Legislator Case Law & Legislation
436/2017 AI generated

436/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 436/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

436/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 13-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-10-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 93/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Keywords

AI generated
survivor benefits paternity allowance child benefit eligibility family hardship loss of financial support parents' pension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 436 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 436/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. - Μ. Γ. (C. M. J.), χας Π. Λ. (P. L.), κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α) Ά. Μ. Χ. Λ. (A. M. H. L.), β) Ι. Έ. Σ. Λ. (I. E. S. L.) και γ) Ζ. Ο. Ό. Λ. (Z. O. O. L.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2011 μη οριστική και 195/ 2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 13-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-10-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 93/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 9 περ. τελ. ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη, η οποία μπορεί να περιλαμβάνεται και σε πρόσθετο λόγο έφεσης, νοείται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.

Έτσι, η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 και επικουρικώς από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τον πρόσθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος που άσκησε με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις του κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης απόφασης διότι κακώς, παρά τον νόμο και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του θανόντος και επιδίκασε σε αυτήν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 60.000 ευρώ, ενώ έπρεπε κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων να απορρίψει καθ’ ολοκληρίαν το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως προς αυτή, διότι αυτή ουδέποτε ήταν παντρεμένη με τον θανόντα, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης άλλως άφησε αίτηση αδίκαστη υποπίπτοντας έτσι στις προβλεπόμενες από τις ως άνω διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, καθόσον αφορά στην πρώτη από τις δύο παραπάνω πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός που προέβαλε το αναιρεσείον με τον ως άνω πρόσθετο λόγο της έφεσής του και φέρεται ότι αγνοήθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης ότι ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος και συνεπώς σύμφωνα με όσα έχουν ήδη σχετικώς αναφερθεί δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, έστω και αν διατυπώνεται υπό μορφή πρόσθετου λόγου εφέσεως και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, εφόσον τον ως άνω αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, που αφορά στην πρώτη ενάγουσα ατομικά, το αναιρεσείον προέβαλε και με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας στην ενάγουσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης, επικαλούμενο ότι "η εκκαλουμένη απόφαση έπρεπε να λάβει υπόψη...

και ότι η πρώτη εφεσίβλητη ουδέποτε είχε παντρευτεί με τον θανόντα αλλά συζούσε μαζί του" τον οποίο το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία δεχόμενο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ άλλων ότι η αναιρεσίβλητη ήταν σύζυγος του θανόντος κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του. Ειδικότερα, επί του θέματος αυτού, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο θανών Π.

Λ., ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 37 ετών, κατοικούσε με την οικογένειά του με την ενάγουσα σύζυγό του και τα τρία ανήλικα τέκνα του στην πόλη ... της Σουηδίας και συνδεόταν μαζί τους με αγάπη, στενό ψυχικό σύνδεσμο και εξ αντικειμένου με στενή συγγένεια. Η ενάγουσα και τα τρία ανήλικα τέκνα της, των οποίων ασκεί αποκλειστικά την γονική μέριμνα εξαιτίας του αιφνίδιου και τραγικού θανάτου του παραπάνω συγγενή τους και το στενό μεταξύ τους δεσμό, υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία πρέπει να τους επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τις ανωτέρω συνθήκες τέλεσης της ένδικης δικαιοπραξίας, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν οι προαναφερόμενοι συγγενείς του θανόντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανάτου του Π. Λ., την ηλικία αυτού και των ανωτέρω συγγενών του, συζύγου και τριών ανήλικων τέκνων του, τον συναισθηματικό δεσμό τους, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των φυσικών προσώπων από τους διαδίκους, πλην του δευτέρου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική, καθώς και τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας, η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικαστεί στην πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ, στην ανήλικη Ά.

Μ. Χ. Λ. το ποσό των 30.000 ευρώ, στον ανήλικο Ι. Έ. Σ. Λ. το ποσό των 25.000 ευρώ και στον ανήλικο Ζ. Ο. Ό. Λ. το ποσό των 15.000 ευρώ, ποσά που θεωρούνται εύλογα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στους ανωτέρω τα ίδια παραπάνω ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος και τελευταίος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό που αφορά στην πρώτη ενάγουσα ατομικά και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, με το να δεχθεί τα παραπάνω. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθόσον αφορά στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβληθείς με τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης παραπάνω αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, δεν συνιστά αίτηση κατά την έννοια που προαναφέρθηκε. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ’ ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά.

Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανηψιός του, δεν περιλαμβάνονται. Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ’ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ Ολ. 21/2000).

Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 παρ. 1, 2, 5, 6 και 10 παρ. 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.Ι.Α για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω π.δ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την §2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου περ. γ’ του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α’ 220/8.11.2012) η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ/τος 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 26 του άρθρου 37 του ν. 2496/1997, αντικαταστάθηκε, κατά τα κρίσιμα εν προκειμένω σημεία της, ως ακολούθως: "2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.

Η αποζημίωση για τα εδάφια α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ’ της προηγούμενης παραγράφου το συνολικό ποσόν για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ...

Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Οι δικαιούχοι αποζημίωσης δύναται να διεκδικήσουν το υπόλοιπο ποσόν της ζημίας από την κοινή Εκκαθάριση".

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό Δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από την διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. Κ.Πολ.Δικ. 575). Διότι, παρά την μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δικ., που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δικ., να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 27-12-2013 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και του ασκηθέντος με τις από 10-4-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρόσθετου λόγου αυτής κατά της υπ’ αριθμ. 195/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και του αρχικώς εναγομένου και μη διαδίκου στη δίκη ενώπιον του Εφετείου και στην παρούσα δίκη Γ. Α. και υποχρέωσε τους εναγόμενους, να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα Κ. - Μ. Γ., χήρα Π. Λ. ατομικά και ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α) ‘ Α.

Μ. Χ. Λ., β) Ι. Έ. Σ. Λ. και γ) Ζ. Ο. Ό. Λ. ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον επισυμβάντα θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατέρα των παραπάνω ανηλίκων τέκνων της Π. Λ. κατά το ένδικο αυτοκινητικό που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ως άνω αρχικώς εναγομένου κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, τα ποσά των 60.000, 30.000, 25.000 και 15.000, αντίστοιχα, και όλα τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατ’ άρθρο 346 ΑΚ, απέρριψε (το Εφετείο) την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, αφού αρνήθηκε να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα, το Εφετείο, απέρριψε: α) τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του για περιορισμό της ευθύνης του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο ενάγοντα σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ. 237/86, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/ 8-11-2012 και β) το δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντες, αναφορικά με τους τόκους επί του επιδικασθέντος στους αναιρεσίβλητους κεφαλαίου, ως προς τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε να εφαρμόσει τη διάταξη της παρ.

γ’ του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ 220 τ. Α’ /8.11.2012), κατά την οποία οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως.

Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, προέβαλε ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης ότι "παρά το νόμο δέχτηκε ότι οι περιορισμοί στο ύψος της αποζημίωσης που εισήχθησαν με τον ν. 4092/2012 είναι ανεφάρμοστοι, διότι έρχονται σε αντίθεση με τις υπ’ αριθμ. 84/5/ΕΟΚ και 72/166/ΈΟΚ κοινοτικές οδηγίες, καθώς και διότι με αυτούς επέρχεται αναδρομική κατάργηση ενοχικών αξιώσεων, η οποία είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι οι περιορισμοί στο ύψος της αποζημίωσης που τέθηκαν με το άρθρο τέταρτο περ.

γ’ του ν. 4092/2012 είναι ισχυροί και να τους εφαρμόσει εν προκειμένω και να περιορίσει την αποζημίωση που έκρινε ότι οφείλω να καταβάλλω στους εφεσιβλήτους κατά τα ποσά που προβλέπονται από την ανωτέρω διάταξη". Με το δε δεύτερο λόγο ότι "παρά το νόμο η εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 237/86, η οποία ορίζει ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, καθώς και με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη (από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η ανωτέρω διάταξη συνάδει απολύτως με το Σύνταγμα και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, ως και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και ότι ως εκ τούτου είναι εφαρμοστέα".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως με την πρωτόδικη απόφαση, αρνήθηκε να εφαρμόσει τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου τέταρτου περ. γ’ του ν. 4092/2012 με τις οποίες τέθηκε ο παραπάνω περιορισμός στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ορίστηκε ότι η παραπάνω ρύθμιση καταλαβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά την έναρξη της ισχύος του (8-11-2012), όπως οι ένδικες, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4092/2012, κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 9-9-2009, και έως το χρόνο έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου δεν είχαν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση αφού η υπ’ αριθμ. 195/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία επιδικάστηκαν αυτές εκδόθηκε στις 28-11-2013, και τέθηκε ο παραπάνω περιορισμός θεωρώντας αυτές ως ανίσχυρες, καθόσον έρχονται σε αντίθεση, αντίστοιχα, προς το επιτόκιο των τόκων που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, καθόσον έρχονται σε αντίθεση με την υπ’ αριθμ. 84/5/ΕΟΚ κοινοτική οδηγία, καθόσον αφορά στην πρώτη, στα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθόσον αφορά στη δεύτερη και στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας που αυτό κατοχυρώνει καταλήγοντας τελικά ότι "...η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία, αφ’ ενός μεν έγινε δεκτό ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχουν εφαρμογή οι περιορισμοί που τέθηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4092/2012, αφ’ ετέρου δε, ότι είναι νόμιμο το αίτημα των εναγόντων για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας με βάση το άρθρο 346 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται στο σύνολό τους".

To αναιρεσείον με τους από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αιτιάται για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συγκεκριμένα με εσφαλμένη ερμηνεία και παράλειψη να εφαρμόσει ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 του κ.ν. 489/76, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012, αφ’ ετέρου δε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το ζήτημα όμως αυτό, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση ή μη των ως άνω προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις 1025/2015 και 1297/2015 αποφάσεις Δ’ Πολιτικού Τμήματος αυτού, ενώπιον της οποίας και συζητήθηκαν οι παραπεμφθείσες υποθέσεις και αναμένεται η έκδοση των σχετικών αποφάσεων.

Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Κατόπιν αυτού, πρέπει ν’ απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης και να αναβληθεί η πρόοδος της παρούσας δίκης επί του πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον τρίτο λόγο της από 14.10.2014 αίτησης για αναίρεση της 93/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και Αναβάλλει την συζήτηση κατά τα λοιπά, ήτοι επί του πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί των υποθέσεων που έχουν παραπεμφθεί σ’ αυτήν με τις 1025/2015 και 1297/2015 αποφάσεις του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ