Legislator Case Law & Legislation
437/2006 AI generated

437/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 437/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

437/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο της απαιτήσεως, το οποίο προκύπτει και από την απόφαση ότι επιδικάσθηκε, δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε "προβληθεί με αγωγή" κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ και το δικαστήριο δεν είχε επιληφθεί τούτου.

Keywords

AI generated
hospital cost reimbursement sick pay insurance benefits hospital stay co-payment staggering of health insurance premiums hospital billing hospital and medical care
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 437 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 437/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, όπως ειδικότερα εμφαίνεται στις προτάσεις του.

Της αναιρεσίβλητης : Ά. συζ. Β. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 1-12-2005 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Σεπτεμβρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2217/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2424/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 12 Ιουλίου 1999 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 990/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και έστειλε την υπόθεση να δικαστεί ξανά στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση. Τέλος εκδόθηκε η 2928/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 25 Ιουνίου 2001 αίτησή του και τους από 31 Οκτωβρίου 2005 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθούν, ο λόγος της αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο μέρος του.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο της απαιτήσεως, το οποίο προκύπτει και από την απόφαση ότι επιδικάσθηκε, δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε "προβληθεί με αγωγή" κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ και το δικαστήριο δεν είχε επιληφθεί τούτου.

Περαιτέρω, η 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λ.π. του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις Α.Υ.Ε. 16.170/1981 και 18.749/1981 αντίστοιχα, ορίζει στον όρο 28 αυτής ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές "λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτρια".

Η διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τους όρους 12 και 13 της νεότερης 74/1982 αποφάσεως Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ιδίου ως άνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων κ.λ.π. (Α.Υ.Ε. 17.663/1982) - που ορίζουν ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών, που υπάγονται σ' αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς - είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται στο βασικό μισθό και το ημερομίσθιο των ΕΓΣΣΕ, οι οποίες και μόνο καθορίζουν τους μισθούς και τα ημερομίσθια ασφαλείας των εργαζομένων όλης της Χώρας. Σημειώνεται ότι το νομικό καθεστώς των ανωτέρω Δ.Α. μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α.Υ.Ε. 17.853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1-7-1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργάζεται από το έτος 1982 ως καθαρίστρια στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο και με τις 2531/1990 και 7455/1996 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών αυτής κατά του αναιρεσείοντος, κρίθηκε ότι, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1985 έως 31-8-1988 και από 1-1-1989 έως 31-3-1993 αντίστοιχα, οι αποδοχές της διέπονταν από τις διατάξεις της Δ.Α. 42/1981, που εξακολούθησαν να έχουν εφαρμογή και μετά την 1.7.1988, που ίσχυσε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.

Ακολούθως, με την ένδικη από 27-9-1996 αγωγή η αναιρεσίβλητη ζήτησε τις διαφορές αποδοχών της κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1995 με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτριας των ΕΓΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το άνω διάστημα και μάλιστα για το τμήμα του διαστήματος αυτού από 1-1-1993 έως 31-3-1993, που συμπίπτει εν μέρει με το χρονικό διάστημα για το οποίο έκρινε ήδη η προαναφερόμενη 7455/1996 απόφαση (από 1-1-1989 έως 31-3-1993), ζήτησε τις επιπλέον μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τον υπολογισμό των αποδοχών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας της ΕΓΣΣΕ, που ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των 645 δρχ.

που δέχθηκε η ανωτέρω απόφαση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 2442/1998 απόφαση του άνω Εφετείου, που έκρινε ότι από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της διέπονται από το Ν. 1505/1984, σύμφωνα με την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και όχι από το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 990/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε το δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενη 7455/1996 απόφαση για τη θεμελίωση των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι με βάση το δεδικασμένο αυτό μπορούσε να αξιώσει και το μέρος των αποδοχών της που προέκυπτε από το αναπροσαρμοσμένο ημερομίσθιο των ΕΓΣΣΕ και δεν είχε κριθεί προηγουμένως.

Μετά ταύτα η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι από την προεκδοθείσα 7455/1996 εφετειακή απόφαση παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης του επιδίκου χρονικού διαστήματος, όχι όμως και για το ύψος του βασικού μισθού και των επιδομάτων αυτής, που είχε υπολογισθεί με βάση ημερομίσθιο ασφαλείας 645 δρχ.

και όχι με το αξιούμενο στην ένδικη αγωγή μεγαλύτερο ημερομίσθιο ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ, το οποίο δεν υποβλήθηκε για διάγνωση και δεν κρίθηκε στις δίκες εκείνες. Κατόπιν αυτών έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο τις ζητούμενες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών με βάση το άνω δεδικασμένο και το βασικό ημερομίσθιο ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ, που ίσχυαν κατά το επίδικο διάστημα και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις διατάξεις του όρου 28 της Δ.Α. 42/1981, οι οποίες παραπέμπουν πράγματι στο κατώτατο ημερομίσθιο ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ και αφετέρου συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση στα νομικά ζητήματα της υπάρξεως δεδικασμένου για τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης του επίδικου χρονικού διαστήματος, και της μη δεσμεύσεως από το δεδικασμένο για το ζητούμενο επιπλέον μέρος των αξιώσεών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας των ΕΓΣΣΕ.

Επομένως, ο λόγος του κύριου αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ο όρος 28 της Δ.Α. 42/1981 παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες ειδικές κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και όχι στις ΕΓΣΣΕ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ ο λόγος της αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και για το ύψος του νομίμου ημερομισθίου της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 31.12.1993 και ότι υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις αυτής του χρονικού διαστήματος από 1.1.1994 έως 31-12-1995, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2001 αίτηση του "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2928/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ