436/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6122/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4241/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated436/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", προκύπτει σαφώς ότι βασική προϋπόθεση της ευθύνης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η θετική ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του λήπτη, που έγινε με τη χωρίς νόμιμη αιτία μετακίνηση οικονομικών στοιχείων από την περιουσία άλλου ή με ζημία τούτου.
Full text
Απόφαση 436 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 436/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Νικολακάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Γεωργίου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6122/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4241/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού, που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή ενώπιον συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη ....... μόνο εάν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την με 10.558/21.3.2003 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα .... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ...., με την αιτιολογία ότι δεν προσκομίσθηκε η έκθεση επιδόσεως, από την οποία να αποδεικνύεται η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά την εξέταση, και δεν αρκέσθηκε το Εφετείο στην εμπεριεχόμενη στη συνταγείσα πράξη βεβαίωση της συμβολαιογράφου ότι προηγήθηκε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος, όπως, κατά τη βεβαίωση της συμβολαιογράφου, τούτο προέκυπτε από την προσκομισθείσα σ' αυτήν, και μνημονευόμενη στην πράξη της, έκθεση επιδόσεως.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και υπό τις αιτιάσεις: α) από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν θεώρησε ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη της κλητεύσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 436, 438, 440 ΚΠολΔ η άνω βεβαίωση της συμβολαιογράφου, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως η οποία και ελέγχεται από το δικαστήριο, και β) από τον αριθ. 20 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου της άνω βεβαίωσης, αφού το Εφετείο παρέθεσε την εμπεριεχόμενη στην άνω πράξη βεβαίωση της συμβολαιογράφου περί του ότι προηγήθηκε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου όπως ακριβώς διατυπώνεται στην εν λόγω πράξη και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό της.
ΙΙ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", προκύπτει σαφώς ότι βασική προϋπόθεση της ευθύνης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η θετική ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του λήπτη, που έγινε με τη χωρίς νόμιμη αιτία μετακίνηση οικονομικών στοιχείων από την περιουσία άλλου ή με ζημία τούτου.
Εάν η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Έλλειψη νόμιμης αιτίας, η οποία γεννά αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπάρχει και όταν η καταβολή παροχής γίνεται για ορισμένο σκοπό, ο οποίος όμως έληξε, όπως επί καταγγελίας από τον εργαζόμενο της καταρτισθείσης αόριστου χρόνου συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ως προς τους προκαταβληθέντες μισθούς που αφορούν τον μετά τη λήξη της σύμβασης χρόνο, αφού η παροχή του εργοδότη που αντιστοιχεί στο χρόνο αυτό δεν καλύπτεται από τη μέχρι τότε αιτία.
Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομικά βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: Τον Ιούνιο του 2001, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, ηλικίας 96 ετών, καλής οικονομικής κατάστασης, αλλά βρισκόμενος λόγω της ηλικίας του και των οικογενειακών του σχέσεων, σε δυσχερή σωματική και συναισθηματική κατάσταση, αποδέχθηκε πρόταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, ιδιωτικής υπαλλήλου, να τον φροντίζει ως οικονόμος, ασχολουμένη παρέργως, μετά το πέρας της εργασίας της, με την καθαριότητα της οικίας του, την προμήθεια τροφίμων και την παρασκευή του φαγητού του, αντί μηνιαίου μισθού 200.000 δρχ.
Επειδή, κατά το ίδιο χρόνο, ο ενάγων λόγω ολοκληρώσεως της διαδικασίας απαλλοτριώσεως ακινήτου του στο οποίο διέμενε, έπρεπε να αναζητήσει νέα κατοικία, συμφώνησε με την εναγομένη να της προκαταβάλει ως σύνολο των μηναίων μισθών της, το ποσό που θα απαιτείτο για την αγορά κατοικίας στο όνομά της, ώστε να συγκατοικήσουν και να δέχεται τις υπηρεσίες της ως το τέλος της ζωής του.
Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο ενάγων, που είχε την οικονομική δυνατότητα διότι είχε εισπράξει ως αποζημίωση από την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου το ποσό των 79.840.334 δρχ., κατέβαλε για την αγορά στο όνομα της εναγομένης διαμερίσματος που πραγματοποιήθηκε στις 17.7.2001, με το αναφερόμενο στην απόφαση συμβόλαιο, το ποσό των 29.000.000 δρχ., που ανταποκρίνεται στο πράγματι συμφωνημένο τίμημα, δια τμηματικών καταβολών στον πωλητή ...., και συγκεκριμένα στις 5.7.2001, 300.000 δρχ.
σε μετρητά, την επομένη, 10.000.000 δρχ., με τραπεζική επιταγή επί λογαριασμού του στην Εμπορική Τράπεζα, και στις 17.7.01, κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, 17.980.000 δρχ. επίσης με τραπεζική επιταγή της ίδιας Τράπεζας, καθώς και 720.000 δρχ. σε μετρητά. Ταυτοχρόνως και κατά τις οδηγίες της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η παραμονή τούτου στο ακίνητο με έννομη σχέση που του παρείχε δικαίωμα κατοχής, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μισθωτήριο με το οποίο η εναγομένη φέρεται ότι εκμίσθωσε στον ενάγοντα ένα δωμάτιο του εν λόγω ακινήτου για χρονική διάρκεια 4 ετών, συντάχθηκαν δε αποδείξεις περί καταβολής των μισθωμάτων του άνω χρονικού διαστήματος.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά την εγκατάσταση των διαδίκων στο ακίνητο η εναγομένη μετέγνωσε και δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, διότι εγκατέλειπε τον ενάγοντα μόνο και αβοήθητο για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και γενικά αδιαφορούσε γι' αυτόν. Τελικά, στις 20.11.2001, αποχώρησε από την άνω κατοικία και εγκατέλειψε τον ενάγοντα, δήλωσε δε ότι δεν θα επανέλθει, καταγγέλλοντας έτσι τη σύμβαση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνώρισε ότι η εναγομένη έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερη από την περιουσία του ενάγοντος, κατά το ποσό των 28.000.000 δραχμών [82.171,68 ευρώ], που αντιστοιχούσε στους μισθούς που αποδείχθηκαν ότι προκαταβλήθηκαν και αφορούσαν το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα, διότι εξέλειπε η νόμιμη αιτία της παροχή του ενάγοντος, ως προς το άνω ποσό, η οποία είχε γίνει για τον προεκτέθεντα σκοπό.
Εξαφανίζοντας δε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή για το μεγαλύτερο ποσό των 29.000.000 δραχμών, υποχρέωσε την εναγομένη, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής, να αποδώσει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, εντόκως από την επίδοσή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ που εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 496, 505, 507, 512 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ούτε με βάση τις παραδοχές του αυτές είναι εφαρμοστέες, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ. 1, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, δεν έπρεπε να εφαρμόσει τον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ αλλά τις προαναφερόμενες περί δωρεών διατάξεις.
είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, υπό την επίκληση του άνω αναιρετικού λόγου, πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. 1 ΑΚ, που ορίζει ως έννομη συνέπεια του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος άλλου την υποχρέωση του λήπτη να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό, συνάγεται ότι η ενοχική υποχρέωση του λήπτη που πηγάζει από το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ, εφόσον πρόκειται για ωφέλεια που επιδέχεται αυτούσια απόδοση, κατευθύνεται κατά πρώτο λόγο στην αυτούσια απόδοση του συγκεκριμένου αντικειμένου του πλουτισμού, και αν ο αρχικός [αυτούσιος] πλουτισμός δεν σώζεται, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε γι' αυτόν. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση από το προηγούμενο άρθρο αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής" καθιερώνει ένσταση του εναγομένου για άρση ή μείωση του πλουτισμού και συνεπώς ολικής ή μερικής απόσβεσης της υποχρέωσης προς απόδοσή του, προϋπόθεση εφαρμογής της οποίας είναι η μείωση ή η έκλειψη του ληφθέντος ή του υποκαταστάτου του [ανταλλάγματος, αναπληρώματος κλπ.].
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα πρόβαλε με την έφεσή της ότι ο αντίδικός της μπορούσε κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ να αξιώσει αυτούσιο το ακίνητο και όχι τα χρήματα, τα οποία δεν σώζονταν στα χέρια της. Τον ισχυρισμό αυτό, που υπό τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστά ένσταση περιορισμού της ευθύνης κατά τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ αφού δεν άγει σε απόσβεση ή μείωση της υποχρέωσης απόδοσης του πλουτισμού, αλλά πλήττει μόνο την επιλογή του αναιρεσιβλήτου να αξιώσει ως πλουτισμό το ληφθέν χρηματικό ποσό, αντί του ανταλλάγματος [ακινήτου] που αποκτήθηκε με το ποσό αυτό, απέρριψε το Εφετείο ως μη έχοντα έννομη επιρροή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 908 εδ. παρ. 1, και 909 ΑΚ, και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση του, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ούτε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άνω άρθρου, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, αλλά ούτε και σε εκείνη από τον αριθ. 11γ΄ του ίδιου άρθρου, με την οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι το άνω χρηματικό ποσό δόθηκε πράγματι από αυτόν στον πωλητή του ακινήτου, αφού το δικαστήριο, όπως από την απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ως αληθές το περιστατικό αυτό.
Κατ' ακολουθίαν και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.9.2006 αίτηση της .... για αναίρεση της 4241/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα εξ εξακοσίων πενήντα [650] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ