αυτή, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, τους οποίους εκείνη είχε νόμιμα προτείνει με σχετικούς λόγους εφέσεως, συνισταμένους στο ότι η μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου της και η τοποθέτησή του σε νέα θέση αποτελούσε άσκηση νόμιμου δικαιώματός της και έγινε στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του καλώς νοούμενου συμφέροντος της Τράπεζας, που την κατέστησε αναπόφευκτη και επιβεβλημένη, εξαιτίας των αναφερόμενων απαδουσών στην προηγούμενη θέση του ενεργειών του ιδίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όμως, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δεν ιδρύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας-εναγομένης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως συνιστώντες άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, ικανά να τον θεμελιώσουν και, επομένως, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, στη δικαζόμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, ότι συνέτρεξε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, που έλαβε χώρα κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας Τράπεζας (εργοδοτρίας του), εκτιμώντας, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς αναφέρει, τόσο την κατάθεση του μνημονευόμενου στο αναιρετήριο μάρτυρα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά αυτού (Γ.

Σ., όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης από τον Άρειο Πάγο), όσο και την .../2007 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια της ιδίας, καθώς και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του. Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση και ένορκη βεβαίωση, καθώς και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και το από 25-4-2006 υπόμνημα οδοιπορικών εξόδων, την υπ' αριθ. 25777/9-3-2006 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Κανονισμό Λειτουργίας του Ελεγκτικού Προσωπικού και της Διεύθυνσης Επιθεώρησης και τον Κώδικα Δεοντολογίας Επιθεωρητών, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά από ό,τι η αναιρεσείουσα την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του προεκτεθέντος αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει, όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο, το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να καθίσταται δυνατό να κριθεί, αν το Δικαστήριο αυτό ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο και, εξαιτίας της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε ότι έχει περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.-

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα Τράπεζα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθ. 302/7-6-2006 Πράξεως της Διοικήσεως αυτής, με την οποία μετακινήθηκε ο αναιρεσίβλητος από τη θέση του στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως αυτής, ενώ, αν δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου θα είχε δεχθεί, ότι η διαθεσιμότητα-ανάκληση του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Επιθεωρητή ήταν άσκηση νόμιμου δικαιώματός της, καταλήγοντας έτσι σε διαφορετικό διατακτικό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στην αίτηση το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, κατά δε το μέρος, που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου αυτού και των αποδείξεων είναι επίσης απαράδεκτος, διότι πρόκειται για αιτίαση, που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, τα οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις αναφερόμενες σε αυτό εξαιρέσεις, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται, κατά τα άνω, από τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα δε, ο από τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου λόγος ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρινόμενων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν ''αιτιολογία'' της αποφάσεως, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. -

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον χαρακτηριζόμενο ως ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου έγινε στο πλαίσιο νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και κατέστη αντικειμενικά επιβεβλημένη λόγω της ανεπίτρεπτης, ενόψει και της ιδιότητάς του ως Επιθεωρητή, συμπεριφοράς του και ιδία της ψευδούς δηλώσεως για μετάβαση στο Βόλο ημέρα Κυριακή, ενώ μετέβη πράγματι Δευτέρα, προκειμένου να αποκομίσει ημερήσια αποζημίωση εκτός έδρας τουλάχιστον την 12-2-2006, με το σκεπτικό, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός αποκόμισε ή επεχείρησε να αποκομίσει αποζημίωση για επί πλέον διανυκτέρευση, στηρίζοντας την κρίση της αυτή στην παραδοχή, ότι "...

εμφιλοχώρησαν από παραδρομή και άλλα αποκόμματα, καθόσον τμήμα της διαδρομής προς Βόλο πραγματοποιήθηκε με οδηγό την ίδια ... και αδυνατούσε μετά από κάποιο σημείο να συνεχίσει ... . Έτσι η ως άνω μάρτυς μαζί με τον πατέρα του ενάγοντα μετέβησαν στο σημείο που βρισκόταν ...", έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αιτιολογεί από πού συνήγαγε, ότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις ήταν της τότε μνηστής του αναιρεσιβλήτου, πολύ περισσότερο, αφού δεν προσδιορίζεται σε ποιο σημείο της διαδρομής ανέλαβε την οδήγηση προς Βόλο η μνηστή του και ποιο τμήμα της διαδρομής προς Βόλο εξετέλεσε οδηγώντας η ίδια, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί, αν στο τμήμα αυτό υπήρχε σταθμός διοδίων ή όχι και άρα, αν μπορούσε να εμφιλοχωρήσει παραδρομή.

Στην αιτίαση, όμως, αυτή δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι, υπό τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, αφενός μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται με σαφήνεια τί δεν αποδείχθηκε σε σχέση με το ζήτημα της φερόμενης ως ψευδούς δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου (στο οποίο εντοπίζεται από την αναιρεσείουσα η προβαλλόμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών), οπότε πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς, αφετέρου δε τα αναφερόμενα επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με το θέμα αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελούν ''αιτιολογία'' επιδεκτική μομφής για ανεπάρκεια, ανεξαρτήτως του ότι ο προεκτεθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας-εναγομένης, περί του ότι η μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος έγινε στο πλαίσιο νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, προς επίρρωση του οποίου η ίδια επικαλείται την προαναφερόμενη ψευδή βεβαίωσή του προς αυτήν, ως αρνητικός ισχυρισμός της ιστορικής βάσεως της αγωγής, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, δεν είναι ουσιώδης και η απόρριψή του από το Δικαστήριο της ουσίας, δίχως αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2009 αίτηση της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., για αναίρεση της 315/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ