Legislator Case Law & Legislation
437/2011 AI generated

437/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 437 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 437/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και ΑσÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 437/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Χ. Ζ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πειραιώς "ΤΖΑΝΕΙΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκε η 6951/1996 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 474/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 14-12-1999 αίτησή της καθώς και με τους από 7-12-2000 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε τις εισηγήσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Παπαγιαννάκη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14 Δεκεμβρίου 1999 αιτήσεως της Β. συζ. Χ. Ζ. για αναίρεση της 474/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς καθώς και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ.3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των κατά του Ν.Π.Δ.Δ. αξιώσεων των υπαλλήλων που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά το άρθρο 51 του αυτού Ν.Δ. η ως άνω παραγραφή διακόπτεται και με την υποβολή προς το Ν.Π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής και σε περίπτωση μη απαντήσεως η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως και κατά το άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου Ν.Δ. η παραγραφή των κατά του Ν.Π. αξιώσεων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά τα άρθρα 559 αρ. 19 και 20. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, για αμοιβή δύο (2) ωρών ημερησίως, του άρθρου 2 παρ.3 του ν.201/1975, για μη χορήγηση των τριετιών του α' γενικού όρου της 42/1981 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, για μη ενσωμάτωση των προσαυξήσεων 5% κατ' έτος από την έναρξη του 20ου έτους κ.ο.κ. και της προσαυξήσεως 10% ως σιδηρώτρια -πλύντριας, για μη καταβολή της ειδικής αποζημιώσεως των 8.000 δρχ. και γενικώς για τη καταβολή των προβλεπόμενων από το νόμο και τις σχετικές Δ.Α. και Σ.Σ.Ε. αποδοχές, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-12-1993, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, σύμφωνα με την προταθείσα από το αναιρεσίβλητο σχετική ένσταση, ενώ η αντένσταση της αναιρεσείουσας, περί διακοπής της πιο πάνω παραγραφής, με την υποβολή προς το αναιρεσίβλητο της με αριθ. 13345/30-12-1993 αιτήσεως για την πληρωμή των αξιούμενων αποδοχών, απορρίφθηκε από το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεως προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται οι ένδικες αξιώσεις. Η κρίση αυτή του Εφετείου αφορά εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και το πρώτο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως δεν περιλαμβάνονται στην άνω αίτηση οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς. Συνακόλουθα ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ. Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επάλληλη, στην επί του άρθρου 281 Α.Κ. ερειδόμενη αιτιολογία, σχετικά με τις ανωτέρω απορριφθείσες λόγω παραγραφής αξιώσεις της αναιρεσείουσας, είναι αλυσιτελής, διότι η περί παραγραφής αιτιολογία της στηρίζει το διατακτικό της.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μεσάτα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις αναλύσεις αποδοχών και κρατήσεων εκ προσθέτων αμοιβών και τα ΔΑΤΕ του ΙΚΑ του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 έως 31-5-1996, έγγραφα από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, προκύπτει η υπερωριακή εργασία της, που απορρίφθηκε από το Εφετείο. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, "εξ όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι απεδείχθησαν τα ακόλουθα ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γι' αυτό ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ. Α.Π. 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 13345/30-12-1993 αιτήσεως της και δέχθηκε γεγονότα διάφορα των εις αυτό αναφερομένων, ενώ αν δεν παραμόρφωνε το ως άνω έγγραφο και εκτιμούσε ορθά το περιεχόμενο της αγωγής της έπρεπε να δεχθεί ότι με την ως άνω αίτησή της ζητούσε και τις επίδικες διαφορές. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι δεν περιλαμβάνονται στην ανωτέρω προς το αναιρεσίβλητο 13345/30-12-1993 αίτηση της οι ένδικες αξιώσεις και ότι συνεπώς δεν διακόπηκε η διετής παραγραφή των αξιώσεων της για την περίοδο 1991-1993. 0 λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ αλλά συμπεράσματα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το τρίτο μέρος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προταθεί από το αναιρεσίβλητο, ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών της, είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την ως άνω παραγραφή έλαβε μετά πρόταση του αναιρεσιβλήτου και δεν την έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επειδή, από το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. με το οποίο ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως νια χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής κατά του Ν.Π.Δ.Δ. από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου (σχ. ΑΕΔ 7/2011) ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944). Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για επιδίκαση των εις την αγωγή διαφορών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν, έστω και αν το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 474/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ