Legislator Case Law & Legislation
436/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident judgment for considering facts not proposed by parties.

Case Number 436/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident and insurance liability. The appellant argued the appellate court erred by considering facts not formally proposed, specifically the exact position of the motorcycle relative to lane markings. The court ruled that such determinations constitute conclusions drawn from evidence evaluation rather than independent legal facts, thus failing to meet the threshold for appeal grounds under Greek Civil Procedure Law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Civil Procedure Code; Appeal grounds must consist of independent legal facts, not conclusions drawn from evidence evaluation or descriptions of accident conditions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal facts definition evidence evaluation traffic accident liability civil procedure law independent facts court conclusions

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 564 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 566 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 561 number 2 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 189 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 191 paragraph 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 14/2004
Supreme Court 87/2013
Supreme Court 94/2008
Supreme Court 989/2018
Supreme Court 388/2018
Supreme Court 358/2017
Supreme Court 250/2014
Supreme Court 1418/2013
Supreme Court Plenary 11/1996
Supreme Court 1150/2011
Supreme Court 421-425/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 436 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 436/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βεληβασάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ & ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Λ. Σ. του Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταμάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-9-2012 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3801/2014 εν μέρει οριστική και 782/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4729/2017 μη οριστική και 6004/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-1-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 1-1-2019 (αρ. κατ.6418/634/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 6004/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23-5-2012 με αρ. κατάθεσης 110309/4148/2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων στρεφόμενος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ισχυρίστηκε, ότι την 23-5-2011 η πρώτη εναγόμενη ( ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) οδηγώντας το με αρ.

… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στη δεύτερη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική της υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την με αρ.

… δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος και τον τραυματισμό του κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την παραίτηση του από το δικόγραφο της αγωγής όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη και τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό ζήτησε, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 68.371,67 ευρώ ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ.

να αναγνωριστεί δε η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει το ποσό των 270.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ. Με την από 10-9-2012 με αρ. κατάθεσης 148579/5782/2012 αγωγή της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) η ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, αναφερόμενη στο ίδιο τροχαίο ατύχημα και ισχυριζόμενη ότι εξ αιτίας αυτού, το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, υπέστη υλικές ζημιές το από αυτήν οδηγούμενο παραπάνω αυτοκίνητο κυριότητας της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 9.018,61 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία αυτή υπέστη συνεπεία του ατυχήματος.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αρ.3801/2014 εν μέρει οριστική και η με αρ.782/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες, αφού έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του ήδη αναιρεσείοντος είναι η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, απορρίφτηκε με την πρώτη παραπάνω απόφαση η δεύτερη αγωγή, ενώ ως προς την πρώτη αγωγή κηρύχτηκε κατηργημένη η δίκη όσον αφορά στην πρώτη εναγόμενη, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης κατά τα αιτήματα της που αναφέρονται σε αυτή, διατάχτηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και η προσκόμιση βεβαίωσης του ΟΑΕΕ περί των ασφαλιστικών παροχών που δικαιούτο ο ενάγων εξ αιτίας της αποχής του από την επαγγελματική του απασχόληση συνεπεία του ατυχήματος και έγινε μερικά δεκτή η αγωγή κατά τα λοιπά αιτήματα της.

Στην συνέχεια, κατόπιν της από 17-2-2015 κλήσης του ενάγοντος επανήλθε προς συζήτηση και συζητήθηκε η υπόθεση κατά το μέρος της που έχει αναβληθεί και έγινε μερικά δεκτή η αγωγή κατά το μέρος της αυτό με την δεύτερη παραπάνω απόφαση. Κατά των αποφάσεων αυτών η πρώτη αναιρεσίβλητη ως και η δεύτερη αναιρεσίβλητη άσκησαν την από 13-2-2017 και με αρ.

κατάθεσης 506803/500467/2017 έφεση ως και την από 2-6-2015 με αρ. κατάθεσης 3388/2015 έφεση αντίστοιχα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε επί της από 13-2-2017 παραπάνω έφεσης την από 3-3-2017 με αρ. κατάθεσης 1554/114/2017 αντέφεση του. Επί των εφέσεων αυτών και της αντέφεσης και μετά την έκδοση της με αρ. 4729/2017 απόφασης με την οποία το Εφετείο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του των διαδίκων, και αφού διεξήχθησαν όσα τάχτηκαν με αυτή εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων απέρριψε την αντέφεση δέχτηκε στην ουσία τους τις εφέσεις, εξαφάνισε τις αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την από 23-5-2012 αγωγή και δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της την από 10-9-2012 αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ και 12 παρ.1 , 19 παρ 1 και 2, και 21 παρ1 και 17 παρ1 και 8, 4 παρ.1 και 3,16 παρ.3 και 19 παρ.1 ,7 ν. 2696/1999 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας.

Ότι ειδικότερα το Εφετείο δεν διευκρινίζει σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας κινείτο πριν το ατύχημα η μοτοσυκλέτα, με συνέπεια να δημιουργείται αμφισβήτηση αν αυτή κινείτο στην αριστερή ή μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αρκούμενο αρχικά στην αναφορά, ότι αυτή (μοτοσυκλέτα) κινείτο ομόρροπα και όπισθεν του αυτοκινήτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Ότι στην συνέχεια αναφέρει ότι αυτή (μοτοσυκλέτα) κινείτο πλησίον του ορίου μεταξύ αριστερής και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και περαιτέρω εντελώς αντιφατικά αναφέρει ότι κινείτο στο όριο της αριστερής και της μεσαίας λωρίδας, παρότι στο σχετικό συνταχθέν από την αρμόδια υπηρεσία σχεδιάγραμμα η μοτοσυκλέτα φέρεται κινούμενη στην μεσαία λωρίδα όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων υποστηρίζει.

Ότι δεν αναφέρει το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος και αυτό κάθε λωρίδας κυκλοφορίας ως και την ακριβή θέση του αυτοκινήτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης επί της αριστερής λωρίδας τόσο κατά την κίνηση του όσο και όταν ακινητοποιήθηκε και ειδικότερα δεν αναφέρει την απόσταση μεταξύ δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της διαχωριστικής μεταξύ αριστερής και μεσαίας λωρίδας γραμμής, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν η μοτοσυκλέτα κινούμενη στο σημείο που δέχεται η απόφαση είναι δυνατό να επιπέσει στο αυτοκίνητο.

Ότι ακόμη δεν αναφέρει το ακριβές σημείο που βρέθηκε το σώμα αυτού (αναιρεσείοντος) και η μοτοσυκλέτα μετά την σύγκρουση, ούτε την απόσταση μεταξύ των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων πριν από αυτό και αν αυτός (αναιρεσείων), οδηγώντας την μοτοσυκλέτα, μπορούσε και από ποια απόσταση να αντιληφθεί το αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης κινούμενο έμπροσθεν του, ώστε να κριθεί η δυνατότητα αντίδρασης του σε συνδυασμό με τον χρόνο που διέθετε.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 6004/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης.

"Στις 23- 5-2011 και περί ώρα 09.00' πμ η ενάγουσα οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … IΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της κινείτο με ταχύτητα περίπου εβδομήντα χλμ/ώρα επί της Αττικής Οδού. στη Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρο Υμηττού, στο ρεύμα με κατεύθυνση από Ραφήνα προς οδό Κατεχάκη και κέντρο Αθήνας, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στο σημείο της εν λόγω οδού μετά την έξοδο προς Αγία Παρασκευή και πριν την έξοδο προς Παπάγου.

Στο σημείο αυτό το ρεύμα της πιο πάνω οδού προς Αθήνα έχει τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας, είναι ευθεία με πολύ καλή ορατότητα, ενώ το όριο ταχύτητας έχει οριστεί με βάση ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32) σε 70 χλμ/ώρα. Την πιο πάνω χρονική στιγμή η κυκλοφορία ήταν πυκνή και τα προπορευόμενα στην λωρίδα κυκλοφορίας της ενάγουσας οχήματα, ακινητοποιήθηκαν ξαφνικά, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τροχοπεδήσει και αυτή.

Μόλις το όχημα της ενάγουσας ακινητοποιήθηκε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, η με αριθμό κυκλοφορίας … μοτοσυκλέτα, οδηγούμενη από τον ενάγοντα-εναγόμενο. Κ. Σ., η οποία ήταν ασφαλισμένη στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενη με ταχύτητα 90 περίπου χλμ/ώρα, ομόρροπα με το αυτοκίνητο της ενάγουσας ' και όπισθεν αυτού, πλησίον του ορίου της αριστερής με τη μεσαία λωρίδα, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος εκτινάχθηκε από την μοτοσικλέτα και αφού χτύπησε στην οροφή του αυτοκινήτου, κατέπεσε έμπροσθεν και δεξιά αυτού και την πρόκληση υλικών ζημιών σε αμφότερα τα οχήματα.

Τα πιο πάνω περιστατικά προκύπτουν σαφώς από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας Αττικής οδού, όπου αναφέρονται οι τελικές θέσεις των οχημάτων (αριστερή λωρίδα για το ΙΧΕ αυτοκίνητο και διαχωριστική γραμμή μεταξύ αριστερής και μεσαίας λωρίδας για τη μοτοσικλέτα), τα ίχνη φρεναρίσματος του αυτοκινήτου, μήκους 29 μέτρων επί της αριστερής λουρίδας (σημειώνεται ότι δεν ανευρέθηκαν ίχνη φρεναρίσματος της μοτοσικλέτας), η θέση του σώματος του οδηγού της μοτοσικλέτας έμπροσθεν του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ αριστερής και μεσαίας λωρίδας, καθώς και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων (εμπρόσθιο τμήμα για την μοτοσικλέτα και οπίσθιο δεξιό τμήμα για το ΙΧΕ αυτοκίνητο).

Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, Κ. Σ., ο οποίος οδηγούσε χωρίς την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και ειδικότερα κινείτο στο όριο της αριστερής και της μεσαίας λωρίδας, με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 70 χλμ/ώρα με βάση ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32) και χωρίς να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης, σε περίπτωση που το προπορευόμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να τροχοπεδήσει, όταν το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η Λ.

Σ. διέκοψε την πορεία του και να επιπέσει σε αυτό (παράβαση των άρθρων 4 παράγραφοι 1 και 3. 12 παρ.1, 16 παρ.3, 19 παράγραφοι 1 και 7 του ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν βαραίνει υπαιτιότητα την ενάγουσα Λ. Σ., η οποία κινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο και διέκοψε αναγκαστικά την πορεία της. προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με τα προπορευόμενα αυτής οχήματα.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε διαφορετικά οις προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και συγκεκριμένα έκρινε αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος, την οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας …. 1ΧΕ αυτοκινήτου, Λ. Σ., και απέρριψε στην ουσία την από 10-9-2012 αγωγή, έσφαλε ως την εκτίμηση των αποδείξεων, για αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσία βάσιμοι, οι λόγοι των εφέσεων με τους οποίους πλήττεται το κεφάλαιο της υπαιτιότητας.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του ενάγοντος-πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης της μοτοσυκλέτας επί της οδού ( κινούμενης ομόρροπα με το κινούμενο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας των, αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης και όπισθεν αυτού, πλησίον του ορίου της αριστερής με την μεσαία λωρίδα), η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, το σημείο που βρέθηκε μετά την σύγκρουση το σώμα του αναιρεσείοντος και η μοτοσυκλέτα καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας.

Δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση το ακριβές συνολικό πλάτος ολοκλήρου του οδοστρώματος και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας, αφού το δικαστήριο δέχεται ότι το αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης κινείτο κανονικά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε και η μοτοσυκλέτα κινείτο ομόρροπα όπισθεν του αυτοκινήτου πλησίον του ορίου της αριστερής με την μεσαία λωρίδα.

Μάλιστα δε την κατά τα ανωτέρω υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας αποδίδει στην χωρίς επιμέλεια και προσοχή οδήγηση αυτής, την οποία όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει και ειδικότερα στην ταχύτητα με την οποία κινείτο, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα και στην μη τήρηση αρκετής απόστασης από το προπορευόμενο όχημα για την αποφυγή σύγκρουσης σε περίπτωση που αυτό μειώσει την ταχύτητα του ή διακόψει την πορεία του.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιάσεις του. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Η από την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων καταλογίζει στην πληττομένη απόφαση ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ τα διδάγματα κοινής πείρας, ότι τα παραλλήλως κινούμενα οχήματα κατά τους νόμους της φυσικής επιστήμης δεν είναι δυνατόν να συγκρουστούν.

Ο λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ 1 εδ β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πέραν του ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανάλογη παραδοχή περί παράλληλης κίνησης των εμπλεκομένων στο ατύχημα οχημάτων, οι παραβάσεις αυτές αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης.(.Α.Π.188/2017 ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 1190/1982). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:

α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).Κατά τον αριθμό 12 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τους αριθμούς 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης την οποία συμπεριέλαβε στο δικόγραφο της έφεσης της, την οποία αυτός επικαλέστηκε και η οποία συνίσταται στο ότι ..."εκτινάχτηκε (ο αναιρεσείων) και έπεσε επί του οδοστρώματος στην υπ ' αυτού ομολογουμένη απόσταση των 60 μέτρων περίπου από το σημείο πρόσκρουσης ...η μοτοσυκλέτα του δε ανετράπη με πλήρη περιστροφή της στον αέρα εκτινάχτηκε και σύρθηκε κατά την άνω ομολογία του τουλάχιστον σε συνολική απόσταση 40 μέτρων περίπου από του σημείου επιπτώσεως του επί του οχήματος μου...ομολογίες όμως και περιστατικά από τα οποία αναμφιβόλως προκύπτει και αποδεικνύεται.......ούτος έτρεχε και είχε πράγματι απογειωθεί με ταχύτητα τουλάχιστον 130 χιλ./ωρα και δι' αυτόν ακριβώς τον λόγο εκτινάχτηκε και αυτός και η μοτοσυκλέτα του σε τόσο μεγάλες αποστάσεις." Την ομολογία αυτή, από την οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προκύπτει το συμπέρασμα, ότι η ένδικη σύγκρουση δεν έλαβε χώρα στο σημείο που ισχυρίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη αλλά 60 μέτρα πριν την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της και η οποία αποτελεί και πλήρη απόδειξη κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, παραβιάζοντας συγχρόνως τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός από τον αρ.11γ αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος διότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν συνιστούν ομολογία αυτής ως αποδεικτικό μέσο υπό την προεκτεθείσα έννοια του νόμου, αφού δεν περιλαμβάνουν τα στοιχεία της ομολογίας, δηλαδή αναφορά γεγονότος επιβλαβούς για αυτήν γενόμενη και με πρόθεση ομολογίας, αλλά αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και επιχειρήματα προς επίρρωση των θέσεων της και απόκρουση των θέσεων του αντιδίκου της.

Κατ' ακολουθία απορριπτέος είναι και ο από τον αρ.12 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μη εισφερθέντος στην δίκη του επικαλουμένου από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κινείτο (με την μοτοσυκλέτα) επί της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ αριστερής και μεσαίας λωρίδας επί λέξει δε στο όριο της αριστερής και μεσαίας λωρίδας γεγονός που δεν προτάθηκε ούτε προέκυψε από τις αποδείξεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω δεν συνιστούν πράγματα κατά την προαναφερθείσα έννοια αλλά προσδιορισμό των συνθηκών του ατυχήματος και συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-1-2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 6418/634/12-7-2019) αίτηση για αναίρεση της 6004/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ