437/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 76/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 343/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/1/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated437/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.). Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 437 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 437/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 ως συνεπιτρόπων της ανήλικης Χ2α και για τον εαυτό τους ατομικά, 3) Χ3 , 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαγεωργίου.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..........Ο.Ε." που εδρεύει στη Ρόδο όπως νόμιμα εκπροσωπείται και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ιδιοκτητών λεωφορείων πούλμαν, περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "............" που εδρεύει στην Αθήνα όπως νόμιμα εκπροσωπείται και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολιτάκο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 76/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 343/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 17-12-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ο πληρεξούσιος της παραστάσας 3ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε τη καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..... και ......εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρόδου ........., σε κάθε ένα από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους Ψ1 και ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "......ΟΕ", έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της υποθέσεως. Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε έχει κατατεθεί δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠ Ν/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.
α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν, ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, άλλους μεν ρητά, άλλους δε εκ του πράγματος. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή, προκειμένου ειδικότερα περί εγγράφων, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων και δη των επίμαχων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δυο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μια από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μια από τις επάλληλες αιτιολογίες, οι λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα, οδηγών δέχθηκε ανελέγκτως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 18-07-2002 και ώρα 18:00, ο πρώτος εναγόμενος, (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας.....
Δ.Χ.Ε. τουριστικό λεωφορείο, το οποίο ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και είναι ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο), εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, επαρχιακής οδού ....- ...., στο ύψος του 9ου χιλιομέτρου, με κατεύθυνση προς την ....
Στο ύψος αυτό η οδός παρουσιάζει καμπύλη, αριστερή για τους κινούμενους προς ... και δεξιά για τους κινούμενους για ..... Το πλάτος του οδοστρώματος είναι 7, 50 μέτρα, ήτοι 3,75 μέτρα ανά κατεύθυνση και το πλάτος του ερείσματος 0,30 μ. Η ταχύτητα στο ύψος αυτό της οδού ρυθμίζεται με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, με την οποία περιορίζεται (η ταχύτητα) σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Το λεωφορείο ήταν πλήρες από αλλοδαπούς τουρίστες και η ταχύτητα με την οποία εκινείτο δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Την ίδια χρονική στιγμή ο Χ, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .......Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τύπου ......, με συνεπιβάτες τη σύζυγό του Γ1, στη θέση του συνοδηγού, την ανήλικη κόρη τους χ2α, 1η των εναγόντων (ήδη εκπροσωπούμενη από τους δυο πρώτους αναιρεσείοντες) και την αδελφή της συζύγου του Χ2, 3η των εναγόντων, (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), που καθόταν στο πίσω κάθισμα, εκινείτο στην ίδια επαρχιακή οδό, με αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ήτοι με κατεύθυνση προς .....
Πριν από το αυτοκίνητο του ανωτέρω προπορευόταν ένα αγροτικό αυτοκίνητο, από την καρότσα του οποίου έπεσε ένα άδειο πλαστικό τελάρο οπωροκηπευτικών στη μέση του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...., οπότε ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου επιχειρώντας να αποφύγει τη σύγκρουση με το τελάρο, διενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.
Όμως εξαιτίας τη υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, η οποία υπερέβαινε τα πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα να συνεχίσει να κινείται κάνοντας διαδοχικούς ελιγμούς (ζικ - ζακ), καταλαμβάνοντας διαδοχικά άλλοτε το δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και άλλοτε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Ο πρώτος εναγόμενος αντιλαμβανόμενος από απόσταση εκατό (100) μέτρων περίπου, τον πρώτο ελιγμό του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μείωσε την ταχύτητά του και σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων περίπου, βλέποντάς το να συνεχίζει την ανεξέλεγκτη πορεία του, τροχοπέδησε, ακινητοποιώντας σχεδόν το λεωφορείο. Ωστόσο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, δεν κατόρθωσε να σταθεροποιήσει το όχημά του σε ευθεία πορεία, εντός του ρεύματος της κυκλοφορίας του, εισήλθε εκ νέου στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το λεωφορείο και αφού επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του στο δεξιό εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου, εκτράπηκε εκτός του οδοστρώματος και εκτινάχτηκε σε χαντάκι βάθους 2 περίπου μέτρων, σε απόσταση 12,60 μέτρων.
Από την ανωτέρω σύγκρουση και την εκτροπή του αυτοκινήτου τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός και η συνοδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Χ και Γ1, ενώ υπέστησαν σωματικές βλάβες η ανήλικη κόρη τους, πρώτη των εναγόντων και η αδελφή της συνοδηγού, τρίτη των εναγόντων... Οι ανωτέρω συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα προκύπτουν από το σύνολο των αποδείξεων και κυρίως από τις καταθέσεις όλων των αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στην προανάκριση και από το σύνολο των ευρημάτων στον τόπο του ατυχήματος.
Η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, συζύγου της ενάγουσας Χ2, δεν κρίνεται πειστική, καθώς δεν ήταν αυτόπτης και όσα κατέθεσε αποτελούν εκτιμήσεις του και μόνο. Ειδικότερα, στην από 18-7-2002 προανακριτική του εξέταση ο Ζ1, κατέθεσε για την συνετή και μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας οδήγηση του πρώτου εναγομένου.
Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι ο ίδιος, οδηγώντας το δικό του όχημα προς την ίδια κατεύθυνση, ακολουθούσε επί τρία περίπου χιλιόμετρα το λεωφορείο, που έβαινε με χαμηλή ταχύτητα, το οποίο δεν μπορούσε να προσπεράσει, λόγω της στενότητας του δρόμου και της ύπαρξης διπλής διαχωριστικής γραμμής στο οδόστρωμα.
Κατέθεσαν επίσης και οι αλλοδαποί τουρίστες Ζ2 και Ζ3, οι οποίοι επέβαιναν στις πρώτες θέσεις του λεωφορείου και αντιλήφτηκαν την ανεξέλεγκτη και με μεγάλη ταχύτητα κίνηση του ΙΧ, καθώς και την χαμηλή και μέσα στο ρεύμα πορείας του κίνηση του λεωφορείου και την ενδεδειγμένη τροχοπέδηση, στην οποία προέβη ο εναγόμενος προς αποφυγή του ατυχήματος.
Όλοι αυτοί οι μάρτυρες, που είχαν οπτικό πεδίο προς την κατεύθυνση προς ....., αν και ρωτήθηκαν ειδικά, κατέθεσαν ότι δεν αντιλήφτηκαν αγροτικό αυτοκίνητο να προπορεύεται του ΙΧ, που επέβαιναν οι θανόντες, ούτε αντιλήφτηκαν την ύπαρξη του τελάρου στην πορεία του. Επίσης οι μάρτυρες Ζ4 και ..... κατέθεσαν ότι, επιβαίνοντες αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος ακολουθούσαν ένα προπορευόμενο αυτοκίνητο και προ αυτού προπορευόταν το ......
και αντιλήφτηκαν την πτώση του τελάρου από το προπορευόμενο αυτού αγροτικό και την εν συνεχεία απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου και την επανειλημμένη είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα, καθώς και την κανονική και μέσα στο ρεύμα πορείας του κίνηση του λεωφορείου. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται από την από ....
έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα προανακριτικά όργανα της αμέσως επιληφθείσας αστυνομικής αρχής, όπου παριστάνονται, το πιθανό σημείο σύγκρουσης, το οποίο είναι τουλάχιστον ένα μέτρο μέσα στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου, τα ίχνη τροχοπέδησης αυτού που είναι στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του και με ελαφρά λοξή προς τα δεξιά κατεύθυνση, το έρεισμα της οδού πλάτους 0, 30 μ., καθώς και το σημείο όπου κατέληξε το ΙΧ σε απόσταση 12, 60 μ.
από το σημείο σύγκρουσης. Υπό τα άνω πραγματικά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αποβιώσαντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Χ. Αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, πέραν του οριζομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, η οποία συμπεραίνεται από την αδυναμία του να τροχοπεδήσει το όχημά του, από την αδυναμία του να επαναφέρει το όχημα μετά τον πρώτο αποφευκτικό ελιγμό στο ρεύμα κυκλοφορίας του, από την σφοδρότητα με την οποία επέπεσε στο σχεδόν ακινητοποιημένο λεωφορείο, από ην εκτόξευσή του μετά ταύτα σε απόσταση 12,60 μ.
και από την ολοκληρωτική καταστροφή του. Έτσι βαίνοντας με υπερβολική ταχύτητα αιφνιδιασθείς από το τελάρο που έπεσε από το προπορευόμενο από αυτόν όχημα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, προσπάθησε να το επαναφέρει, πλην όμως δεν το κατόρθωσε και διαγράφοντας ελικοειδή κίνηση (ζικ - ζακ) συγκρούστηκε στο αντίθετο ρεύμα με το ακινητοποιημένο σχεδόν λεωφορείο...
Ο οδηγός του λεωφορείου δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε προς αποφυγή του ένδικου ατυχήματος. Καθόσον αυτός έβαινε με μικρή ταχύτητα, μέσα στο ρεύμα της πορείας του και όταν αντιλήφθηκε την ανεξέλεγκτη πορεία του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, αρχικά ανέκοψε ταχύτητα και ακολούθως ακινητοποίησε σχεδόν το όχημά του.
Παραπέρα δεν αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος μπορούσε να διενεργήσει με ασφάλεια οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό προς τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, καθόσον το λεωφορείο λόγω του πλάτους του (2, 50 μ.) καταλάμβανε ήδη το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος της πορείας του (3, 75 μ.), ενώ στο σημείο της σύγκρουσης το έρεισμα της οδού είναι μόλις 30 εκ.
Αλλά ακόμα και να μπορούσε ο εναγόμενος να οδηγήσει το λεωφορείο δεξιότερα, πάλι δεν θα απεφεύγετο η σύγκρουση. Διότι με την ταχύτητα και την κατεύθυνση που είχε το αυτοκίνητο του θανόντος, πάλι θα προσέκρουε στο λεωφορείο και η πρόσκρουση θα γινόταν σε δεξιότερο σημείο της οδού, άλλως θα εξετρέπετο της οδού......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, που είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, το Εφετείο έκρινε αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν η εκπροσωπούμενη από τους δυο πρώτους από αυτούς θυγατέρα των αποβιωσάντων, αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες της και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η δεύτερη αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αλλά και ψυχικής οδύνης και οι άλλοι αναιρεσείοντες, στενοί συγγενείς των αποβιωσάντων, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των ίδιων αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο αγωγικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, που αφορούν την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και τα προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση είχαν προσκομίσει προς απόδειξη των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών τους και τα οποία είναι α) οι προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Ζ4, Ζ2, Ζ3, Ζ1, καθώς και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) η από .....
έκθεση αυτοψίας και το υπό ίδια ημερομηνία σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου και γ) η άδεια κυκλοφορίας του λεωφορείου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διότι: α) καθόσον με αφορά την πρώτη αναιρετική πλημμέλεια, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, που προπαρατέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους επίμαχους αγωγικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε δια των περί του αντιθέτου παραδοχών του ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος και των εξ αυτού προκληθέντων ζημιογόνων αποτελεσμάτων είναι για τους καθοριζομένους λόγους, ο θανών οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου' β) καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αναιρετική πλημμέλεια, το Εφετείο ειδικώς μνημονεύει και αξιολογεί στην απόφασή του, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τις ως άνω υπό στοιχείο α' προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, πλην εκείνης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και τα υπό στοιχεία β' έγγραφα, ενώ από τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση γενική διαβεβαίωση, ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και "τα έγγραφα, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της προηγηθείσης ποινικής διαδικασίας", σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες, της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω υπόλοιπα επίμαχα έγγραφα, ήτοι και την προανακριτική κατάθεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου καθώς και την άδεια κυκλοφορίας του λεωφορείου.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του συλλογισμού περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας του οδηγού του λεωφορείου πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της συγκρούσεως του οχήματος αυτού με το επιβατικό αυτοκίνητο και τον εξ αυτής θάνατο και τραυματισμό των επιβαινόντων στο τελευταίο αυτό αυτοκίνητο παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 του ΑΚ και 5 παρ. 8 εδ.
β', 12 παρ. 1, 16 παρ. 2 και 4, 18 παρ. 1 και 19 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Επίσης, επικουρικώς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι, με αυτά που δέχθηκε για το άνω ουσιώδες ζήτημα, παραβίασε εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, τις παραπάνω διατάξεις.
Με τον λόγο αυτόν της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τις δυο πλημμέλειες πλήττεται η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία κρίθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν έχει υπαιτιότητα για τη σύγκρουση των οχημάτων, διότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε προς αποφυγή του ατυχήματος, καίτοι δέχεται ότι το λεωφορείο του έβαινε στο μέσον του ρεύματος πορείας του και όχι στο άκρο δεξιό αυτού και δεν διέκοψε αμέσως την πορεία του οχήματός του, όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 100 μ.
την ανεξέλεγκτη επανειλημμένη είσοδο και έξοδο του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο αφενός μεν δέχεται ότι όταν ο οδηγός του λεωφορείου αντιλήφθηκε από απόσταση 100 μ την πρώτη είσοδο του επιβατικού αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας εκείνου (αντίθετο), μείωσε την ταχύτητά του και στη συνέχεια, όταν η αντικανονική κίνηση αυτή του επιβατικού αυτοκινήτου επαναλήφθηκε, διέκοψε την πορεία του λεωφορείου, ήτοι δέχεται σαφώς ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με την επιταγή της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 εδ.
β' του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας 1999, που ορίζει, ότι ο οδηγός υποχρεούται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, αφετέρου δε με επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, που δεν πλήσσεται με λόγο αναιρέσεως δέχεται ότι η σύγκρουση των οχημάτων δεν θα είχε αποφευχθεί και αν ακόμη ο αναιρεσίβλητος είχε οδηγήσει δεξιότερα το λεωφορείο, στο ρεύμα πορείας του, "διότι με την ταχύτητα και την κατεύθυνση, που είχε το αυτοκίνητο του θανόντος, πάλι θα προσέκρουε στο λεωφορείο και η πρόσκρουση θα γινόταν σε δεξιότερο σημείο της οδού....".
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.). Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2007, αίτηση των Χ1 κλπ., για αναίρεση της 343/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ιδιοκτητών λεωφορείων πούλμαν, περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........", τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ