Supreme Court allows retrial of data protection damages case, ordering defendant to repay €7,131.32 plus interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request for retrial against a final first-instance judgment awarding damages for data protection violations. The court found the lower court's decision violated substantive law regarding the calculation of interest and the allocation of certain costs. Consequently, the defendant was ordered to repay the principal sum and interest, while the request for reimbursement of specific execution expenses was dismissed as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1)(a) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; A retrial is permitted only if substantive law was violated, and interest must be calculated from the date of the retrial judgment's service, excluding voluntary payments made by the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 435 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 435/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.", με τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου …., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3454/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3938/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 3938/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 3454/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, απέρριψε την από 14-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της ιστορούμενης αδικοπραξίας, συνιστάμενης στην παραβίαση των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού. Ακολούθως, δε, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ποσό 5.869,40 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ή ότι δεν αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ 130/2016), και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, σχετικά με τους ορισμούς που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο στην παρούσα υπόθεση, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:
α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) .....". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".
Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ. 1).
Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ. 1).
Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).
Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3).
Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).
Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.
Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι, η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.
Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 2215/2014).
Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.
ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου στην αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.
Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.
Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ.
θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.
Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.
Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.
Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.
Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 2004 ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη τράπεζα σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 20.000,00 ευρώ.
Λόγω της οικονομικής κρίσης ο ενάγων άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δόσεων του ως άνω δανείου. Τότε η εναγομένη διαβίβασε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ", τα προσωπικά του στοιχεία και της ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής του προς αυτήν (εναγομένη), χωρίς προηγουμένως η τελευταία να τον ενημερώσει με τρόπο πρόσφορο και σαφή ως όφειλε για την διαβίβαση και την επεξεργασία τους από την ως άνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών.
Ειδικότερα, διαβίβασε τα στοιχεία του ονόματός του, τον αριθμό του τηλεφώνου της οικίας του και το ύψος της οφειλής του, στην ανωτέρω εταιρία της οποίας οι υπάλληλοι άρχισαν να του τηλεφωνούν καθημερινά σχεδόν στην οικία του, ενημερώνοντάς τον για το ύψος της οφειλής του και την υποχρέωσή του για την καταβολή της οφειλής του προς την εναγομένη.
Η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί στη σχετική ενημέρωση αυτού και δη, κατά τη με αρ. … και από 10-9-2004 αίτηση που υπέβαλε και υπέγραψε ο ενάγων προκειμένου να του χορηγηθεί το ανωτέρω δάνειο, στον τίτλο "Ενημέρωση υποκείμενων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (βάσει του Ν. 2472/1997 σε συνδ.
με την υπ' αριθμ. 1/1999 κανονιστική πράξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα), αναγράφεται ότι "Η ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την παρούσα αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που περιλαμβάνονται στην αίτηση αυτή, καθώς και άλλα προσωπικά τους δεδομένα που η Τράπεζα έχει τυχόν συλλέξει με τη συνδρομή τους ή θα δημιουργηθούν μετά την έγκριση του δανείου θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την Τράπεζα ή και από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της".
Στη συνέχεια αναφέρεται στην ανωτέρω αίτηση ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι και "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους". Στη συνέχεια η ανωτέρω αίτηση αναγράφει ότι "τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας καθώς και να προβάλλουν οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που τα αφορούν".
Ισχυρίζεται λοιπόν η εναγομένη ότι ο ενάγων της είχε δώσει τη ρητή και ανεπιφύλακτη εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση του δανείου, τα οποία μπορούν να γνωστοποιούνται προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως και δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης.
Το κείμενο όμως αυτό της προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη- ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ.
Η εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε, ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εταιρία. Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγομένη τράπεζα και τη συγκατάθεση του πρώτου για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.
Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης του καταναλωτή ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.
Εξάλλου, εν προκειμένω, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί επιτρεπτής επεξεργασίας των δεδομένων του ενάγοντος χωρίς τη συγκατάθεσή του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, ο ενάγων θεμελιώνει την παράνομη επεξεργασία σε παράλειψη ενημέρωσής του εκ μέρους της εναγομένης και όχι σε έλλειψη συγκατάθεσής του.
Η εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων δεν άσκησε κανένα από τα δικαιώματα που του παρέχουν οι διατάξεις του ν. 2472/1997, όπως εναντίωση, αντιρρήσεις, ανάκληση συναίνεσης, αλλά προέβη κατευθείαν στην άσκηση της αγωγής του, επιπλέον δε ενώ είχε και άλλες οφειλές προς αυτήν από άλλες δανειακές συμβάσεις, δεν άσκησε μια αγωγή, αλλά τρεις, μια για κάθε δανειακή σύμβαση.
Η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς ανήκει στην κυριαρχική κρίση κάθε διαδίκου η δικονομική οδός που θα επιλέξει για να προστατεύει τα συμφέροντά του, εν προκειμένω δε, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τέτοια που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση των δικαιωμάτων αυτού. Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανά της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων του, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.
Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δραχμών), του πέραν αυτού αιτουμένου ποσού απορριπτομένου ως υπερβολικού, καθόσον σκοπός του νομοθέτη δεν είναι ο πλουτισμός του υποκειμένου (εν προκειμένω του ενάγοντος) αλλά η συμμόρφωση των υπεύθυνων επεξεργασίας στις οριζόμενες από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, 3758/2009, ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4038/2012, υποχρεώσεις τους.
Πρέπει, δε, να σημειωθεί, ότι ενώ όπως προαναφέρθηκε η υπαιτιότητα της εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, εν μέρει την ένδικη αγωγή.
Με το λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της, η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ότι: 1) ψευδώς ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, δεχόμενη ότι η ενημέρωση για τους αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων πρέπει να αφορά σε ατομικά προσδιορισμένους αποδέκτες, ενώ η ορθή έννοια της ανωτέρω διάταξης είναι ότι οι αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων ενός δανειολήπτη δύνανται να αναφέρονται και κατά κατηγορίες, σ' αυτή, δε, την εσφαλμένη κρίση της στήριξε το παράνομο της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσιβλήτου και την πρόκληση ηθικής βλάβης, 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 περιπτώσεις "θ" και "η" και 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 και υπήγαγε στην έννοια του "τρίτου" την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία η τράπεζα διαβίβασε προσωπικά δεδομένα του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να τον οχλήσει για τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου του, μολονότι, η εταιρεία αυτή, είχε την ιδιότητα της "εκτελούσας την επεξεργασία" και δεν απαιτούνταν ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων σ' αυτή, πριν τη διαβίβασή τους, 3) εσφαλμένα απαίτησε ότι έπρεπε, για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, να υπάρχει η προηγούμενη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, υποκειμένου των δεδομένων, παραλείποντας την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 περίπτωση α' του Ν. 2472/1997, η οποία είχε εφαρμογή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά, ήτοι ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων αυτού στην άνω εταιρεία και η επεξεργασία τους, συνάπτεται με την εκτέλεση και λειτουργία της μεταξύ τους σύμβασης δανείου, 4) ψευδώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, αποδίδοντας σ' αυτήν την έννοια ότι η προβλεπόμενη από την διάταξη ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων για την επεξεργασία τους, δεν μπορεί να περιέχεται σε τυποποιημένο όρο της σύμβασης δανείου που συνάπτει ο δανειολήπτης ή στην αίτηση που υποβάλλει για την χορήγηση ενός δανείου, καθόσον ο όρος αυτός δεν αποτελεί "προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης".
Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, κατά μεν τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον, αντίθετα με τα υποστηριζόμενα, δεν υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχή ότι, η ειρημένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών στην οποία η αναιρεσείουσα διαβίβασε τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσίβλητου προς επεξεργασία, έχει την ιδιότητα του τρίτου, η δε ανάλυση της σχετικής διάταξης στη μείζονα πρόταση αυτής, δεν μπορεί να στηρίξει το λόγο αναίρεσης, αφού το σφάλμα της απόφασης κρίνεται από τις παραδοχές της, ούτε δέχεται, παρά την ανάπτυξη της, κατά το νόμο, έννοιας της "συγκατάθεσης", ότι απαιτούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συναίνεση του αναιρεσίβλητου για τη διαβίβαση και επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων από την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, αλλά, αντίθετα, κρίνει ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης τέτοιας συναίνεσης, λόγω της θεμελίωσης του παράνομου της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων μόνο στην παράλειψη ενημέρωσης.
Όμως, ως προς το πρώτο και τέταρτο μέρος του, ο αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Ειδικότερα: Κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) ότι η αναιρεσείουσα δανείστρια Τράπεζα, κατά την κατάρτιση της, μεταξύ αυτής και του δανειολήπτη αναιρεσίβλητου, σύμβασης δανείου, συνέλεξε από τον ίδιο, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, όπως τα στοιχεία του ονόματός του και τον αριθμό τηλεφώνου της οικίας του, καθώς, ακολούθως, και της εξέλιξης του ύψους της εκ του δανείου οφειλής, καθόσον το δάνειο δεν είχε ομαλή εξέλιξη, λόγω μη καταβολής από το δανειολήπτη αναιρεσίβλητο οφειλόμενων δόσεων του δανείου, β) ότι η αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το δανειολήπτη αναιρεσίβλητο, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του τελευταίου, και την επεξεργασία τους, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ", εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, και της ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής του προς αυτήν.
για να χρησιμοποιήσει αυτά στην ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για την οφειλή του και την υπενθύμιση της υποχρέωσης καταβολής αυτής στην αναιρεσείουσα, γ) ότι οι υπάλληλοι της άνω εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών άρχισαν, μετά τη διαβίβαση σ' αυτή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, να τηλεφωνούν καθημερινά σχεδόν στην οικία του, ενημερώνοντας αυτόν για το ύψος της οφειλής και την υποχρέωση καταβολής του στην αναιρεσείουσα, δ) ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, έγινε χωρίς η αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας αυτών, να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο, υποκείμενο των δεδομένων, με τρόπο πρόσφορο και σαφή, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα είναι αποδέκτης των προσωπικών του δεδομένων και θα επεξεργαστεί αυτά, ε) ότι στην υποβληθείσα για τη χορήγηση του δανείου αίτηση, που ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε και υπέγραψε, και υπό τον τίτλο "Ενημέρωση υποκειμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι, η αναιρεσείουσα, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που περιλαμβάνονται στην αίτηση αυτή, καθώς και άλλα που τυχόν η Τράπεζα έχει συλλέξει με τη συνδρομή του ή θα δημιουργηθούν μετά την έγκριση του δανείου, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, καθώς και ότι αποδέκτες των προσωπικών τους δεδομένων, είναι μεταξύ άλλων, και "εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων", στ) ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε ενημέρωση του δανειολήπτη αναιρεσίβλητου για το σκοπό της επεξεργασίας και τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των προσωπικών του δεδομένων, είτε κατά το χρόνο συλλογής αυτών, αφού το κείμενο της σύμβασης δανείου που προεκτέθηκε.
δεν αποτελεί τέτοια ενημέρωση, είτε μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν τη διαβίβασή τους στην εταιρεία ενημέρωσης, είτε μετά τη διαβίβασή τους, ειδικότερα ότι είχε ενημερώσει αυτόν για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών στην οποία θα διαβιβάζονταν ή διαβιβάστηκαν, ανάλογα, τα προσωπικά του δεδομένα και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του και ζ) ότι λόγω της περιγραφόμενης επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλήτου, παρά την παράλειψη της οφειλόμενης ως άνω ενημέρωσης, που αποτελεί παράνομη και υπαίτια πράξη και παράλειψη, η αναιρεσείουσα προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου και προκάλεσε σ' αυτόν ηθική βλάβη.
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 11 παρ. 1 γ' ν. 2472/1997. Τούτο διότι, η διαβίβαση των ατομικών στοιχείων του αναιρεσίβλητου δανειολήπτη και οφειλέτη της αναιρεσείουσας Τράπεζας και των στοιχείων της εξέλιξης του προς αυτήν εκ του ληφθέντος δανείου χρέους, με τις οφειλόμενες- ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου του, δεν ήταν παράνομη, καθόσον ο αναιρεσίβλητος είχε ενημερωθεί, αφενός για τη διαβίβαση τούτων, με σχετική αναγραφή στην υποβληθείσα αίτηση για τη χορήγηση του δανείου, με την, σαφώς συναγόμενη, αναφορά, ως σκοπού αυτής, την εκπλήρωση από τον αναιρεσίβλητο δανειολήπτη της συμβατικής υποχρέωσής του για καταβολή του δανείου, αφετέρου ότι αποδέκτης των προσωπικών του δεδομένων και εκτελών την επεξεργασία, θα είναι εταιρεία είσπραξης οφειλών.
Η ενημέρωση, δε, αυτή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμα είχε γίνει με την αίτηση για τη λήψη του δανείου, ενώ πληρούσε την αξιούμενη αναφορά του, εκτελούντος την επεξεργασία αυτών, αποδέκτη των προσωπικών δεδομένων, με την ονομασία της κατηγορίας των αποδεκτών τούτων, ήτοι "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων" και δεν ήταν αναγκαίο να κατονομαστεί η συγκεκριμένη προαναφερόμενη εταιρεία στην οποία θα μεταβιβάζονταν αυτά, ούτε κατά τη σύναψη της σύμβασης ή πριν τη διαβίβασή τους, ούτε μετά από αυτήν.
Η αναφορά, δε, ότι τα προσωπικά δεδομένα θα διαβιβαστούν σε εταιρεία είσπραξης απαιτήσεων, πληροί την απαιτούμενη, κατά τα γενόμενα δεκτά, ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων που συνελέγησαν κατά τη χορήγηση της πίστωσης, καθόσον η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ" στην οποία διαβιβάστηκαν τα προσωπικά δεδομένα και η οποία επεξεργάστηκε αυτά, με τη χρησιμοποίησή τους για την ενημέρωση του δανειολήπτη αναιρεσίβλητου για το ύψος του χρέους και την υποχρέωσή του για την καταβολή του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία αποδεκτών "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων", καθόσον η δραστηριότητα της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών αποτελεί μέρος της ευρύτερης δραστηριότητας των εταιρειών είσπραξης απαιτήσεων, οι οποίες, πέραν του σκοπού της ενημέρωσης των οφειλετών για το χρέος, είχαν σκοπό και την είσπραξη αυτού.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση, υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων μερών του αναιρετικού λόγου να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (ΑΠ 244/2017).
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατά το άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 146/2018).
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 1041/2019, ΑΠ 1037/2019).
Ο αναιρεσείων, πρέπει να επικαλείται και να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικού ποσού (ΑΠ 64/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με σωρευόμενη, στις κατατεθείσες, στις 15-2-2019, ήτοι τρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της υπόθεσης, στο δικαστήριο τούτο, από 15-2-2019, έγγραφες προτάσεις της, αίτηση, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτήν το χρηματικό ποσό που κατέβαλε σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης στον αναιρεσίβλητο, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής του ποσού.
Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημα της η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός του αιτήματος επιστροφής του αναφερόμενου στην αίτηση ποσού των 175,05 ευρώ, το οποίο παρακρατήθηκε από την αναιρεσείουσα για λογαριασμό του Δημοσίου, σε εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 62 παρ. 1 εδ.
β' και 64 παρ. 1 εδ. β' του ν. 4172/2013, ως αναλογούν φόρος εισοδήματος, ποσοστού 15%, επί των καταβληθέντων δικονομικών τόκων, καθόσον το ποσό τούτο δεν καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο, αλλά στο Δημόσιο (ΑΠ 127/2011). Επίσης, η αίτηση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι νόμιμη για καταβολή τόκων επί του επιστρεπτέου χρηματικού ποσού, μόνο, όμως, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων και όχι από την καταβολή του ποσού στον αναιρεσίβλητο.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα και συγκεκριμένα, την από 2-4-2018 Απόδειξη Δαπάνης και την από 3-4-2018 απόδειξη Είσπραξης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, μετά την επίδοση σ' αυτήν απογράφου εκτελεστού της αναιρούμενης ως άνω απόφασης (3938/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) με επιταγή προς εκτέλεση, κατέβαλε σε εκτέλεση αυτής στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 7.700,03 ευρώ.
Από το ποσό που καταβλήθηκε, μέρος αυτού, αφορά έξοδα της επίσπευσης της εκτέλεσης της απόφασης και συγκεκριμένα 253,31 ευρώ το τέλος έκδοσης απογράφου, 272 ευρώ τη δαπάνη έκδοσης του απογράφου και τη σύνταξη της επιταγής και 43,40 ευρώ τη δαπάνη επίδοσης της επιταγής. Τα ποσά αυτά, που ανέρχονται συνολικά σε 568,71 ευρώ δεν δικαιούται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να αναζητήσει η αναιρεσείουσα με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, αφού η καταβολή τους δεν διατάχθηκε με την αναιρούμενη απόφαση και ως προς αυτά η αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Συνεπώς, η κρινόμενη ως άνω αίτηση είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς το υπόλοιπο ποσό των 7.131,32 ευρώ, που αφορούν το επιδικασθέν κεφάλαιο, τους τόκους επιδικίας και τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, ποσό που πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3938/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (7.131,32 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της απόφασης αυτής και μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων στην παρούσα δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ