Legislator Case Law & Legislation
437/2009 AI generated

437/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

437/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 4/9 Μαρτίου 1932, "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των Ν. 3459/1928 και 5167/1931 περί ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών", "εις τα εκφορτώσεις εμπορευμάτων εις τους διαφόρους λιμένας του κράτους, απαγορεύεται η εργασία εις εργάτας, μη εφωδιασμένους δι' αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτού (δηλαδή διά βιβλιαρίου επαγγελματικής ταυτότητος).

Keywords

AI generated
charterer unauthorized gainful employment rights and obligations of staff right to work wage portage release from obligation to work
AI generated
918/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
1/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
745/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
203/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
938/2015
Επειδή, για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται, κατά κανόνα, η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζόμενου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν, απλώς, δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζόμενου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 437/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "SMIT LLOYD MATSAS (HELLAS) SH.CO", που εδρεύει στον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λυμπεράκη Ιωαννίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 475/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 9.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 475/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση για συζήτηση αυτής στη νόμιμα προσδιορισθείσα παρούσα συζήτησή της, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ψ. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε, κατά τη συζήτηση της αίτησης ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να ερευνηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 4/9 Μαρτίου 1932, "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των Ν. 3459/1928 και 5167/1931 περί ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών", "εις τα εκφορτώσεις εμπορευμάτων εις τους διαφόρους λιμένας του κράτους, απαγορεύεται η εργασία εις εργάτας, μη εφωδιασμένους δι' αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτού (δηλαδή διά βιβλιαρίου επαγγελματικής ταυτότητος).

Ως φορτοεκφορτωταί νοούνται τα πρόσωπα, τα επί μισθώ ή επί αμοιβή, κατά μονάδα εργασίας προσλαμβανόμενα παρά των εργολάβων φορτοεκφορτώσεων, των πρακτόρων εμπορικών πλοίων ή και παρά παντός φορτωτού, προς διενέργειαν α) μεταφοράς, φορτώσεως ή παραδόσεως εμπορευμάτων και διαφόρων άλλων ειδών, εκ των προκυμαιών και των επ' αυτών αποθηκών, εργοστασίων ή καταστημάτων εις φορτηγίδας ή πλοία ή από φορτηγίδας ή πλοίου εις φορτηγίδα ή πλοίον και β) εκφορτώσεως και παραλαβής ή μεταφοράς εμπορευμάτων και διαφόρων άλλων ειδών εκ των πλοίων ή φορτηγίδων εις πλοία ή φορτηγίδας ή εκ τούτων εις τους τελωνειακούς χώρους ή προκυμαίας ή εις τας υπ' αυτών αποθήκας, εργοστάσια ή καταστήματα, κατά δε το άρθρο 13 του νόμου αυτού, "εφεξής η ισχύς των διατάξεων του παρόντος περιορίζεται εις μόνους τους λιμένας, ων ο πληθυσμός δεν είναι κατώτερος των 20.000 κατοίκων ...".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1254/1949 "ως φορτοεκφορτωτική εργασία ξηράς νοείται η εκ του σημείου εναποθέσεως ή αποθηκεύσεως παντός προς μεταφοράν ή μετακίνησιν εμπορεύματος ή είδους φόρτωσις επί οιουδήποτε μεταφορικού μέσου, η εκ τούτου εκφόρτωσις εις αποθήκας, εργοστάσια, καταστήματα και λοιπά σημεία και σταθμούς αποθέσεως ή αποθηκεύσεως των ειδών τούτων και τανάπαλιν.

Προσέτι η παρ' αυτών τούτων των εργατών μεταφορά των εν λόγω ειδών ως και η στοιβασία, ζύγισις, ταξινόμησις και διαλογή αυτών, οσάκις απαιτείται να ενεργηθή αύτη. Αι κατά την παρ. 1 του παρόντος φορτοεκφορτωτικαί εργασία, αι πραγματοποιούμεναι εις χώρους κοινής χρήσεως, διενεργούνται αποκλειστικώς παρ' εργατών, εφωδιασμένων δι''επαγγελματικού βιβλιαρίου φορτοεκφορτωτού ξηράς".

Περαιτέρω, με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου αυτού (όπως η παρ. 2 αντικ. δια του άρθρου 7 Ν. 1082/1980) ορίζεται η έννοια των "κοινοχρήστων χώρων" (οι χαρακτηριζόμενοι από τα άρθρα 966 και 967 Α.Κ. καθώς και οι χώροι, των οποίων η κατά προορισμό χρήση συνίσταται στη συγκέντρωση, εναπόθεση και αποθήκευση ή αποταμίευση πάσης φύσεως αγαθών και των οποίων -χώρων- τη χρήση έχουν το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι Γεωργικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ.) Σύμφωνα, επίσης, με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1082/1980, "επιφυλασσομένων των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του παρόντος, αι ιδιωτικαί επιχειρήσεις δύνανται να διενεργούν τας διά τας ανάγκας των φορτοεκφορτώσεις εντός των επαγγελματικών των χώρων και εγκαταστάσεων, δι' ιδίων εργατικών δυνάμεων, εφόσον απασχολούν, δυνάμει συμβάσεως εργασίας, επαρκή διά την αιτίαν αυτήν αριθμόν εργατών.

Προς τούτο αποφαίνεται δι' αποφάσεώς της η αρμοδία κατά τόπον Επιτροπή Ρυθμίσεως Φορτοεκφορτώσεων, επί τη αιτήσει της επιχειρήσεως, υποβαλλομένης εντός εξ μηνών από τη προσλήψεως του τοιούτου προσωπικού". Οι διατάξεις, όμως, αυτές, που επιβάλλουν απαγόρευση φόρτωσης και εκφόρτωσης εμπορευμάτων μέσα σε λιμάνια, σε εργάτες, που δεν έχουν εφοδιασθεί με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή και τίθεται υπό την προϋπόθεση παροχής ειδικής αδείας η απευθείας διενέργεια των ως άνω εργασιών, εφόσον η εργοδότρια επιχείρηση έχει τα αναγκαία μηχανικά ή επαγγελματικά μέσα, έρχονται σε αντίθεση με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της ελευθερίας, προς συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και του δικαιώματος προς εργασία (άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), συνεπαγόμενες συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων.

Τούτο, όμως, συμβαίνει μόνο κατά το μέρος, που οι ως άνω διατάξεις αποκλείουν την διεξαγωγή από τις επιχειρήσεις των δικών τους φορτοεκφορτωτικών εργασιών με δικούς τους εργάτες και φορτοεκφορτωτικά μέσα, οι οποίες (εργασίες φορτοεκφορτώσεως) εκτελούνται σε χώρους των επαγγελματικών τους εγκαταστάσεων.

Αντίθετα, αν οι εργασίες φορτοεκφορτώσεως εμπορευμάτων εκτελούνται σε χώρους κοινής χρήσεως, όπως αυτοί ανωτέρω προσδιορίζονται, τότε αυτές πρέπει, κατά νόμο, να γίνονται από τους έχοντες με σχετική άδεια εφοδιασθεί εργάτες, κατά τα ανωτέρω (ολ. Α.Π. 590/1983, Ολ.Α.Π. 234/1979, Α.Π. 696/2001). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 361, 648, 649, 653 και 659 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί (ρητά ή σιωπηρά) μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο, μέσα στο νόμιμο ωράριό του, πρόσθετης, διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία, που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς να έχει καθορισθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή τον μισθό, που καταβάλλεται συνήθως, για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους και με τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 1329/2005, Α.Π. 1787/1999).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ιδρύεται, όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ή όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή, που έχει ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ενώ ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται, όταν δεν υπάρχουν στην απόφαση οι ουσιαστικές παραδοχές, που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ή όταν οι υπάρχουσες παραδοχές είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές και δεν μπορεί έτσι να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί.

Τέλος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.14 λόγος αναιρέσεως παρέχεται, όταν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας, απαραδέκτου ή έκπτωσης από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.Α.Π. 1/1999).Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, με βάση διαδοχικές ναυτικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης ναυτιλιακής εταιρίας, απασχολήθηκε ως ναύτης σε φορτηγό-εφοδιαστικό πλοίο της από 5-6-1995 μέχρι 17-8-2004, έχοντας τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα καθήκοντα.

Ότι, μέσα στο νόμιμο ωράριο και, πέρα από τα καθήκοντα, που είχε συμβατικά αναλάβει, παρείχε και πρόσθετη εργασία, άσχετη με τα κύρια καθήκοντά του και συγκεκριμένα απασχολήθηκε και με καθήκοντα φορτοεκφορτωτού, επάνω στο πλοίο της εναγομένης, χωρίς να έχει συμφωνηθεί η μη καταβολή μισθού για την εργασία αυτή.

Ζητείται, στη συνέχεια, να του καταβληθεί, για την αιτία αυτή το ποσό των 21.810, 55 ευρώ, το οποίο η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, ο οποίος θα παρείχε την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Με το περιεχόμενο αυτή, η αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα κατά νόμο στοιχεία, που απαιτούνται, για την ουσιαστική έρευνά της, χωρίς να είναι αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, να αναφέρονται και οι ΣΣΕ, με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν η καταβλητέα αμοιβή στον ενάγοντα και οι οποίες διέπουν τα σχετικά με την αμοιβή των φορτοεκφορτωτών, καθόσον η περαιτέρω αναζήτηση του ύψους του καταβλητέου μισθού (για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι πράγματι παρείχε την πρόσθετη αυτή εργασία ο ενάγων) ανάγεται στην εν γένει αποδεικτική διαδικασία και στην αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη τυχόν εφαρμοστέων, σχετικά με το ζήτημα τούτο, ΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι των οποίων αποτελούν κανόνες δικαίου, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να απορρίψει, ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό της εναγομένης, που προέβαλε και ως λόγο εφέσεως, για αοριστία της αγωγής, ορθά έκρινε και, επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.. 14 λόγος της ένδικης αίτησης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επειδή, περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, τα εξής:

Ότι με την από 5-6-1995 ναυτική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στην ... και ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι την 17-8-2004, ο ενάγων, κάτοχος ναυτικού φυλλαδίου, απασχολήθηκε για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως ναύτης, στο φορτηγό-εφοδιαστικό πλοίο "...", πλοιοκτησίας της εναγομένης.

Το πλοίο αυτό είχε ναυλωθεί από την πλοιοκτήτρια το έτος 1979, δυνάμει συμβάσεως χρονοναύλωσης, στην εταιρεία "NORTH AEGEAN PETROIL COMPANY" και στη συνέχεια, δυνάμει τη από 23-11-1999 σύμβασης χρονοναύλωσης, στην εταιρία "ΚΑΒΑΛΑ ΟΙΛ ΑΕ". Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών το πλοίο της εναγομένης εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς φορτίου εφοδιασμού από το λιμάνι της ..., στις θαλάσσιες εγκαταστάσεις των πετρελαίων ανοιχτά του ..., νήσου ... .

Ο ενάγων απασχολείτο ως ναύτης στο πλοίο της εναγομένης, εργαζόμενος σε βάρδιες, όλες τις εργάσιμες ημέρες, με νόμιμο ωράριο, αμειβόμενος με τις από το νόμο προβλεπόμενες αποδοχές. Ότι τα καθήκοντά του, ως ναύτη, ήταν η υπηρεσία καταστρώματος, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η καθαριότητα και η συντήρηση του πλοίου, καθώς και η φύλαξή του κατά τη νύχτα, στο λιμάνι.

Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι η εναγομένη, επί πλέον των ανωτέρω καθηκόντων του ενάγοντα και χωρίς να υπάρχει μεταξύ του συμφωνία, για πρόσθετη αμοιβή, κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, τον υποχρέωνε, με εντολή του πλοιάρχου του πλοίου, να παρέχει, μαζί με άλλον συνάδελφό του, ναύτη, εργασία φορτοεκφορτώσεων του πλοίου, η οποία προσιδιάζει στην ειδικότητα του εργάτη φορτοεκφορτώσεων.

Συγκεκριμένα υποχρεώθηκε ο ενάγων να απασχολείται με την φόρτωση του πλοίου, μεταφέροντας και τακτοποιώντας στο κατάστρωμα του πλοίου το φορτίο, που προοριζόταν για τις θαλάσσιες εγκαταστάσεις των πετρελαίων ή για τα γεωτρύπανα και το οποίο (φορτίο) ήταν συνήθως μηχανήματα σε κοντέϊνερς ή χημικά σε βαρέλια, σε τσουβάλια ή σε παλέτες, που μετέφεραν από τη στεριά στο καράβι με γερανό φορτοεκφορτωτές-μέλη του Σωματείου Φορτοεκφορτωτών του λιμανιού της ... .

Την ίδια, πρόσθετη εργασία, ήτοι φόρτωση, μεταφορά και τακτοποίηση στο κατάστρωμα του πλοίου παρείχε ο ενάγων και στις θαλάσσιες εγκαταστάσεις των πετρελαίων, από τις οποίες, με τον ίδιο τρόπο, φορτωνόταν σε αυτό "σαβούρα", ήτοι παλιά σίδερα και μηχανήματα, σε σιδερένιες κλούβες καθώς και υπολείμματα πετρελαίων σε βαρέλια.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η εργασία αυτή, την οποία ο ενάγων παρείχε πάντοτε επί του πλοίου και, κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται μόνο επί μισθώ, δεν ήταν συναφής με τα καθήκοντά του, ως ναύτη ούτε και είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, κατά την κατάρτιση των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, να παρέχεται από αυτόν, διαρκούσε δε τρεις (3) ώρες ημερησίως και παρεχόταν εντός του νομίμου ωραρίου του.

Με βάση, τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε α) ότι η εν λόγω σύμβαση παροχής πρόσθετης, κατά τα άνω, εργασίας εκ μέρους του ενάγοντα, ήταν έγκυρη και β) ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν τον συνηθισμένο σε τέτοια εργασία μισθό δεν παρεβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, οι οποίες διέπουν τα σχετικά με την παροχή πρόσθετης εργασίας καθώς και την άσκηση του επαγγέλματος φορτοεκφορτωτού, καθόσον ορθά έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν απαιτείτο ο ενάγων να ήταν εφοδιασμένος με ειδική προς τούτο άδεια, ήτοι βιβλιάριο φορτοτεκφορτωτού, προκειμένου να παράσχει την ως άνω, πρόσθετη προς την εναγομένη εργασία του, δοθέντος ότι οι εργασίες αυτές παρεσχέθηκαν επάνω στο πλοίο, δηλαδή σε επαγγελματικό χώρο της εναγομένης, πλοιοκτήτριας εταιρίας και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας της εν λόγω συμβάσεως, περί παροχής, εκ μέρους του ενάγοντα, πρόσθετης, κατά τα άνω, εργασίας.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ. Δικ., λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 περ. 8, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Παραμόρφωση, εξάλλου, εγγράφου και συνεπώς ίδρυση λόγου αναιρέσεως, κατ' άρθρο 559 περ. 20 υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε έτσι σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε σφάλμα στην "ανάγνωση"του κειμένου του εγγράφου.

Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι το δικαστήριο α) δεν έλαβε πράγματα, που προτάθηκαν από αυτή και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (559 αριθ.8, β) διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησής της (559, αριθ.19) και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, που υπέβαλε σ' αυτό.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι αρνήθηκε την παθητική αυτής νομιμοποίηση, ισχυρισθείσα ότι δεν ήταν αυτή έναντι του ενάγοντα υπόχρεη προς καταβολή της επίδικης αμοιβής, αλλά οι αναφερόμενες στην αίτηση εταιρίες-ναυλώτριες του πλοίου και προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση έγγραφα (βεβαίωση της εταιρίας "ΚΑΒΑΛΑ ΟΙΛ ΑΕ" και του Οργανισμού Λιμένα Καβάλας), τα οποία, όμως, κατ' αυτήν, το δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη του, αφενός και αφετέρου δέχθηκε πράγματα διαφορετικά από το περιεχόμενό τους, με συνέπεια να τα αλλοιώσει και τέλος, ότι, η απόφαση δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τη θεμελίωση της κρίσης του, περί του ότι υπόχρεη προς καταβολή της αιτούμενης αμοιβής για πρόσθετη εργασία είναι αυτή (αναιρεσείουσα).

Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται για "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια του νόμου, που πρότεινε η εναγομένη, προς θεμελίωση ισχυρισμού της, αλλά για άρνηση της αγωγής και ειδικότερα, για άρνηση της παθητικής νομιμοποίησής της. Σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, ερεύνησε και τον ισχυρισμό αυτόν της εναγομένης, πλην, από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπόχρεη, προς καταβολή της αμοιβής στον ενάγοντα, βάσει της σχετικής εργασιακής συμβάσεως, είναι η εναγομένη.

Εξάλλου, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα της αναιρεσείουσας, τα οποία ρητά αναφέρονται στην απόφαση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα, δεν πρόκειται για "παραμόρφωση" εγγράφων, ήτοι των αναφερομένων και στην απόφαση εγγράφων, στα οποία αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης και της ναυλώτριας εταιρίας, ότι η φορτοεκφόρτωση του πλοίου στο λιμάνι της Καβάλας, θα γίνεται με μέσα και προσωπικό του "Οργανισμού Λιμένος Καβάλας", αλλά για εκτίμηση από το δικαστήριο των εγγράφων αυτών μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και κρίση διαφορετική ως προς την αποδεικτική τους αξία, σε σχέση με αυτήν, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι έχουν.

Τέλος, σε σχέση με τον περί ευθύνης της εναγομένης (παθητικής νομιμοποίησής της) προς καταβολή στον ενάγοντα της αμοιβής για την ως άνω πρόσθετη εργασία που παρέσχε, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενό της (που ανωτέρω εκτίθεται) προκύπτει, περιέχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε το Εφετείο.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου και στο άρθρο 559 περ.19 στηριζόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας ερήμην του αναιρεσιβλήτου,

Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της εταιρίας "SMIT LLOYD MATSAS SH.CO" κατά της υπ' αριθμ. 475/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ