436/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-8-2008, 30-7-2008, 7-12-2009 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, την από 17-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου την από 19-5-2008 αγωγή και 25-5-2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4458/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2435/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated436/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 436 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 436/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Μ., κατοίκου ..., 2. L. E., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "…." πρώην "…" απόφαση Κ3-351/29-4-2011 Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι ανωτέρω 1η και 3η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Κρεμέζη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ.-Α. Τ., χήρας Μ. Μ., κατοίκου ..., α) για τον εαυτό της β) ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανήλικου γιού της Α. Μ. Μ., κατοίκου ομοίως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μόσχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-8-2008, 30-7-2008, 7-12-2009 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, την από 17-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου την από 19-5-2008 αγωγή και 25-5-2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4458/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2435/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 10-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι'αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικο τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β! εδαφίου της παραγράφου 3,που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του ν. 4139/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (24-1-2014) μετά την εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν οι πρώτη και τρίτη των αναιρεσειόντων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμέζη, και οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων L. E.. Δεν αποδεικνύεται δε, ότι ο 2ος των αναιρεσειόντων έχει διορίσει νομίμως κατά το άρθρο 96 παρ. 1 τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης, δικηγόρο Δημήτριο Κρεμέζη, ο οποίος άλλωστε δεν τον εκπροσώπησε κατά την εκφώνηση, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού με την εντολή να παρίσταται και να εκπροσωπεί αυτόν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτός έχει κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομόδικους του.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.(Ολ.
Α.Π. 1/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297,298,330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικό να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου , γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικό περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007). Εξάλλου, κατά το όρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2696/1999, "εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ'άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης".
Κατά δε το άρθρο 34 παρ. 2 περιπτώσεις ε, ζ και ιβ του ίδιου νόμου, "Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται:...ε) Σε πεζοδρόμια, πλατείες, ειδικά ερείσματα που προορίζονται για πεζούς ως και ποδηλατοδρόμους, εκτός αν επιτρέπεται σε αυτούς η στάθμευση με ειδική σήμανση.... ζ) Πλησίον και πάνω σε κυρτές καμπύλες αλλαγής των κατά μήκος κλίσεων των οδών (ράχεων) και σε στροφές ανεπαρκούς ορατότητας για προσπέρασμα....
ιβ) Στους αυτοκινητόδρομους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση".
Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, με την από 17-9-2008 αγωγή, την οποία άσκησε για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της (2ου αναιρεσίβλητου), ισχυρίσθηκε ότι, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων της αγωγής αυτής, Έ.
Λ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δευτέρας των εναγομένων της εν λόγω αγωγής, Φ. Μ. του Χ., ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη των εναγομένων της αμέσως προηγούμενης αγωγής "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ" προκλήθηκε στον παράδρομο της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, στο ύψος του Αγίου Στεφάνου Αττικής, στις 15/12/2007, τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα υπό τις εκτιθέμενες στην πιο πάνω αγωγή, συνθήκες που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του Μ.
Μ., συζύγου και πατέρα του ανηλίκου τέκνου της Α. - Μ. Μ. Με βάση το ιστορικό αυτό η μνησθείσα ενάγουσα ζήτησε, μετά το νόμιμο περιορισμό στον πρώτο βαθμό των αξιώσεων διατροφής και της μετατροπής μέρος των αιτημάτων της αμέσως προηγούμενης αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό (άρθρα 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ):
Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, να της καταβάλουν, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση: α) για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 100.000,00 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και β) ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Α. -Μ.
Μ., το ποσό των 100.000,00 € για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και Β) να αναγνωριστεί ότι η ως άνω εναγόμενοι υποχρεούνται, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, να της καταβάλουν: α) για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 145760,00 € για αποζημίωση στέρησης διατροφής και το ποσό των 200.000,00 € για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και β) ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του μνησθέντος ανηλίκου τέκνου της το ποσό των 200.000,00 € για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, άπαντα δε τα προπαρατεθέντα χρηματικά ποσά με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της πιο πάνω αγωγής έως την πλήρη εξόφληση.
Διαφορετικά επιδιώκει την κατά μήνα καταβολή της αποζημίωσης στέρησης διατροφής, η οποία, μετά το νόμιμο περιορισμό της, ανέρχεται: α) για την ίδια ατομικά στο ποσό των 640,00€ το μήνα και για χρονικό διάστημα από 15-12-2007 μέχρι 15-12-2039 και β) για λογαριασμό του ειρημένου ανηλίκου τέκνου της, στο ποσό των 220,00 € το μήνα και για χρονικό διάστημα από 15-12-2007 μέχρι 15-12-2020, όλα δε τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά με τους νόμιμους τόκους, από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής και της ασκηθείσας δια των προτάσεων ανταγωγής των αναιρεσειόντων, που συνεκδικάσθηκαν και με άλλες αγωγές, εκδόθηκε η 4458/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή και επιδικάσθηκαν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, α) υπέρ της αναιρεσίβλητης ατομικά 100.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 50.000 ευρώ με αναγνωριστική, β) για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της, αντιστοίχως, 125.500 ευρώ και 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις και τα δύο διάδικα μέρη. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 2435/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων, β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά της αναιρεσίβλητης ατομικά, γ) έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων καθ'όσο μέρος στρεφόταν κατά του ανηλίκου 2ου αναιρεσιβλήτου, για λογαριασμό του οποίου επιδικάσθηκαν, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη 100.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 30.000 ευρώ με αναγνωριστική, καθώς και 170 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 15-12-2007 έως 17-6-2020.
Ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-12-2007 και περί ώρα 08.00' στον Άγιο Στέφανο Αττικής είχε σταθμεύσει προσωρινά στο ύψος του 24,5 χιλιομέτρου της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, και ειδικότερα στον παράδρομο αυτής με κατεύθυνση προς Λαμία, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ ( μικρού μεγέθους), κλειστού τύπου, μάρκας HYUNDAI, ιδιοκτησίας του εκ των διαδίκων Ι. Γ., το οποίο οδηγούσε ο προστηθείς από τον τελευταίο στην οδήγηση M. B., σύζυγος της εκ των διαδίκων Μ. Α. Τ. χήρας Μ. Μ., με ανοικτά τα προειδοποιητικά φώτα στάθμευσης (ALARM), προκειμένου να εκφορτώσει διάφορα εργαλεία για την τοποθέτηση μαρμάρων στην οικοδομή του Χ.
Π., που εκεί ανεγείρετο, και στη συνέχεια να αναχωρήσει, αφού δεν εργαζόταν στην εν λόγω οικοδομή. Στο πίσω μέρος του ειρημένου αυτοκινήτου βρισκόταν ο εκ των διαδίκων A. R. και ο προμνησθείς οδηγός M. B., οι οποίοι εκτελούσαν την εκφόρτωση από το πορτ- μπαγκαζ. Ο ρηθείς παράδρομος είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,70 μ.
και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η δε λωρίδα κυκλοφορίας προς την Λαμία έχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,70 μ., ενώ στην άλλη κατεύθυνση δεν υπάρχει πεζοδρόμιο. Το ειρημένο αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο κατά το ήμισυ (με τις δεξιές του ροδές) πάνω στο πεζοδρόμιο, ενώ οι αριστερές αυτού ρόδες ήταν επί του οδοστρώματος, καθόσον τούτο δεν μπορούσε να εισέλθει στον προαύλιο χώρο της ανωτέρω οικοδομής εξαιτίας των υλικών που υπήρχαν στον εν λόγω χώρο.
Κατά τον προσημειωθέντα χρόνο επικρατούσε φως ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η κατάσταση της οδού υγρή (έχει προηγηθεί βροχόπτωση), η ορατότητα δεν περιορίζετο και στο παραπάνω σημείο η μνησθείσα οδός έχει ομαλή καμπύλη με δεξιά στροφή, ενώ από άποψη σήμανσης η αμέσως προηγουμένη οδός στο ίδιο σημείο έχει συνεχή διαγράμμιση προς την Λαμία και διακεκομμένη στο ρεύμα προς την Κηφισιά, ενώ το όριο ταχύτητας περιορίζεται στα 60 χιλ/ώρα με σχετική ρυθμιστική πινακίδα (βλ.
μεταξύ των άλλων και την πιο κάτω αναφερόμενη έκθεση αυτοψίας). Κατά τον ίδιο χρόνο και στον αυτό τόπο, και ειδικότερα στον παράδρομο, που προεκτέθηκε, με κατεύθυνση προς την Λαμία εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου Golf, ιδιοκτησίας της εκ των διαδίκων Φ.
Μ., το οποίο οδηγούσε ο από τους διαδίκους E. L., αυτό δε ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην από τους διαδίκους "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ". Όταν ο αμέσως προηγούμενος οδηγός επίχείρησε να προσπεράσει προπορευόμενο φορτηγό αυτοκίνητο, οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα (άνω των 100 χιλιομέτρων/ ώρα) στον ειρημένο παράδρομο, τη στιγμή που ολοκλήρωσε αυτήν, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο εξετράπη δεξιά της πορείας του, με αποτέλεσμα με το πλάγιο αριστερό τμήμα του να παρασύρει αμφότερους τους ανωτέρω πεζούς και να επιπέσει στο σταθμευμένο μικρού μεγέθους φορτηγό, το οποίο, μάλιστα, μετακίνησε μπροστά κατά 8,5 μέτρα, μέχρι που το τελευταίο επέπεσε στην μάνδρα της προρρηθείσης οικοδομής, που βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά του πεζοδρομίου και σε τσιμεντένια κολώνα, όπου ακινητοποιήθηκε έχοντας υποστεί πολύ σοβαρές ζημιές.
Αποτέλεσμα της προεκτεθείσης σύγκρουσης ήταν, εκτός από τις υλικές ζημιές των ως άνω οχημάτων, ο θανάσιμος τραυματισμός του M. B., καθώς και ο τραυματισμός του A. R., για τον οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 15/12/2007 "έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος", που συνετάγη για το προαναφερθέν συμβάν από το Τμήμα Τροχαίας Κηφισιάς αναφέρεται με τα στοιχεία "K.
A. G." (πλην όμως το με τα αμέσους προηγούμενα στοιχεία πρόσωπο ταυτίζεται με εκείνο του των διαδίκων A. R. του G.). Με τα ως άνω δεδομένα το προπεριγραφέν τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των διαδίκων E. L., ο οποίος, κατά παράβαση θεμελιωδών διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρ 5 παρ. 8 α, γ, 12, 19 παρ. 1, 2 και 20 του εν λόγω Κώδικα) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ανάλογα με τις συνθήκες της οδού, λαμβανομένης υπόψη της ολισθηρότητας αυτής εξαιτίας της βροχόπτωσης που είχε προηγηθεί), ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, να μην επιχειρήσει προσπέραση, εφόσον τούτο δεν ήταν επιτρεπτό, και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του.
Ουδόλως δε αποδείχθηκε από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι το θανόντα οδηγό M. B. βάρυνε έστω και κατά ένα μικρό ποσοστό συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος. Τούτο δε δεδομένου ότι, όπως προέκυψε από το μνησθέν αποδεικτικό υλικό, ο εν λόγω οδηγός είχε σταθμεύσει το όχημα του μπροστά από την οικοδομή σε σημείο που δεν εμπόδιζε την κίνηση της οδού, προκειμένου μέσα σε λίγο χρόνο να προβεί στην εκφόρτωση ορισμένων εργαλείων, και είχε λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος ανάβοντας τα προειδοποιητική τα φώτα στάθμευσης (ALARM).
Βέβαια ο τελευταίος δεν είχε τοποθετήσει, για την ολιγόλεπτη στάθμευση του, προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα επί του οδοστρώματος, όμως δεν ήταν υποχρεωμένος να πράξει τούτο τη στιγμή, μάλιστα, που δεν εμπόδιζε την κίνηση της πιο πάνω οδού με τον τρόπο που είχε σταθμεύσει το όχημα του, αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι ο M.
B. ήταν υποχρεωμένος να τοποθετήσει τοιαύτη πινακίδα, η μη ύπαρξη της τελευταίας ουδόλως θα οδηγούσε τον E. L. στο να ενεργήσει τον δέοντα αποφευκτικό ελιγμό, καθόσον ο αμέσως προηγούμενος οδηγός ούτως ή άλλως πριν την ένδικη σύγκρουση είχε απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, πολλώ δε μάλλον ουδεμία συνυπαιτιότητα βαρύνει τον εκ των διαδίκων A.
R., ο οποίος, όπως ήδη ειπώθηκε, υπέστη τραυματισμό εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ορθώς δε υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Ειδικώς, ως προς τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. που δέχεται ότι τέλεσε ο θανών (στάθμευση του αυτοκινήτου του κατά το ήμισυ, δηλαδή με τις δεξιές του ρόδες, πάνω στο πεζοδρόμιο, ενώ οι αριστερές ήταν επί του οδοστρώματος, και μη τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας, με την παρατήρηση ότι αυτό δεν εμπόδιζε την κίνηση στην οδό), τις αποσυνδέει πλήρως από πλευράς αιτιώδους συνάφειας από την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, το οποίο κρίνει ότι τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απώλεια ελέγχου από τον δεύτερο αναιρεσείοντα του Ι.Χ.Ε.
που οδηγούσε, πριν φθάσει στο σημείο όπου έγινε το ατύχημα, κατά την επιχειρούμενη υπέρβαση προπορευόμενου φορτηγού επί του έχοντος ομαλή καμπύλη με δεξιά στροφή παραδρόμου της Ε.Ο., με ταχύτητα άνω των 100 χ/ω (με όριο 60 χ/ω), η οποία απώλεια ελέγχου είχε ως συνέπεια την πλήρη εκτροπή του εν λόγω οχήματος προς τα δεξιά εκτός της οδού, με αποτέλεσμα την παράσυρση των δύο πεζών που εκτελούσαν την εκφόρτωση και μάλιστα με το πλάγιο αριστερό τμήμα του και, στη συνέχεια, την πρόσκρουση αυτού στο μικρού μεγέθους φορτηγό, την μετατόπιση του τελευταίου κατά 8,5 μέτρα και την τελική ακινητοποίηση του μετά από πρόσκρουση του στην μάντρα της παρακείμενης οικοδομής και σε τσιμεντένια κολώνα.
Οι παραδοχές αυτές δικαιολογούν απολύτως την, ελεγχόμενη αναιρετικά, έλλειψη υπαιτιότητας του ως άνω θανόντος. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (Α.Π. 532/2012, Α.Π. 442/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης υπέρ των αναιρεσιβλήτων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο του M. B., το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου του M.
B. η μνησθείσα σύζυγος του και το ανήλικο τέκνο της δοκίμασαν βαρύτατο πόνο και θλίψη, δεδομένου ότι οι μεταξύ τους σχέσεις κατά το χρόνο του ως άνω θανάτου ήταν αρμονικές. Ως εκ τούτου, προς απάβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία τα ως άνω πρόσωπα υπέστησαν και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση δικαιούνται αυτά εύλογης χρηματικής ικανοποίησης [βλ.
σχετ. ΑΠ (ολ) 20/2011 NOB. 1522 ή Ελ.Δνη 2011.710, Εφ. Αθ. 4451/2007 Συγχρ. Επιθ. Συγκ.Δικαίου 2007.288-289, Εφ. Αθ. 138/2006 Συγχρ. Επ.Συγ/κου Δικαίου 2007.117-118]. Ενόψει των συνθηκών, που έγινε το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του βαθμού συγγενείας των εκ των διαδίκων Μ.-Α. Τ., χήρας Μ.
Μ., και Α.-Μ. Μ. προς το θανόντα, της ηλικίας αυτού και των δικαιούχων, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των φυσικών διαδίκων μερών η προεκτεθείσα χρηματική ικανοποίηση πρέπει να καθορισθεί: α) στο ποσό των 150000,00 € για την ανωτέρω σύζυγο του μνησθέντος θανόντος ατομικά και β) το ποσό των 130.000,00€ για το προαναφερθέν ανήλικο αυτού (θανόντος) και της ως άνω συζύγου του τέκνου..".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ως άνω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλαβε υπόψη τους προσδιοριστικούς παράγοντες (συνθήκες ατυχήματος ηλικία θανόντος, βαθμό συγγένειας και αγάπης των εναγόντων, αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την οικονομική κατάσταση εν γένει των διαδίκων φυσικών προσώπων) για την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, και 19 του όρθρου 559 ΚΠολΔικ, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του πρώτου λόγου (κατά την δεύτερη και τρίτη αιτιάσεις αυτού) και του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πέραν της αοριστίας τους για μη αναφορά με σαφήνεια και πληρότητα όλων των αναγκαίων στοιχείων στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση τους (δεν εξειδικεύονται τα νομικά σφάλματα, ούτε προσδιορίζονται οι ασάφειες και οι αντιφάσεις σε σχέση με τους ισχυρισμούς, δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, σχ.
Ολ. ΑΠ 18/2005, 28/ 1998 και 32/1996), πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη( Α.Π. 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ένορκη βεβαίωση μάρτυρα μετά από νομότυπη κλήτευση αντιδίκων, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες και έγγραφα ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε για το ατύχημα αυτό.
Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., ο δε αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά την πρώτη αιτίαση αυτού, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει όλοι οι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειόντων, οι οποίες, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2,700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 721/14-10-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 2435/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον 2ο των αναιρεσειόντων.-
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση, ως προς τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειόντων -
Καταδικάζει τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
-Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ