Legislator Case Law & Legislation
436/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment on limitation of action and awards costs.

Case Number 436/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Social Security Institution against the second-instance judgment regarding two private plaintiffs. The court found the lower court correctly applied the five-year limitation period under Article 40 of Law 1846/1951 to the claims arising in 2005 and 2006. Consequently, the appeal was rejected, and the institution was ordered to pay 1,800 euros in legal costs to the successful plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 40 §6 of Law 1846/1951; The Supreme Court held that the five-year limitation period applies to claims for unjust enrichment arising in 2005 and 2006, rendering the five-year statute of limitations applicable and dismissing the appeal based on the five-year limitation period.

Keywords

AI generated
limitation of action five year period unjust enrichment appeal dismissal legal costs statute of limitations civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 40 §6 of Law 1846/1951
Article 48 §3 of Law 496/1974
Article 90 §3 of Law 2362/1995
Article 576 §1 and §2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 436 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 436/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε. Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Π., του Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Μ. του ..., κατοίκου ... και 3) Π. Ρ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Καμπουράκη, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 126/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5467/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, 1357/2021, 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022, 536/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ, εάν δεν εμφανισθεί στη δίκη και ο αντίδικος του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους εν λόγω διαδίκους ματαιώνεται (ΑΠ 393/2022, 536/2020).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.2 περ. Η του ν. 4387/2016 ορίζεται ότι "Οι λειτουργοί του ΝΣΚ, καθώς και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στο Γραφείο ΝΣΚ και στην ΔΝΥ του Ε.Φ.Κ.Α. αντίστοιχα, έχουν, με μόνη την ιδιότητά τους αυτή, και χωρίς τη χρήση άλλου αποδεικτικού στοιχείου την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο για την παράσταση και υπεράσπιση του Ε.Φ.Κ.Α.

ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών και ενεργούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, ασκούν όλα τα ένδικα μέσα και βοηθήματα και γενικά προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενδεικνυόμενη νόμιμη ενέργεια μέχρι την αμετάκλητη περαίωση των υποθέσεων που τους έχουν ανατεθεί".

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 11.2.2019 με αριθμ. καταθ. 1726/136/18.2.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5467/5.12.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 12.9.2013 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών", στη θέση του οποίου υπεισήλθε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" και κατά της υπ'αριθμ 126/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,με την οποία εξαφανίσθηκε εν μέρει η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 21.6.2010 αγωγή των εναγόντων ως προς την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτό η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώ οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Καμπουράκη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 9449ΣΤ/17.5.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας της Γεωργίας Καμπουράκη, ως πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσίβλητων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στην ως άνω Δικηγόρο Γεωργία Καμπουράκη από τον τρίτο των αναιρεσίβλητων Π. Ρ. για επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και εκπροσώπησής του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς την ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών η άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτή πληρεξούσιο.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από τον τρίτο των αναιρεσίβλητων στην ως άνω δικηγόρο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), αυτός δεν μετέχει της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρείται δικονομικά απών και συνεπώς η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν έλαβε χώρα εγκύρως.

Εξάλλου δεν προκύπτει κλήτευση του τρίτου αναιρεσίβλητου εκ μέρους των παρισταμένων προσηκόντως δύο πρώτων (2) αναιρεσίβλητων, απλών ομοδίκων του, που επέσπευσαν εγκύρως τη συζήτηση της υπόθεσης προκείμενου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως εφόσον ο ως άνω τρίτος αναιρεσίβλητος δεν παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση και δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του v. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν και να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης του απολειπόμενου αναιρεσείοντος, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο (άρθρο 260 ΚΠολΔ).

Αντίθετα, εφόσον το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας από τις προσηκόντως παριστάμενες πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτό (αναιρεσείον) παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΦΚΑ) δεν απαιτείται η από αυτό παροχή πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο Μιχαήλ Δερμιτζάκη, που συνδέεται με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας με το αναιρεσείον (όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη στην αίτηση αναίρεσης από 18.2.2019 υπεύθυνη δήλωση), σύμφωνα με τη προεκτεθείσα, στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διάταξη του άρθρου 62 παρ.2 περ.

Η του ν. 4387/2016. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 18.2.2019 (ημέρα Δευτέρα), εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την 18.1.2019, επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την επιμέλεια των εναγόντων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ' αριθμ. 3520/17.1.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.

Π. και έληξε στις 18-2-2019, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η αναίρεση, ενόψει του ότι η τελευταία ημέρα της ως άνω προθεσμίας (16.2.2019) και η επομένη αυτής (17.2.2019) ήταν εξαιρετέες και μη εργάσιμες ημέρες, Σάββατο και Κυριακή, αντίστοιχα (άρθρα 495 παρ.1-2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1-2, 144 παρ. 1-3 και 145 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν.765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας(ΑΠ 985/2023, 411/2023, 927/2022).

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζεται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 895/2023, 411/2023, 927/2022).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, 7/2011, 18/2006, ΑΠ 1126/2022, 927/2022). Περαιτέρω, επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2004/2022, 104/2022).

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 742), 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 411/2023, 2004/2022, 104/2022) Η ωφέλεια την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 2004/2022, 2011/2022).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 2004/2022, 2011/2022).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (ΑΠ 411/2023, 1625/2022).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α` και β` και 15 εδ. α` και β` Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα` Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3813/2009), "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.

και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ` εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α` και 908 εδ. α` ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 1625/2022, 735/2022, 519/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 912/2022, 42/2020, 531/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος (ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες ως προς τις οποίες ερευνάται η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης) τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 33072/2005 (ΦΕΚ Β' 249/2005) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20§§ 1 και 15 του Ν.2639/98 και το άρθρο 32§ 12 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες διαφόρων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης......

Μετά την έκδοση της ως άνω ΚΥΑ, ο ΟΑΕΔ προκήρυξε "Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (STAGE)". Οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις και επελέγησαν για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάρτισαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), καθώς και με το μη διάδικο ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ, έγγραφες συμβάσεις, που τιτλοφορούνται "συμφωνητικά συνεργασίας" και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου.

Ειδικότερα: Η πρώτη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου ΠΕ στο Περιφερειακό Υποκατάστημα του εναγομένου στον ... και απασχολήθηκε το χρονικό διάστημα από 3-10-2005 έως 10-6-2007 με καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης, παρακολούθησης, διακίνησης και διεκπεραίωσης των συνταξιοδοτικών υποθέσεων, αλληλογραφίας, επικοινωνίας και ενημέρωσης των πολιτών, επεξεργασίας και έκδοσης στατιστικών στοιχείων του τμήματος και έκδοσης καταστάσεων αποζημίωσης υπερωριακής απασχόλησης των υπαλλήλων.

Η απασχόλησή της παρατάθηκε έως τις 10-6-2008, με το υπ'αριθμ. πρωτ. Β 118421/2007 έγγραφο της Διοίκησης του ΟΑΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.3 552/2007. Η δεύτερη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου ΔΕ στο Περιφερειακό Υποκατάστημα του εναγομένου στον ...

και απασχολήθηκε για το χρονικό διάστημα από 3-10-2005 έως 12-6-2007 με την παραλαβή των αιτήσεων για συνταξιοδοτικά θέματα, τη συναλλαγή με το κοινό, τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας και με την επικοινωνία και ενημέρωση των ασφαλισμένων για την πορεία των συνταξιοδοτικών τους υποθέσεων. Η απασχόλησή της παρατάθηκε, με το προαναφερθέν έγγραφο της Διοίκησης του ΟΑΕΔ, έως τις 12-6-2008......

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 14654/276/10-4-2008 (ΦΕΚ Β 689/2008) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20§§ 1 και 15 του Ν.2639/98 και το άρθρο 32§ 12 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες του εναγομένου......

Μετά την έκδοση της ως άνω ΚΥΑ, ο ΟΑΕΔ προκήρυξε "Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (STAGE)". Οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις και επελέγησαν για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάρτισαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), καθώς και με το μη διάδικο ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ, τις από 27-6-2008, 27-6-2008....

έγγραφες συμβάσεις, αντίστοιχα, που τιτλοφορούνται "συμφωνητικά συνεργασίας" και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου στις οποίες είχαν τοποθετηθεί και προηγουμένως, όπου απασχολήθηκαν με τα ίδια καθήκοντα, από τις 7-7-2008 έως τις 5-6-2010 η πρώτη, από τις 7-7-2008 έως τις 28-4-2010 η δεύτερη...... Κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παραπάνω για τον καθένα, αρχικά και μεταγενέστερα, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, φορέα υλοποίησης του προγράμματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, επί πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), αμειβόμενοι με το μικτό ποσόν των 30 ευρώ ημερησίως η πρώτη και με το μικτό ποσόν των 25 ευρώ ημερησίως οι λοιποί.

Καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και υποκείμενοι στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι' αυτούς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ήταν η παροχή της εργασίας των εναγόντων προς το εναγόμενο, για τη διεκπεραίωση εργασιών που ανάγονται στο σκοπό του και σ'αυτόν πρωτίστως απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, είναι άκυρες λόγω μη τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων και διατυπώσεων για την κατάρτιση έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994).

To IKA- ΕΤΑΜ ως αντισυμβαλλόμενος κάθε ενάγοντος, τόσο κατά την κατάρτιση, όσο και κατά τη λειτουργία των επίδικων απλών σχέσεων εργασίας, αποτελεί τον εργοδότη των εναγόντων. Ειδικότερα, σ'αυτό προσέφεραν τις υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής και αυτό ωφελείτο από τούτες, υπέκειντο δε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από αυτό, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να τους τοποθετεί σε ορισμένη υπηρεσία του, να ορίζει τα συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητές τους, να προσδιορίζει το καθημερινό πρόγραμμα εργασίας και το ωράριό τους, την τήρηση του οποίου και ήλεγχε, να παρέχει σ' αυτούς οδηγίες και εντολές ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και να ελέγχει τη συμμόρφωσή τους προς αυτές.

Αποδείχθηκε, επίσης ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησης των εναγόντων στο πλαίσιο των προγραμμάτων STAGE οι τελευταίοι αμείβονταν με τα ποσά που παραπάνω αναφέρθηκαν, τα οποία υπολείπονταν εκείνων που το εναγόμενο θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, τους οποίους θα απασχολούσε για τις ίδιες εργασίες και υπό τους αυτούς όρους και συνθήκες, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ωφεληθέν έτσι χωρίς νόμιμη αιτία, επί ζημία τους.

Τα ποσά δε που θα κατέβαλλε το εναγόμενο με έγκυρες τέτοιες συμβάσεις είναι οι αποδοχές του πρωτοδιόριστου υπαλλήλου που προβλέπονται από τον Ν. 3205/2003, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε από την 1-1-2004, με την ΚΥΑ 2/7093/0022 (ΦΕΚ Β' 215/5-2-2004), στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, το οποίο απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, χωρίς προσαυξήσεις προϋπηρεσίας και οικογενειακά επιδόματα που δεν θα καταβάλλονταν αναγκαίως, ήτοι ο βασικός μισθός του εισαγωγικού της κατηγορίας στην οποία ανήκε κάθε ενάγων μισθολογικού κλιμακίου, πλέον κινήτρου απόδοσης.....

Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων αποζημίωση για τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών τους και ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 9 του Ν. 3205/2003) δώρα εορτών και επιδόματα αδείας.....Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του το επίδικο χρονικό διάστημα, ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά:

Α. Για την πρώτη ενάγουσα: .....Έτσι, οι συνολικές αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας ανέρχονται σε 29.294,26 ευρώ (ήτοι, 981 + 5.948 + 6.368 +6.457,51 ευρώ + 7.070 + 2.469,75). Β. Για τη δεύτερη ενάγουσα: .....). Έτσι, οι συνολικές αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας ανέρχονται σε 23.564,38 ευρώ. (ήτοι, 783 + 4.856 + 5.220 + 5.250,88 + 5.788 + 1.666,50)...... Η ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, που προβάλλει το εναγόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον, από το χρόνο γέννησης των ως άνω αξιώσεων (Οκτώβριος του 2005 όσον αφορά τις δύο πρώτες ενάγουσες....) έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (24-6-2010), δεν συμπληρώθηκε η πενταετία την οποία προβλέπει η ισχύουσα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 40§6 του Ν. 1846/1951 Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η.

αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.....". Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 648 και 904 ΑΚ, 6 του α.ν. 765/1943 και 20 παρ.1 του ν. 2639/1998 καθώς και αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του αν 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και που δικαιολογούσαν την παραδοχή ως νόμιμης και κατ'ουσία βάσιμης της επικουρικής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσης της αγωγής των δύο πρώτων εναγουσών κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ ΕΤΑΜ).

Ειδικότερα το Εφετείο, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά γεγονότα, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι οι δύο πρώτες ενάγουσες και ήδη δύο πρώτες αναιρεσίβλητες (ως προς τις οποίες και μόνο, όπως προεκτέθηκε, ερευνάται η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης) απασχολήθηκαν στο εναγόμενο η πρώτη τα χρονικά διαστήματα από 3.10.2005 έως 10.6.2008 και από 7.7.2008 έως 5.6.2010 και η δεύτερη από 3.10.2005 έως 12.6.2008 και από 7.7.2008 έως 28.4.2010, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και υποκείμενες στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι' αυτές τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και ότι, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ήταν η παροχή της εργασίας των εναγόντων προς το εναγόμενο, για τη διεκπεραίωση εργασιών που ανάγονται στο σκοπό του και σ'αυτόν πρωτίστως απέβλεψαν τα μέρη, ορθά αποφάνθηκε ότι οι συμβάσεις αυτές συνιστούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου, και ότι λόγω της ακυρότητάς τους, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις έγκυρης κατάρτισής τους, οι ενάγουσες δικαιούνται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού να λάβουν τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών τους και ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Επομένως, ο δεύτερος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648 και 904 ΑΚ, 6 του α.ν. 765/1943 και 20 παρ.1 του ν. 2639/1998 έκρινε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες συνδέονταν πραγματικά με το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με άκυρη σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ όφειλε να κρίνει ότι συνδέονταν με σχέση επαγγελματικής κατάρτισης προς απόκτηση εμπειρίας, ήτοι γνήσια σχέση μαθητείας, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951) Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 794/2022, 1317/2021, 233/2021, 1072/2020). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 925/2023, 794/2022, 1317/2021, 233/2021, 1072/2020).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ (ΑΠ 925/2023, 795/2022, 1317/2021, 1072/2020).

Τέλος, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/2016 συστάθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα (ήδη αναιρεσείον), το οποίο από 1/1/2017 κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου ΝΠΔΔ "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" (ΑΠ 111/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών για τα έτη 2005, 2006 και 2007 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ 496/1974 και ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε αυτό, με την αιτιολογία ότι οι ως άνω αξιώσεις υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ.6 του ν. 1846/1951.

Ο ως άνω, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του αποδιδόμενου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση νομικού σφάλματος (δεδομένου ότι από το αναιρεσείον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένου λόγου εκ των απαριθμούμενων περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης), είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι "Η ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, που προβάλλει το εναγόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον, από το χρόνο γέννησης των ως άνω αξιώσεων (Οκτώβριος του 2005 όσον αφορά τις δύο πρώτες ενάγουσες.....) έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (24-6-2010), δεν συμπληρώθηκε η πενταετία την οποία προβλέπει η ισχύουσα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 40§6 του Ν. 1846/1951" ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, που ήταν εφαρμοστέα και με βάση την οποία οι ένδικες αξιώσεις των δύο πρώτων εναγουσών και ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ) στην θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ως οιονεί καθολικός διάδοχος το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΕΦΚΑ), υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, στην οποία υπόκεινται και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1412/2022, 559/2021, 1072/2020) και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 του ν.δ/τος 496/1974 και 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 που, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν εφαρμοστέες.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 11.2.2019 (με αριθμό κατάθεσης 1726/136/18.2.2019) αίτησης αναίρεσής του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 5467/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες.

Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ