Legislator Case Law & Legislation
436/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by two owners but allows it for three others regarding compensation for forced expropriation.

Case Number 436/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individual owners, S. K. and I. K., as it was filed outside the statutory two-month deadline. Conversely, the court allowed the appeals of the first three parties, including the anonymous company, overturning the lower court's decision on their compensation claims. The ruling established that while procedural timeliness is strict, the statutory cap on legal fees for Olympic-related expropriations does not violate constitutional property rights.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 para. 2 Const.; Art. 1 of Protocol 1 ECHR; Art. 9 of Law 2730/1999: The Supreme Court held that appeals filed after the statutory limitation period are inadmissible, but a statutory cap on attorney fees for Olympic expropriations does not violate constitutional property guarantees.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation statutory limitation period Olympic works expropriation attorney fee cap constitutional property rights appeal admissibility legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 para. 2 Const.
Art. 1 of Protocol 1 ECHR
Είναι επομένως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 § 11 ΚΠολΔ.
Law 2730/1999, Art. 9
Law 2882/2001, Art. 13 para. 4
Law 2598/1998, Art. 2 para. 16

Cited Case Law

AI generated
AP 915/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 436 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 436/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 2. Κ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ομοίως, 3. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 5. Ι. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-5-2002, 22-5-2003, 19-5-2003, 22-5-2003, 28-5-2003, 8-10-2003 και 27-1-2004 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 5043/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Ιουλίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. Α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται στην ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου.

Εξάλλου, το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 ("Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", άρθρ. 13 § 4 του ν.δ. 797/1971) ορίζει στην παράγραφο 4 ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.

Εξάλλου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς. στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού - που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου - υφίσταται υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της απομείωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή διάταξη ζημία για το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, δε θα αποκαθίστατο (Ολομ. ΑΠ. 31/2005). Περαιτέρω, κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά στην ελάσσονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: Ότι με την από 14.6.2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την εκτέλεση του Ολυμπιακού Έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής και ειδικότερα για την διάνοιξη και διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνος στο τμήμα Ζ' αυτής από τη χ.θ. 22+580.00 (η οποία βρίσκεται κοντά στην οδό …) έως τη χ.θ. 24+775.00 (η οποία βρίσκεται κοντά στην οδό …), καθώς επίσης από τη χ.θ. 26+178,62 (η οποία βρίσκεται κοντά στο ποδοσφαιρικό γήπεδο της …), έκτασης συνολικού εμβαδού 24.467,69 τ.μ.

Ότι η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου …. Ότι η περιοχή στην οποία βρίσκεται η ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση είναι αγροτική εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου …, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας (ΟΤΕ - ΔΕΗ) και από τακτική συγκοινωνία, εκτός από την αποχέτευση, υπάρχουν καταστήματα τοπικού ενδιαφέροντος και επιχειρήσεις με αυξανόμενη εμπορικότητα, η δε Λ.

Μ…. παρουσιάζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση. Ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων που ανήκουν στην περιοχή αυτή ανέρχεται σε 14,67 € το τ.μ. Ότι εντός της έκτασης αυτής περιλαμβάνονται και εδαφικές εκτάσεις των αιτούντων και συγκεκριμένα οι υπ' αριθ. κτημ. 124, 125, 16, 17 και 18 ιδιοκτησίες των αιτούντων. Ότι από την υπ' αριθ. 124 ιδιοκτησία της Κ.

Ρ. συνολικού εμβαδού 629,6 τ.μ. απαλλοτριώνονται 29,81 τ.μ. τα οποία χρεώνονται με αυτοαποζημίωση και απομένουν 599,79 τ.μ. ότι από την υπ' αρ. 125 ιδιοκτησία της Μ. Ρ., συνολικού εμβαδού 757,30 τ.μ., απαλλοτριώνονται 96,79 τ.μ. τα οποία χρεώνονται με αυτοαποζημίωση και απομένουν 660,51 τ.μ. Ότι από την υπ' αρ. 16 ιδιοκτησία της αιτούσας εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." απαλλοτριώνονται 126,90 τ.μ. εκ των οποίων τα 89,02 τ.μ. χρεώνονται με αυτοαποζημίωση και απομένουν 771,1 τ.μ. Ότι από την υπ' αρ. 17 ιδιοκτησία της Σ. Κ., συνολικού εμβαδού 661,65 τ.μ., απαλλοτριώνονται 112,69 τ.μ. εκ των οποίων τα 111,04 τ.μ. χρεώνονται με αυτοαποζημίωση και απομένουν 548,96 τ.μ. και ότι από την υπ' αρ. 18 ιδιοκτησία του Ι.

Κ., συνολικού εμβαδού 518,74 τ.μ., απαλλοτριώνονται 100 τ.μ., από τα οποία 67,06 τ.μ. χρεώνονται με αυτοαποζημίωση και απομένουν 418,74 τ.μ. Ότι εντός της απαλλοτριωθείσης έκτασης υπάρχει κτίσμα πλακοσκεπές, συνολικού όγκου 400 κ.μ., εντός του οποίου λειτουργεί κατάστημα κοπής, επεξεργασίας και εμπορίας μαρμάρων, συρματόπλεγμα πολύ καλής κατασκευής και τσιμεντόστρωση πολύ καλής κατασκευής.

Ότι οι υπ' αρ. ΚΠ 124, 125, 16, 17 και 18 ιδιοκτησίες είχαν αρχικά εμβαδόν 629,6 τ.μ., 757,30 τ.μ., 898 τ.μ., 661,65 τ.μ. και 518,74 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απέμειναν 599,79 τ.μ., 660,65 τ.μ., 771,1 τ.μ., 548,96 τ.μ. και 418,74 τ.μ. αντίστοιχα. Ότι η πρώτη (124) ήταν και πριν την απαλλοτρίωση μη άρτια και οικοδομήσιμη σύμφωνα με το π.δ. της 5/13.12.1979 (ΦΕΚ Δ' 707/79) που ίσχυε για την περιοχή και έπρεπε να έχει εμβαδόν 750 μ., πρόσωπο σε εθνικό οδό πλέον των 10 μ., και βάθος πλέον των 15 μ.

Ότι ωστόσο υφίσταται μείωση κατά τη χρήση του ως αγροτεμάχιο κατά την απόδοση της καλλιέργειάς του κατά 20%. Ότι η δεύτερη (αριθ. 125) έκταση μετά την απαλλοτρίωση έχει μέσο βάθος 44 μ. - 45 μ. και για τον ίδιο ανωτέρω λόγο υφίσταται μείωση η οποία ανέρχεται σε 20%. Ότι η τρίτη (16) μετά την αφαίρεση του απαλλοτριουμένου τμήματος εξακολουθεί να είναι άρτια και οικοδομήσιμη, διότι έχει επιφάνεια πλέον των 750 τ.μ., σε περίπτωση δόμησής του θα χάσει σε οικοδομήσιμο χώρο 126,90 Χ Σ.Δ., και έτσι υφίσταται μείωση η οποία ανέρχεται σε 20%.

Ότι η τέταρτη (17) ήταν πριν την απαλλοτρίωση μη άρτια και οικοδομήσιμη, η αξία της μετά την κατάτμηση υφίσταται μείωση, ενόψει της δυνατότητας ένταξής της σε σχέδιο πόλης τότε μπορεί να οικοδομηθεί, οπότε θα χάσει δομήσιμο χώρο 99,03 Χ Σ.Δ. και έτσι η μείωση που υφίσταται ανέρχεται σε 20%. Ότι η πέμπτη (18) ήταν και πριν την απαλλοτρίωση, λόγω του εμβαδού που είχε, μη άρτια και οικοδομήσιμη, η αξία της μετά την κατάτμηση υφίσταται μείωση, είναι δυνατή η ένταξή της σε σχέδιο πόλης οπότε θα χάσει δομήσιμο χώρο 79,63% Χ Σ.Δ., εντός της ιδιοκτησίας υπάρχει κατάστημα και λειτουργεί σε αυτό επιχείρηση κοπής, επεξεργασίας και εμπορίας μαρμάρων, μετά τη ρυμοτόμηση λωρίδας πλάτους 4 μ., στην πρόσοψη του ακινήτου αυτού, αχρηστεύεται ανάλογα ο χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών και εναποθήκευση εμπορευμάτων και έτσι το εναπομείναν ακίνητο υφίσταται μείωση κατά 30%.

Ότι το κτίσμα (κατάστημα) δεν υφίσταται μείωση διότι εξακολουθεί να λειτουργεί ο χώρος αυτός, ενώ εξάλλου για τη μερική αχρήστευση του γηπέδου προσδιορίζεται αποζημίωση. Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης το Εφετείο, αφού παραθέτει και συγκρίνει τα επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία, καθόρισε: 1) την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις των ως άνω ακινήτων στο ποσό των 190,00 Ευρώ ανά τ.μ., ποσό που έκρινε ότι αντιστοιχούσε στην πλήρη αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων κατά τον χρόνο της ενώπιόν του συζήτησης της αίτησης των αναιρεσειόντων (δικασίμου 20.4.2004), λόγω του ότι είχε μεσολαβήσει χρονικό διάστημα μείζον του έτους από την ημερομηνία της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου συζήτησης και η κρινόμενη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπό την ισχύ του άρθρου 17 παρ. 2 εδαφ.

γ' του Συντάγματος του 2001 και 2) ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων λόγω μειώσεως της αξίας αυτών για μεν την υπ' αριθμ. 18 ιδιοκτησία σε 30% για δε τις λοιπές σε 20% επί της καθορισθείσης τιμής μονάδας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναφορικά προς το ύψος της αξίας των απαλλοτριωθέντων τμημάτων και άρθρ. 13 § 4 του Ν. 2882/2001 και για αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό: 1) της πλήρους αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων και 2) της επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων.

Οι ειδικώτερες αιτιάσεις που διατυπώνονται με το λόγο αυτό στο αναιρετήριο αφορούν την εκτίμηση αποδείξεων. Για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

ΙΙ. Επειδή με την από 19.5.2003 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει εκ του παραδεκτώς επισκοπούμενου περιεχομένου της, δεν υπέβαλαν αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εκ της μειώσεως των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ως είρηται ιδιοκτησιών τους οφειλομένης στην εκτέλεση του έργου (βλ. αιτητικό της εν λόγω αιτήσεως). Για αυτό και το Εφετείο δεν ηδύνατο να επιληφθεί της εκδικάσεως τοιούτου αιτήματος και μάλιστα στο φυλ. 5 της προσβαλλομένης, όπου αναφέρονται τα αιτήματα της αιτήσεως των αναιρεσειόντων δεν γίνεται μνεία τοιούτου αιτήματος.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για παραβίαση των ως άνω διατάξεων, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προσκομίσθηκαν απαράδεκτα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα εξής έγγραφα, ήτοι: 1) τα υπ' αριθμ. ...43/98, ...42/98, ...47/98 και …02/98 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Μ. Λ. και Σ. Β. και 2) τις υπ' αριθμ. 220/03, 53/03 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3) τα από 1.7.1999 και 2.3.2001 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και από 18.10/10.2003 φύλλο εφημερίδας της Κυβέρνησης, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Όμως, από τη διαβεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Είναι επομένως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 § 11 ΚΠολΔ.

IV. Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 έως και 3 του Ν. 2971/2001 (έχοντος εφαρμογήν και στην προκειμένη απαλλοτρίωση, η οποία κηρύχθηκε με την υπ'αριθ. 14.6.2002 πράξη νομοθετικού περιεχομένου) σαφώς προκύπτει ότι το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατόπιν αιτήσεως την οποίαν υποβάλλει ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας.

Η αίτηση αυτή υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 § 14 ΚΠολΔ αποδίδουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα αυτών (αναιρεσειόντων) βάσει του οποίου ζητούσαν να θεωρηθεί ότι τα τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν λόγω του έργου της απαλλοτριώσεως με την αιτιολογία ότι υποβλήθησαν εκπροθέσμως οι σχετικές αιτήσεις, δηλαδή μετά την πάροδο των δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως του Προσωρινού Προσδιορισμού.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 § 14 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντας (ήτοι την Μ. Ρ., Κ. Ρ. και Α.Ε. ...), διότι: 1) Όσον αφορά την ειρημένην εταιρίαν (τρίτη αναιρεσείουσα) αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 2345/29-11-02 αποφάσεως του Μονομ.

Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ήταν διάδικος στην δίκη προσωρινού προσδιορισμού του υπ' αριθμ. 16 ακινήτου της.

Συνεπώς για την αναιρεσείουσα αυτή η οποία υπέβαλε στον φορέα του έργου της απαλλοτριώσεως την αίτηση της την 11-6-03 δεν τίθεται θέμα εκπροθέσμου της αιτήσεως. 2) Οι πρώτη και δευτέρα των αναιρεσειουσών (Μ. Ρ. και Κ. Ρ.) ναι μεν συμμετείχαν στη δίκη προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως για τις υπ' αριθμ. 125 και 124 ιδιοκτησίες τους (για τμήματα 96,79 μ2 και 29,81 μ2 αντιστοίχως των οποίων υπεχρεώθησαν σε αυτοαποζημίωση), πλην όμως οι αναιρεσείουσες αυτές υπέβαλαν τις από 29-1-2003 αιτήσεις τους εντός της μνησθείσης διμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Μον.

Πρωτοδικείου (28-11-02), ήτοι την 29-1-03 (βλεπ. και συνημμένες στην δικογραφία εκθέσεις της επιτροπής του άρθρ. 33 του Ν. 2971/01 όπου αναφέρεται η εμπρόθεσμη υποβολή των αιτήσεων των εν λόγω διαδίκων). Κατ' ακολουθίαν τούτων ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντας πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος της αυτό της μη ερεύνης του αιτήματος να μη υποχρεωθούν σε αυτοαποζημίωση).

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους αναιρεσείοντας Σ. Κ. και Ι. Κ., διότι όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (6ον φύλλον αυτής αριθμ. 24 και 25) οι αναιρεσείοντες αυτοί ήσαν διάδικοι στη δίκη προσωρινού προσδιορισμού και παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σ.

Θ., υπέβαλαν δε την ως άνω αίτησή τους την 11-6-03, ήτοι μετά την παρέλευση της προαναφερομένης ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από την δημοσίευση της αποφάσεως του προσωρινού προσδιορισμού.-

V. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των ολυμπιακών έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές, προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 100 παρ. 1 επ.

του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικα περί Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή, με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης ούτε εκείνη της ΕΣΔΑ (Α.Π. 915/2003).

Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίστηκε επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου. Επομένως, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ για παράβαση της άνω διατάξεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

- Απορρίπτει την από 25.7.05 αίτηση των Σ. Κ. και Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5043/04 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας αυτούς (4ην και 5ον) στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποίαν ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) Ευρώ.- Β)

- Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5043/04 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντας και κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης.

- Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.-

Και

- Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των εν λόγω (τριών πρώτων) αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ