Legislator Case Law & Legislation
435/2022 AI generated

435/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 435/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

435/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20.02.2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (εντός τριάντα ημερών), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 22.1.2020, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ. Σ. Δ., που υπάρχει στο πρώτο φύλο του αντιγράφου της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement early termination voluntary withdrawal termination of service forfeiture of shareholder rights termination agreement
AI generated
1837/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1445/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1519/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2010 αγωγή του αποβιώσαντος Δ.
504/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8385/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1010/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2022 αίτηση και τους από 12-9-2023 προσθέτους λόγους αυτής.
43/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 435 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 435/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 19) …. Οι 1ος ,2ος ,3ος, 4ος, 6ος, 7η, 8ος, 9ος, 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11/10/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι 11η, 12η, 13η, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18η και 19η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11/10/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις κοινές με της με αριθμό 14 υπόθεση της ίδιας δικασίμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6069/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 18/2/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18.02.2020 και με αριθμό κατάθεσης 1738/173/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6069/4.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά της εκδοθείσας με την ίδια διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 16.10.2015 (με αριθμό κατάθεσης 6324/27.10.2015) έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/21.3.2011 αγωγή των εναγόντων -αναιρεσίβλητων κατά του δεύτερου εναγομένου- δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού και κατά των πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τρίτου εναγομένου -εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη).

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένου -τρίτου εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, που στηριζόταν στην ακυρότητα των εκ μέρους της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης από 30.12.2010 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων λόγω παραβίασης των διατάξεων του ν. 1387/1983 και των Οδηγιών 75/129/ΕΟΚ και 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί ομαδικών απολύσεων και δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη τη με αρίθμηση (4) βάση της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες-εκκαλούντες -αναιρεσίβλητοι επικαλούντο ότι οι από 30.12.2010 καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις οποίες την 1.9.2009 είχαν συνάψει με την πρώτη εναγομένη- πρώτη εφεσίβλητη, ήταν άκυρες, καθόσον έγιναν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3895/2010, που είναι αντισυνταγματικές ως παραβιάζουσες τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και σύμφωνα με την παραδοχή αυτή:

α) αναγνώρισε την ακυρότητα της εκ μέρους της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης από 30.12.2010 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων, β) αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης και του δεύτερου εναγομένου- δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, (ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης) να καταβάλουν εις ολόκληρον σε κάθε ενάγοντα -εκκαλούντα -αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.816 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας που αφορούσαν στη χρονική περίοδο από 30.12.2010 μέχρι 30.1.2013, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός κατέστη απαιτητός και γ) υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο εφεσίβλητο -αναιρεσείοντα να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων- εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων με απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για κάθε ενάγοντα και για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του δεύτερου εναγομένου- δεύτερου εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος στην ως άνω διάταξή του.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 20.02.2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (εντός τριάντα ημερών), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 22.1.2020, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Γ. Σ. Δ., που υπάρχει στο πρώτο φύλο του αντιγράφου της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Η αίτηση, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

1.Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι: "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 98/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.6.1992.

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ' ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β').

Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β' ).

Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενο" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).

Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Εξάλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018).

Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998).

2. Ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε) (δηλαδή ο αναιρεσείων) είναι ο ελληνικός οργανισμός πληρωμών, που συνεστήθη με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α 200/27.8.1998) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. εγκρίθηκε ως Οργανισμός Πληρωμών προσωρινά με την Υπουργική Απόφαση 379286/2.8.2001 (ΦΕΚ Β 1102/22-8-2001) και οριστικά με την Υπουργική Απόφαση 271562/1.8.2002 (ΦΕΚ 1042 Β/8-8-2001), ενώ αναγνωρίσθηκε και εγκρίθηκε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως Οργανισμός Πληρωμών κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής και στο Παράρτημά του (άρθρο 1 επ.

του άνω Κανονισμού). Με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 2732/1999 ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. μετασχηματίσθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), ορίσθηκε όμως ότι λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας. Σκοπός του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδρυτικού του νόμου 2637/1998, όπως αυτό ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με το άρθρο 4 του ν. 2732/1999 (ΦΕΚ Α' 154), το άρθρο 24 του ν. 2945/2001 (ΦΕΚ Α' 223) το άρθρο 29 του ν.3147/2003 και το άρθρο 3 του ν. 3508/2006 (ΦΕΚ 249 Α') είναι η διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.), του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Γ.Τ.Α.Α.) και του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου (Ε.Α.Τ.) δυνάμει των Κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005 και 1698/2005 του Συμβουλίου, όπως αυτοί ισχύουν, σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας και η πρόληψη και η πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των ανωτέρω πιστώσεων, όπως και η ανάκτηση τυχόν χρηματικών ποσών, που έχουν καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως. 3.

Με το ν. 2637/1998 ( ΦΕΚ Α 200) και το κεφάλαιο Ε' με τίτλο "ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΤΑΙΡΙΑΣ "...''" ορίζεται στο άρθρο 46, όπως οι παρ. 1 και 3 αυτού τροποποιήθηκαν με τις παραγράφους 23 και 24 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 ( ΦΕΚ Α 223), ότι: "1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα για την αξιοποίηση της αγροτικής γης, με την επωνυμία "..." [...]. . 2..... 3.

Η εταιρία εδρεύει στην Αθήνα, λειτουργεί χάρη του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στον παρόντα νόμο. Η εταιρία δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σε αυτήν οι διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους.

Η διάρκεια της εταιρίας είναι πενήντα έτη και μπορεί να παραταθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. 4. Ο Υπουργός Γεωργίας ασκεί στην εταιρία την εποπτεία και τον έλεγχο που έχει σύμφωνα με το νόμο για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Η εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης στην εταιρία διατηρείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις".

Στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 47 του ίδιου νόμου, το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο "Σκοπός, πόροι", ορίζεται ότι: "1.Σκοπός της εταιρίας είναι η συμβολή της στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγροτικής οικονομίας και στην ανάπτυξη της υπαίθρου, κυρίως μέσω της αναδιάρθρωσης και της βελτίωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και της καλύτερης δυνατής αξιοποίησης της αγροτικής γης. 2.

Ειδικότερα η Εταιρία επιδιώκει: α) Την αποτελεσματικότερη λειτουργία της αγοράς της αγροτικής γης, κυρίως με τη βελτίωση των διαδικασιών και των προϋποθέσεων αξιοποίησης των αγροτικών εκτάσεων. β) Τη διατήρηση ή δημιουργία βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη βελτίωση της απόδοσής τους με την αύξηση της έκτασης και τη συγκέντρωσή τους, την ανάληψη κατάλληλων επενδυτικών πρωτοβουλιών, την εισαγωγή σύγχρονης τεχνολογίας και σύγχρονων πρακτικών διαχείρισης, καθώς και τη διάχυση των αναγκαίων πληροφοριών, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ο καλύτερος συνδυασμός εγγείου, ανθρώπινου, υλικού και άυλου κεφαλαίου.

γ) Την υποστήριξη και διευκόλυνση της εγκατάστασης νέων αγροτών σε αγροτικές εκτάσεις και γενικότερα τη διατήρηση των αγροτών στην ύπαιθρο", στη δε παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου, στην οποία προστέθηκε περίπτωση θ' και η περίπτωση θ' αναριθμήθηκε σε ι' με το άρθρο 16 παρ 1 του ν. 3790/2009 ( ΦΕΚ Α 143) ορίζεται ότι: "Για την εξυπηρέτηση του σκοπού και των στόχων της η εταιρία διενεργεί κάθε είδους δραστηριότητες στις οποίες περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, οι ακόλουθες:

α) Η συγκέντρωση, τήρηση και μέριμνα παροχής πληροφοριών σχετικά με τις προσφερόμενες για μίσθωση, πώληση, ανταλλαγή, μεταφορά, ομαδοποίηση, ανάπτυξη, διαχείριση ή άλλης μορφής αξιοποίηση αγροτικών εκτάσεων και αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε όλη τη χώρα. β) Η μέριμνα για την αξιολόγηση και αποτίμηση της αγοραίας αξίας των διαθεσίμων για μίσθωση, πώληση ή ανταλλαγή αγροτικών εκμεταλλεύσεων, έτσι ώστε να υπάρχει καλύτερη ενημέρωση των ενδιαφερόμενων αγροτών.

γ) Η αγορά ή διαχείριση αγροτικών εκτάσεων οι οποίες, μετά την εκτέλεση των κατά την κρίση της εταιρίας αναγκαίων βελτιώσεων, θα πωλούνται, θα εκμισθώνονται ή θα μεταβιβάζονται κατά τις διατάξεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης σε ενδιαφερόμενους, που έχουν τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησής τους. δ) Η ανάληψη με συμβάσεις που συνάπτει με το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλους φορείς, Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ν.Π.Ι.Δ. ή φυσικά πρόσωπα, της διαχείρισης καλλιεργήσιμων εκτάσεων ή εγκαταλελειμμένων εκτάσεων ή εκτάσεων που τίθενται προσωρινά ή μόνιμα εκτός καλλιέργειας ως αποτέλεσμα εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων. ε) Η διαχείριση σύμφωνα με τους στόχους της εταιρίας, κοινόχρηστων, διαθέσιμων ή άλλων εκτάσεων και ακινήτων του Δημοσίου που παραχωρούνται στην εταιρεία.

στ) Η παροχή γνωμοδοτήσεων και συμβουλών προς τους ενδιαφερόμενους αγρότες για την εγκατάστασή τους σε νέες αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών που θα συμβάλλουν στη βελτίωση της απόδοσης των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων και με την αξιοποίηση εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων.

ζ) Η εκπόνηση κάθε είδους μελετών στα πλαίσια του σκοπού και των στόχων της εταιρίας και η υποβολή προτάσεων προς τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου για την προώθηση των στόχων αυτών και ιδιαίτερα τη βελτίωση των εγγείων διαρθρώσεων των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. η) Η ανταλλαγή ιδιωτικών δασικών εκτάσεων με άλλες αγροτικές εκτάσεις [....].

θ) Η χαρτογράφηση των εποικιστικών εκτάσεων αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η δημιουργία του χαρτογραφικού υποβάθρου της χώρας, η παρακολούθηση και η συνεχής επικαιροποίησή του. ι') Η διενέργεια οποιασδήποτε άλλης εργασίας ή δραστηριότητας που σχετίζεται με τους ευρύτερους σκοπούς της εταιρείας".

Στην παρ. 6 του άρθρου 47 του νόμου 2637/1998, μετά τη συμπλήρωσή της με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3790/2009, ορίζεται ότι: "Πόροι της εταιρίας είναι: Επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, έσοδα από τη συμμετοχή σε εθνικά και κοινοτικά προγράμματα, έσοδα από την πώληση και γενικότερα από τη διαχείριση αγροτικών εκτάσεων, πρόσοδοι από την περιουσία της, έσοδα από την εκποίηση εκτάσεων που παραχωρούνται στην εταιρία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, έσοδα από την παροχή υπηρεσιών και την εκτέλεση εργασιών, έσοδα από τη σύναψη δανείων και από τους τόκους των κάθε είδους κεφαλαίων της και από κάθε είδους επιχορηγήσεις, εισφορές, δωρεές, κληροδοτήματα, κληρονομίες και κληροδοσίες.

Ειδικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων της περίπτωσης θ` της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η προκαλούμενη δαπάνη και μέχρι του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) ευρώ, καλύπτεται με επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, με ισόποση μείωση των πιστώσεων των αντίστοιχων προγραμμάτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το δε ακριβές ύψος της επιχορήγησης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων".

Περαιτέρω με το ν. 3895/2010 (ΦΕΚ Α 206/8.12.2010) η ανώνυμη εταιρεία "..." λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση. Συγκεκριμένα, με το υπό τον τίτλο "Λύση ανωνύμων εταιρειών" άρθρο 2 του ν. 3895/2010 "Κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών, οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα" (ΦΕΚ Α 206) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου:

α) .... β) Λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν ο παρών και ο ιδρυτικός τους νόμος, το οικείο καταστατικό, ο κ.ν. 2190/1920 και οι λοιπές κείμενες διατάξεις, οι πιο κάτω ανώνυμες εταιρείες: αα) ..... ββ)... γγ) Η Εταιρεία Αξιοποίησης Αγροτικής Γης ΑΕ "..." που συνεστήθη με το άρθρο 46 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ 200 Α), όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 23 και 24 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 (ΦΕΚ 223 Α).

Η αρμοδιότητα της εταιρείας που προβλέπεται από την περίπτωση θ` της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 2637/1998, που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ 143Α`), καταργείται. Οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που προσελήφθη τελευταίο στην "..." για την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, η ισχύς των οποίων άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 2009, καθώς και οι συμβάσεις των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί στην εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής καταγγέλλονται τηρουμένων των προβλέψεων της εργατικής νομοθεσίας.

Το ψηφιακό αρχείο δεδομένων της "..." περιέρχεται στον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.). 2. α) Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι δικηγόροι που έχουν προσληφθεί με σχέση έμμισθης εντολής και υπηρετούν, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, στις πιο πάνω εταιρείες που λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της υποπερίπτωσης γγ` της περίπτωσης β` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, μπορούν με αίτησή τους να μεταφέρονται με την ίδια σχέση εργασίας στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

για τους υπηρετούντες στην "..." [...] ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας των Υπουργείων, τα οποία ασκούν εποπτεία στις υπό λύση και εκκαθάριση εταιρείες, ή σε υπηρεσίες των Υπουργείων αυτών ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητες αρχές, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν από σχετικά αιτήματα των φορέων.

β) Η μεταφορά με την ίδια σχέση εργασίας του παραπάνω προσωπικού των υπό λύση και εκκαθάριση εταιρειών γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, σε νομό επιλογής του ενδιαφερομένου εφόσον υπάρχει κενή θέση και υπηρεσιακές ανάγκες σε φορέα του νομού αυτού. Για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά πρέπει ο ενδιαφερόμενος, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης της περίπτωσης δ` της παραγράφου αυτής, να υποβάλει αίτηση στη Διεύθυνση Διοικητικού του Υπουργείου που εποπτεύει κατά περίπτωση την υπό λύση και εκκαθάριση εταιρεία, με την οποία εκφράζεται η προτίμησή του για μεταφορά, στην οποία αναφέρεται και ο νομός επιλογής του.

Η μεταφορά με την ίδια σχέση εργασίας γίνεται σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση μεταφοράς με την ίδια σχέση εργασίας αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερομένου.

γ) Η μεταφορά του προσωπικού γίνεται με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, του Υπουργού Οικονομικών, του εποπτεύοντος την υπό λύση και εκκαθάριση εταιρεία Υπουργού και άλλων συναρμόδιων Υπουργών. δ) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ρυθμίζονται θέματα υποβολής των αιτήσεων και των δικαιολογητικών που τις συνοδεύουν, διαδικασίας, επιλογής υπηρεσίας ή φορέα, κριτηρίων που αφορούν στη σειρά προτεραιότητας του μεταφερόμενου προσωπικού, συγκρότησης επιτροπής στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για την επιλογή και διάθεση του προσωπικού στους φορείς υποδοχής, όπως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. [....]".

Εξ άλλου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3895/2010, η λύση και εκκαθάριση των αναφερομένων στην παρ. 1 περ. β του άρθρου 2 τριών (3) ανωνύμων εταιρειών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η "...", αποτελεί ένα από τα μέτρα για την επίτευξη της επιδιωκόμενης με το νόμο αυτό ορθολογικής αναδιάρθρωσης του Δημόσιου Τομέα με σκοπό τον περιορισμό του εύρους του, ώστε να διοικείται αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα.

Στην ίδια αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι η καταγγελία των ισχυουσών από 1.9.2009 συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της "...", που προσελήφθη με βάση την από 4.8.2009 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και το από 14.8.2009 πρακτικό της 229ης Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αυτής, "επέρχεται" λόγω της κατάργησης της εν λόγω εταιρείας και της μη μεταφοράς σε άλλο φορέα των αρμοδιοτήτων της, μεταξύ των οποίων και η αναφερόμενη στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3790/2009, για την άσκηση της οποίας προσλήφθηκε από 1.9.2009 το προσωπικό τούτο.

Στη συνέχεια, κατ' επίκληση των διατάξεων του ν. 3895/2010 εκδόθηκε η ΔΙΠΙΔΔ/Β.10Α.Ε./1/ΟΙΚ.26759/22-12-2010 απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β'23-12-2010), με την οποία αφενός ορίσθηκε ως φορέας υποδοχής των υπηρετούντων πριν από την 1.9. 2009 στην "..." ο "ΟΠΕΚΕΠΕ" - και σε περίπτωση αδυναμίας απορρόφησης του συνόλου αυτών άλλος φορέας ή υπηρεσία του εποπτεύοντος Υπουργείου - και ως αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης ένας μήνας από τη δημοσίευση της υπουργικής αυτής απόφασης, και αφετέρου καθορίσθηκαν τα κριτήρια για τη μεταφορά, ο τρόπος υποβολής της αίτησης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία επιλογής της υπηρεσίας ή του φορέα επιλογής.

Από τις ως άνω ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπ. γγ και παρ. 2 περ. α, β, γ και δ του ν. 3895/2010 προκύπτει ότι με την εκ του νόμου λύση και θέση σε εκκαθάριση της εταιρείας "...", αυτή σταμάτησε να ασκεί οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα προς επίτευξη των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 47 του ν. 2637/1998 σκοπών της και έπαυσε να απασχολεί προσωπικό, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (και συγκεκριμένα εκείνο του οποίου η σύμβαση εργασίας άρχισε την 1.9.2009) απολύθηκε, ενώ στο υπόλοιπο, κατά τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2 περ.

β, γ και δ του ν. 3895/2010 διαδικασίες (και όχι αυτοδικαίως), δόθηκε η δυνατότητα μεταφοράς είτε στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε είτε στους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 2 περ. α του ν. 3895/2010 φορείς και υπηρεσίες. Περαιτέρω, από τη συγκριτική επισκόπηση των παρατεθέντων άρθρων 47 και 14 του ν. 2637/1998 αντίστοιχα προκύπτει ότι ο σκοπός που επεδίωκε η ανώνυμη εταιρεία "...", αν και αυτός σχετιζόταν με τον οικονομικό κλάδο της γεωργίας, δεν ταυτιζόταν με τους σκοπούς που επιδιώκει ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε..

Συγκεκριμένα, ο σκοπός της "...", για την επίτευξη του οποίου δραστηριοποιείτο (άρθρο 47 του ν. 2637/1998), αφορούσε, συνοπτικά, τη διαχείριση και την αξιοποίηση των γεωργικών εκτάσεων, ενώ ο σκοπός και οι αρμοδιότητες του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (άρθρο 14 του ν. 2637/1998) συνίστανται, συνοπτικά, στην άσκηση ελεγκτικών αρμοδιοτήτων σχετικά με τη διαχείριση των πιστώσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Ε.), του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (Ε.Γ.Τ.Α.Α.) και του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου (Ε.Α.Τ.), ο σκοπός δε του αυτού δεν διευρύνθηκε μετά τη λύση της "...", με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων που ασκούσε η τελευταία.

Αντίθετα, με το νόμο που προέβλεψε τη λύση και θέση σε εκκαθάριση της "..." (δηλαδή το άρθρο 2 παρ. 2 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010), η αρμοδιότητά της, που προβλεπόταν από την περίπτωση θ της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 2637/1998, που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 το ν. 3790/2009, καταργήθηκε και μόνο το ψηφιακό αρχείο δεδομένων της περιήλθε στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., ενώ δεν υπήρξε νομοθετική ρύθμιση για τη μεταφορά των μη ρητά καταργηθεισών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες, όμως, σταμάτησαν να ασκούνται εξαιτίας της λύσης της "..." και της θέσης της σε εκκαθάριση.

Ενόψει αυτών, μεταξύ της λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση "..." και του "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε" δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 κατά την οποία "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος", καθώς και παραπέμπουσα σε αυτή διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920.

Επίσης, δεν τυγχάνουν εφαρμογής και τα άρθρα 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του Π.Δ/τος 178/2002, που εκδόθηκε προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 24.6.1992, η οποία κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ, τα οποία (άρθρα) αναπτύσσονται στη με αρίθμηση 1 νομική σκέψη. Τούτο διότι με την εκ του νόμου λύση και θέση σε εκκαθάριση της "Η ...", αυτή έπαυσε να υφίσταται ως οικονομική οντότητα που διατηρεί την ταυτότητά της ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και κατά πλάσμα δικαίου υφίσταται μόνο μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής (άρθρο 72 ΑΚ).

Συνεπώς, αφού από το νόμο εξέλιπε κάθε δυνατότητα μεταβίβασής της ως επιχείρηση, ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. που επίσης από το νόμο ορίσθηκε απλά ως ένας από τους φορείς μεταφοράς μόνο των εργαζομένων της "..." με συμβάσεις εργασίας προγενέστερες της 1.9.2009, δεν είναι διάδοχος εργοδότης είτε αυτών είτε του συνόλου των εργαζομένων της υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και δεν ενέχεται εις ολόκληρο με την "..." για την καταβολή μισθών υπερημερίας από τυχόν άκυρη απόλυση εργαζομένου της. 4.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται, δηλαδή, και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στην τελευταία περίπτωση (της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας) η απόφαση ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Επειδή δε το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, καθώς και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 656/2019) και όχι εκείνον του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 444/2019). 5.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της ίδιας αίτησης, που ερευνώνται ενιαία, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη, με αριθμό 6069/2019, απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια της από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/21.3.2011 αγωγής των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου -δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε", ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης εταιρείας "Εταιρεία Αξιοποίησης Αγροτικής Γης ..." αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν. 3895/2010, των άρθρων 13, 14, 46, 47 του ν. 2637/1998 και των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920 και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του π.δ. 178/2002, και δεν κήρυξε το απαράδεκτο της άσκησης της ως άνω αγωγής κατά του αναιρεσείοντος, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και παραδεκτά είχε προτείνει πρωτοδίκως ως δεύτερος εναγόμενος και επανέφερε προς κρίση ως δεύτερος εφεσίβλητος με τις από 5.11.2018 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του ελέγχου των ως άνω αναιρετικών λόγων, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/2011 αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ...", (μη διαδίκου σε αυτή την αναιρετική δίκη), κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, Προσανατολισμού και Εγγυήσεων Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." και κατά του τρίτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (επίσης μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), όπως το αίτημά της μετατράπηκε παραδεκτά από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι την 1.9.2009 προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη, η οποία λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και εποπτεύεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, χωρίς ωστόσο να υπάγεται στις εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με τις επιμέρους αναφερόμενες για κάθε ενάγοντα ειδικότητες.

Ότι μετά την πάροδο διμήνου από την πρόσληψή τους εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της και ότι εργάσθηκαν μέχρι και τις 30.12.2010, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους κατ' επιταγή του άρθρου 2 του ν. 3895/2010, στο οποίο προβλέφθηκε η λύση της και η θέση της σε εκκαθάριση, καθώς και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ως προσληφθέντων την 1.9.2009, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζομένους της πρώτης εναγομένης, για τους οποίους με τις ίδιες διατάξεις προβλέφθηκε η με αίτησή τους μεταφορά με την ίδια σχέση εργασίας στον δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες, καθόσον, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3895/2010, που επέβαλαν στην πρώτη εναγομένη την καταγγελία: :α) αντίκεινται στην Οδηγία 75/129/ΕΟΚ, η οποία ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων και η οποία συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την Οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, β) στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, γ) στις αναφερόμενες στην αγωγή διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου, που αφορούν τον τομέα της γεωργίας και δ) στην κατοχυρωμένη το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Ότι αυτοί διαμαρτυρήθηκαν για την άκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και ότι δήλωσαν τόσο προς την πρώτη εναγομένη, όσο και προς τον δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα, καθώς και στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (εσωτερική μη αυτόνομη υπηρεσία του τρίτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου), ότι διατηρούν τις υπηρεσίες τους στη διάθεσή τους, τις οποίες, όμως οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται, με αποτέλεσμα να γίνουν υπερήμεροι και να τους οφείλουν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της απόλυσής τους μέχρι και την 30.1.2013, που με βάση τις μικτές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την απόλυσή τους ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 36.816 ευρώ για κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο.

Ότι τα ως άνω ποσά οφείλουν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι με βάση τη σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε, άλλως, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από το γεγονός το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δια των αρμοδίων του οργάνων, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος αρνήθηκε, άλλως παρέλειψε από πρόθεση να τους δώσει τη δυνατότητα να συνεχίσουν την απασχόλησή τους με τη μεταφορά τους σε φορείς του δημοσίου, χωρίς η άρνηση ή η παράλειψη αυτή να δικαιολογείται από λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι ζήτησαν: α) να κριθεί άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την πρώτη εναγομένη, β) να υποχρεωθεί το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους μεταφέρει, με την ίδια σχέση εργασίας που είχαν μέχρι και την ημεροχρονολογία καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την υπό λύση και εκκαθάριση πρώτη εναγομένη, στον δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα "Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε." ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ή σε υπηρεσίες του εν λόγω Υπουργείου ή σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητες αρχές, ν.π.δ.δ.

και Ο.Τ.Α πρώτου και δεύτερου βαθμού, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν από σχετικά αιτήματα των φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3895/2010, γ) να υποχρεωθούν σε ολόκληρο το τρίτο εναγόμενο, ο δεύτερος εναγόμενος -αναιρεσείων, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος φορέας αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, που ασκεί εποπτεία στην υπό λύση και εκκαθάριση πρώτη εναγομένη, να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους και να τους προσλάβουν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως συνέβη με τους λοιπούς μισθωτούς της πρώτης εναγομένης, στους οποίους δόθηκε το δικαίωμα μετάταξης, για κάθε δε ημέρα άρνησής τους να τους καταβάλουν ως ποινή 300 ευρώ και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο για μισθούς υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός κατέστη απαιτητός, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με τη με αριθμό 141/2015 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτης και τρίτου εναγομένων ως μη νόμιμη.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι άσκησαν καθ' όλων των εναγομένων την από 16.10.2015 (με αριθμό κατάθεσης 6324/2015) έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 6069/2019, απόφασή του δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία ...

ιδρύθηκε με το ν. 2637/1998 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους ν. 2945/2001, 3147/2003, 3399/2005 και 3970/2009. [...]. Κατ' εφαρμογή των άρθρων 5 παρ. 12 ν. 2229/1994 και 7 περ. 3 εδ. β ν. 1955/1991 οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από 1.9.2009 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. [...]. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3895/2010 η ... λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση, το προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή σε άλλο φορέα αρμοδιότητας των Υπουργείων που ασκούν εποπτεία στις υπό λύση εταιρείες.

Όμως για το προσωπικό που προσλήφθηκε από 1.9.2009 προβλέφθηκε βάσει του ίδιου νόμου η καταγγελία τηρουμένων των προβλέψεων της εργατικής νομοθεσίας. Η πρώτη εναγόμενη κατ' επιταγή της παραπάνω διάταξης κατήγγειλε την 31.12.2010 τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων. Η εν λόγω διάταξη κατά τα προαναφερθέντα είναι καταφανώς αντισυνταγματική, αφού μόνο ο χρόνος πρόσληψης των εναγόντων αποτελεί ανεπίτρεπτο χαρακτηριστικό για την απόλυσή τους χωρίς να μεσολαβήσουν αντικειμενικά κριτήρια όπως η εξέταση της υπηρεσιακής απόδοσής τους, κοινωνικά και οικογενειακά κριτήρια κ.λ.π.

Περαιτέρω δεν γίνεται νομοθετικά επίκληση κάποιου λόγου γενικότερου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη διαφορετική ρύθμιση και συνεπώς την αντιμετώπιση εργαζομένων που εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας και προσλήφθηκαν με τις ίδιες νόμιμες διαδικασίες. Δεν δικαιολογεί ο νομοθέτης πώς κάτω από τις πρωτοφανείς δυσμενείς οικονομικά συνθήκες που βρέθηκαν οι εργαζόμενοι, όπως οι ενάγοντες, αποτελεί μέσο δημοσιονομικής "σωτηρίας" η απόλυση των εναγόντων, ενώ η διατήρηση εργασίας για τους προσληφθέντες πριν τη 1.9.2009 είναι μέτρο αναγκαίο δημοσιονομικό και κοινωνικής ισότητας.

Είναι προφανές πως ο χρόνος πρόσληψης των εναγόντων αποτελεί, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, σημείο κοινωνικού αποκλεισμού αφού η απόλυσή τους σε αντικειμενικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες αποτελεί δυσβάσταχτο επακόλουθο για την ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική τους οντότητα. Η αυθαίρετη αντιμετώπιση των εναγόντων εκ μέρους του νομοθέτη και συνακόλουθα εκ μέρους του αρχικού εργοδότη τους μπορεί να αντιμετωπισθεί βάσει των προαναφερθέντων μόνο με την επέκταση της σύμφωνης ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 2 περ. 9 (εννοείται περ.

α) Ν. 3895/2010 και στους ενάγοντες. Η καταγγελία συνεπώς είναι άκυρη γιατί έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4§1 και 22§1 του Συντάγματος και πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των γενομένων καταγγελιών και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των α και β' εναγόμενων (ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου του ΟΠΕΚΕΠΕ της α εναγόμενης) να καταβάλουν εις ολόκληρον (άρθρο 4§1 ΠΔ 178/2002) σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 36.816 ευρώ (μισθοί υπερημερίας 30.12.2010 έως 30.1.2013, 2μ [ενν. 24 μήνες] X 1.534 τελευταία μηνιαία αποδοχή) νομιμοτόκως από το τέλος έκαστου μηνός που κάθε παροχή κατέστη απαιτητή. [...] Πρέπει δε ο δεύτερος εναγόμενος ΟΠΕΚΕΠΕ (ήδη αναιρεσείων) να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) με απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, δεκτής γενομένης της αγωγής ως βάσιμης εν μέρει.[....].

Επίσης η αγωγή όσον αφορά το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είναι απορριπτέα ελλείψει δικαιοδοσίας, αφού η αγωγή αποζημίωσης σε βάρος του είναι αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων η δε απασχόληση των εναγόντων στον ΟΠΕΚΕΠΕ βαρύνει το β' εναγόμενο και όχι το Ελληνικό Δημόσιο με το οποίο δεν υπάρχει συμβατική σχέση.".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές και την κρίση στην οποία κατέληξε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε τη με αριθμό 141/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, όπως αναφέρθηκε, είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 10.3.2010 (ορθό 2011) αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος και ως μη νόμιμη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτης και τρίτου εναγομένων.

Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) και ως προς το δεύτερο εναγόμενο- δεύτερο εφεσίβλητο αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ως προς τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται στον αναιρεσείοντα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία (εννοείται των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων που έγινε από την πρώτη εναγομένη -εφεσίβλητη, στη συνέχεια:

α) αναγνώρισε ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη και ο δεύτερος εναγόμενος-δεύτερος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων είναι υπόχρεοι να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.816 ευρώ νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός υπερημερίας κατέστη απαιτητός και β) υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο- δεύτερο εφεσίβλητο αναιρεσείοντα να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων με απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για καθένα των εναγόντων-εκκαλούντων-αναιρεσίβλητων για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς τη συγκεκριμένη διάταξή του.

Με τις ως άνω παραδοχές και τις κρίσεις στις οποίες κατέληξε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, του άρθρου 9 παρ. 1 του β.δ/τος 16/18.7.1920, των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1,2 του Π.Δ/τος 178/2002 "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ το Συμβουλίου", των άρθρων 14 και 47 του ν. 2637/1998 και του άρθρου 2 παρ. 1 περ.

β υποπ. γγ και 2 παρ. 2 α του ν. 3895/2010, που αναπτύσσονται στις με αριθμήσεις 1, 2 και 3 σκέψεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ. Τούτο, διότι δέχθηκε την παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου εναγομένου -δεύτερου εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος, ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο της από 10.3.2010 (ορθό 2011) αγωγής των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων, ουδόλως διαλαμβάνονται τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία για τη θεμελίωση ισχυρισμού περί μεταβίβασης επιχείρησης και διαδοχής εργοδότη, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ούτε γίνεται επίκληση τοιαύτης μεταβίβασης.

Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της μεταβίβασης των οικονομικών δραστηριοτήτων της πρώτης εναγομένης στον δεύτερο εναγόμενο -αναιρεσείοντα, τις οποίες ο τελευταίος συνεχίζει να ασκεί, είτε της συγχώνευσης των πρώτης και δεύτερου εναγομένων, ώστε ο δεύτερος εναγόμενος -αναιρεσείων να είναι διάδοχος εργοδότης των εναγόντων-αναιρεσίβλητων και να ενέχεται εις ολόκληρο με την πρώτη εναγομένη για τις απαιτήσεις τους από την κατ' αυτούς άκυρη εκ μέρους της απόλυσή τους.

Αντίθετα, ως προς την πρώτη εναγομένη, επανειλημμένα στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται ότι με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. β υποπ. γγ του ν. 3895/2010 αυτή λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, ότι, δηλαδή, έπαυσε να ασκεί κάθε οικονομική δραστηριότητα. Περαιτέρω και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος να καταβάλει σε ολόκληρο με τους πρώτη και τρίτο εναγομένους σε κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 36.816 ευρώ ως αποζημίωση, δεν διαλαμβάνονται στοιχεία μη εκπλήρωσης συμβατικής τούτου υποχρέωσης ή αδικοπραξίας του έναντι των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων που να θεμελιώνουν την παθητική του νομιμοποίηση.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν κήρυξε την ένδικη αγωγή απαράδεκτη- λόγω αοριστίας- ως προς την παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος ως εφεσίβλητος με τις από 5.11.2018 προτάσεις (σελίδα 41), που κατέθεσε στο Εφετείο, επανέφερε προς κρίση τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι στην αγωγή δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή του και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον των εναγόντων -αναιρεσίβλητων για την άσκησή της κατ' αυτού (βλ. 13η - 16η σελίδες των από 25.9.2014 πρωτόδικων προτάσεων, που ενσωματώνονται στις από 5.11.2018 προτάσεις του, ο οποίος (ισχυρισμός) κατά τα προεκτεθέντα είναι βάσιμος.

Κατά συνέπεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους δεύτερο και πρώτο λόγους αντίστοιχα της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

6. 1. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, και δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.

Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 17/2015 ΑΠ 214/2017).

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 3/2013, ΟλΑΠ 19/2004). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που χρησιμοποιεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα έναντι αμοιβής πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται, από πλευράς παροχών ομοιόμορφα, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ορισμένων έναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο (ΟλΑΠ 7/1996, ΟλΑΠ 7/1993, ΟλΑΠ 348/1985, ΑΠ 214/2017). 7.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές και τις κρίσεις που συνήγαγε από αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος ως προς τη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010, κατά το μέρος που η ένδικη διαφορά αφορά αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσίβλητων για τη μεταφορά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών μεταξύ άλλων φορέων και στον αναιρεσείοντα Οργανισμό με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, Προσανατολισμού και Εγγυήσεων - ΟΠΕΚΕΠΕ", κατ' εφαρμογή της παρ. 2 εδ.

α - δ του άρθρου 2 του ν. 3895/2010, λόγω της επικαλούμενης αντισυνταγματικότητας της εκεί προβλεπόμενης εξαίρεσης των από 1.9.2009 συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών [ανεξαρτήτως δηλαδή της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διαδόχου της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." στην οικονομική δραστηριότητα αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του Π.Δ/τος 178/2002 και του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920].

Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στις με αρίθμηση 3 και 6 νομικές σκέψεις, οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010, που επέβαλαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της πρώτης εναγομένης εταιρείας "..." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, και απέκλεισαν τη δυνατότητα μεταφοράς του στον δεύτερο εναγόμενο -δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό ( άρθρο 2 παρ. 2 περ.

α του ν. 3895/2010) δεν προσκρούουν στη θεμελιούμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι η συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη δεν αποκλείει τη με γενικά και αφηρημένα κριτήρια (όπως είναι ο χρόνος έναρξης της εργασιακής σχέσης) διαφορετική μεταχείριση των εργαζόμενων, δεδομένου ότι οι (70 περίπου) υπάλληλοι της "...", στους οποίους, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 περ.

α του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3896/2010), δόθηκε η δυνατότητα μεταφοράς στον αναιρεσείοντα ή στους στην ως άνω διάταξη αναγραφόμενους φορείς, ήσαν αρχαιότεροι των αναιρεσίβλητων και κατ' αντικειμενική κρίση διέθεταν μεγαλύτερη εμπειρία και εξοικείωση σε αντικείμενα συναφή με τις αρμοδιότητές τους. Επιπλέον, η ως άνω νομοθετική διάκριση δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και από το γεγονός ότι επιβλήθηκε από λόγους δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταντο στην ορθολογική αναδιάρθρωση του Δημόσιου Τομέα, ώστε να διοικείται αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα και στον περιορισμό των λειτουργικών του δαπανών υπό συνθήκες εφαρμογής επειγόντων μέτρων για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης με τρόπο που οι ουσιαστικές επιλογές του νομοθέτη να μην αναιρούν τη συστηματικότητα και συνοχή που πρέπει να διέπει τη σχετική νομοθεσία [ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40) και ν. 3845/2010].

Επιπρόσθετα, με τις ως άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις με αρίθμηση 2 και 6 σκέψεις, οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β υποπερ. γγ του ν. 3895/2010, που επέβαλαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του μεγαλύτερου σε αριθμό τμήματος του προσωπικού της λυθείσας και τεθείσας σε εκκαθάριση "..." στο οποίο (τμήμα) περιλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, δεν προσκρούουν στο άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος, με το οποίο δεν αποκλείεται η με γενικά κριτήρια λήξη της εργασιακής απασχόλησης. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ω νομικά (και κατόπιν αυτού και ως ουσιαστικά βάσιμη) τη με αρίθμηση (4) βάση της από 10.3.2010 (ορθό 2011) αγωγής των εναγόντων -αναιρεσίβλητων έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 περ.

β υποπ. γγ και παρ. 1 περ. α του ν. 3895/2010, και ως εκ τούτου υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

9. Κατά παραδοχή, λοιπόν, των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών (τέταρτου και πέμπτου, από τους αριθμούς 8 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο κατά το μέρος της, με το οποίο δέχθηκε ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην από 10.3.2010 (ορθό 2011) αγωγή, υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου εναγομένου - δεύτερου εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος, (ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης "...") όσο και κατά το μέρος της με το οποίο δέχθηκε ως νόμιμη τη με αρίθμηση (4) βάση της ως άνω αγωγής (δηλαδή τη βάση της επιχειρείτο να θεμελιωθεί στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι για να θεμελιώσουν την παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου εναγομένου -αναιρεσείοντος και τη με αρίθμηση (4) βάση της αγωγής τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθούν: α) ως απαράδεκτη η ως άνω αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης και β) ως νομικά αβάσιμη κατά τα λοιπά ως προς τη με αρίθμηση (4) βάση της. 10.

Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τη δίκη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 6069/4.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που δέχθηκε την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και κατά το μέρος της που δέχθηκε ως νόμιμη τη με αρίθμηση (4) βάση της από 10.3.2010 (ορθό 2011) και με αριθμό κατάθεσης 49204/1509/2011 αγωγής των εναγόντων -αναιρεσίβλητων.

Κρατεί και δικάζει την ως άνω αγωγή.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή των εναγόντων -αναιρεσίβλητων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου - αναιρεσείοντος, ως καθολικού διαδόχου της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... - ...".

Απορρίπτει κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη τη με αρίθμηση (4) βάση της ως άνω αγωγής ως προς τον δεύτερο των εναγομένων-αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τη δίκη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ