435/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated435/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (Α.Π. 47/2018). Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
Full text
Απόφαση 435 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 435/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: … (ΣΥΝΟΛΟ 7) κατοίκου/κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Δημακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-7-2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Θ.Γ. , κατοίκου… , η οποία δεν παραστάθηκε 2.Π. Γ. , κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι η 7η αναιρεσείουσα Χ. Π. παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2008 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 66/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (Α.Π. 47/2018). Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168ΑΚ, προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο. Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος.
Άρα σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται και επαναλαμβάνεται από τον κύριο (ΑΠ 501/2015, ΑΠ 1641/2006) ο οποίος συνεχίζει παραδεκτά και νόμιμα την ανοιγείσα δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής :
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπήθηκαν οι μεν αναιρεσείοντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Δημακόπουλο, ο οποίος γνωστοποίησε με την επίδοση του δικογράφου της αναίρεσης στους αναιρεσίβλητους το θάνατο του αρχικού δεύτερου ενάγοντος Ι. Π. που αποβίωσε στις … δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι θυγατέρες του, 2Α, 2Β και 2Γ αναιρεσείουσες μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ο δε δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριατοφοράκο ο οποίος με τις προτάσεις του δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του … Γ. , ψιλή κυρία του επίδικου ακινήτου, αποβίωσε στις 3-1-2018, δηλαδή μετά τη άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και η διακοπείσα δίκη συνεχίζεται από τον παριστάμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ.
Γ. επικαρπωτή στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει πλέον πλήρης κυριότητα. Ο θάνατος του ως άνω δεύτερου αναιρεσείοντος και η ιδιότητα των άνω θυγατέρων του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και της προαποβιωσάσης αυτού συζύγου του και τα οικεία πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί πλησιέστερων συγγενών και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, ενώ ο θάνατος της πρώτης αναιρεσίβλητης ομοίως αποδεικνύεται από την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτής περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους (άρθρ.261 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 573 παρ. Ι ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εάν δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.
Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των αρθρ. 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 1180/2013, ΑΠ 1287/2011).
Τα έξοδα βαρύνουν κατ' αρχήν τον παραιτούμενο, δεν αποδίδονται, όμως, τα έξοδα, στα οποία ο αντίδικος του υποβλήθηκε για τη σύνταξη και την κατάθεση προτάσεων, εφόσον γνώριζε ότι είχε ήδη γίνει έγκυρη παραίτηση, αφού τότε πρόκειται για έξοδα από απροσεξία ή από υπερβολική πρόνοια του αντιδίκου του (ΑΠ369/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 22-12-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε, μετά από αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, προσβάλλεται η 66/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, η 5η αναιρεσείουσα Χ.
χα Λ. Π. το γένος Ν. Π. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημακόπουλο , ο οποίος, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υπόθεσης, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα αυτή παραιτείται του δικογράφου της ανωτέρω από 22- 12-2016 αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε και στα πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου Για την πιο πάνω παραίτηση ο ανωτέρω δικηγόρος είχε προς τούτο πληρεξουσιότητα, δυνάμει του προσκομιζομένου υπ' αριθμ.
… πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου της Επαρχίας του … Νικολάου Δάσιου στην αγγλική με νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου δεν αντέλεξε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα και η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη μεταξύ της 5ης της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου.
Η κρινόμενη από 22-12-2016 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 29-12-2016 κατά της δημοσιευθείσας στις 30-12-2013 και μη επιδοθείσας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, είναι εμπρόθεσμη και συνεπώς παραδεκτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (Ολ.ΑΠ10/2018)και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατά δε τη διάταξη του όρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία ,με τη δυνατότητα εκείνου που απόκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου.
Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (Ολ.ΑΠ 485/1982).Σε περίπτωση όμως μη υπάρξεως κοινωνίας ο χρησιδεσπόζων δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας(ΑΠ1589/2008).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. αναίρεση κατά της απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ,σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα, το Εφετείο διέλαβε τα εξής: <Το επίδικο ακίνητο είναι μια οικοδομή (οικία) αποτελούμενη από ισόγειο όροφο εμβαδού103,57τμ και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο εμβασού136,47τ.μ., μετά του οικοπέδου της, επιφάνειας 365,56 τ.μ., ευρίσκεται στον οικισμό … του τέως Δήμου … … και συνορεύει (το οικόπεδο) βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 16,70 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Β. και σε πλευρά μήκους 1 μέτρου με δημοτική οδό, "βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 4,60 μέτρων με δημοτική οδό και σε πλευρά μήκους 11,80 μέτρων εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με προαύλιο Ιερού Ενοριακού Ναού Αγίου Νικολάου, ανατολικό σε πλευρά μήκους 4,50 μέτρων και σε πλευρά μήκους 9 μέτρων με προαύλιο του προαναφερόμενου Ναού, νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 5,30 μέτρων με ιδιοκτησία Α.
Β. νότια σε πλευρά μήκους 8 μέτρων και σε πλευρά μήκους 5 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Β. και νοτιοδυτικά σε πλευρά μήκους 16,50 μέτρων με δημοτική οδό. Ο πατέρας των τεσσάρων πρώτων εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων Π. Π. , που ήταν και πατέρας της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, καθώς και πατέρας του συζύγου της πέμπτης ενάγουσας Λ.
Π. , απεβίωσε στις 11.10.1980. Δυνάμει δε της από 1.7.1967 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης με το υπ' αριθ…. πρακτικό δημοσίευσης, άφηνε την επικαρπία εφ' όρου ζωής της ακινήτου περιουσίας του στη σύζυγο του Β. , στις δε θυγατέρες του συγκεκριμένα ακίνητα (όχι το επίδικο) και στους γιους του την υπόλοιπη περιουσία του.
Η κατασκευή του επιδίκου ολοκληρώθηκε το έτος 1923, με χρήματα που έστελναν οι μετανάστες αδελφοί του Π. Π. , πατέρα των τεσσάρων πρώτων εναγόντων και της πρώτης εναγομένης, ήτοι ο Ν. και ο Δ. Π. Ο πατέρας τους Κ. Π. είχε αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής της οικίας κι έτσι στη λίθινη επιγραφή έξωθεν της οικίας αναγράφηκε, όπως ήταν εύλογο "οικία αδ.(ελφών) Κ.
Π. ", ήτοι οικία των τέκνων του Κ. Π.
Οι αδελφοί Ν. και Δ. , που ουδέποτε επέστρεψαν στην Ελλάδα, δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τη διεκδίκηση της συγκεκριμένης οικίας. Παράλληλα, το ίδιος έτος (1923) ο Π. Π. παντρεύτηκε με τη σύζυγο του Β. και μετακόμισε σε δική της οικία, η οποία ανακατασκευάσθηκε προκειμένου να διαμείνουν σε αυτήν. Ούτως, η οικία παρέμεινε ουσιαστικά στη διαχείριση και την εποπτεία μόνο της μητέρας τους Θ.
χήρας Κ Π. , το γένος Κ. , μέχρι το θάνατο της το έτος 1949. Μετά το θάνατο της Θ. Π. , ο γιος της Π. προέβη σε περιστασιακές πράξεις νομής επί του επίδικου, εκμισθώνοντάς το σε τρίτους μέχρι το 1969, όπως καταθέτει σχετικά ανωμοτί ο τέταρτος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος γιος του Ν. και χρησιμοποιώντας το για να αποθηκεύει εργαλεία και να βάζει κάποια από τα ζώα του.
Όμως ουδέποτε θεώρησε ότι ανήκει στην κυριότητά του ή ότι νέμεται αυτό για τον εαυτό του, για το λόγο αυτό μάλιστα δεν το συμπεριέλαβε στην από 1.7.1967 ιδιόγραφη διαθήκη του, κάτι το οποίο θα ήταν εύλογο, αφού επρόκειτο για την πατρική οικία, εάν θεωρούσε ότι του ανήκε κατά κυριότητα. Μάλιστα στην εν λόγω διαθήκη γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα ακίνητα που καταλείπει στις θυγατέρες του, ενώ γενικώς αναφέρεται ότι η λοιπή περιουσία καταλείπεται στους γιους του, ενώ η επικαρπία στη σύζυγο του Β.
Ο Π. Π. απεβίωσε το έτος 1980 και μέχρι το θάνατο του δεν διέμεινε ποτέ μόνιμα στην επίδικη οικία, ούτε και η σύζυγος του Β. μέχρι το θάνατο της το 1990. Μάλιστα μετά το 1969 ουδεμία δική του πράξη νομής επί του επιδίκου αποδεικνύεται, ούτε καν περιστασιακή. Αντιθέτως, πράξεις νομής επί του επιδίκου έχει εκτελέσει μόνο η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία έχει προβεί σε σημαντικές δαπάνες επισκευών, βαψιμάτων, σοφαρισμάτων και επέβλεπε πάντοτε το ακίνητο, έστω και εάν δεν διέμενε μονίμως σε αυτό, αφού ήταν και κάτοικος … .
Έχει αξιοσημείωτη σημασία το γεγονός ότι στην δήλωση φόρου κληρονομιάς του 1982, στην οποία προέβησαν τα τέκνα του Π. Π. , μολονότι γίνεται λεπτομερής καταγραφή των ακινήτων που ανήκαν στην κυριότητά του, δεν γίνεται καμία αναφορά στην επίδικη οικία, κάτι που δείχνει ότι όχι μόνο η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, αλλά και τα λοιπά τέκνα του Π.
Π. ήδη κατά το χρόνο του θανάτου του γνώριζαν ότι η οικία δεν ανήκε στην κυριότητα του πατέρα τους, ούτε ποτέ αυτός είχε επιδιώξει να ασκήσει πράξεις νομής σε αυτήν διανοία κυρίου. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι η επιθυμία της Θ. Π. ήταν να ανήκει το σπίτι στην εγγονή της πρώτη εναγομένη, επειδή είχε πάρει το όνομά της και επειδή την φρόντιζε μέχρι το θάνατο της.
Επιπλέον, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι οι όποιες πράξεις νομής από την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα γίνονταν και για λογαριασμό τους καθώς την είχαν πληρεξούσιά τους επειδή διαμένουν στο εξωτερικό μόνιμα, πλην όμως κανένα τέτοιο πληρεξούσιο δεν προσκομίσθηκε, ενώ το μόνο πληρεξούσιο που έχουν στείλει μερικοί εξ αυτών σε εκείνη, αφορά μόνο τη σύνταξη πράξης αποδοχής κληρονομιάς της αποβιωσάσης μητέρας τους Β. , ενώ ουδόλως έχουν συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δαπάνη έχει πραγματοποιηθεί για τις επισκευές και τη συντήρηση της οικίας.
Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, ήταν κατά το χρόνο (θανάτου) της γιαγιάς της το 1949 ηλικίας 21 ετών, αφού είναι γεννημένη το 1928, συνεπώς ελέγχεται ως ανακριβής η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, τρίτου εξαδέλφου τους Σ. Π., ο οποίος φαίνεται να μην έχει πλήρη γνώση των γεγονότων για τα οποία καταθέτει, αναφέροντας ότι η οικία ανήκε στον Π.
Π. , αφού προβαίνει σε ανακρίβειες όπως ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ήταν "13-14 ετών το 1951, 1952, 1953 που παντρεύτηκε", "ο Π. έμενε στο επίδικο, μαζί με τα παιδιά του", "της αδελφής τους της Θ. της είχαν κάνει πληρεξούσιο". Εξάλλου, ο μάρτυρας απουσίαζε από την Ελλάδα από το 1954 ως το 1975 και δεν μπορεί να έχει γνώση των τεκταινομένων αυτό το χρονικό διάστημα, μάλιστα δεν κάνει καν λόγο για την εκμίσθωση της οικίας μετά το 1950 μέχρι έστω το 1954 που είχε γνώση.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι προδήλως ακόμη και η Β. Π. , χήρα του Π. , δεν θεωρούσε ότι η επίδικη οικία ανήκε στην κληρονομιά του συζύγου της, καθώς εάν ίσχυε κάτι τέτοιο θα είχε προβεί σε δήλωση φόρου κληρονομιάς για την καταληφθείσα σε αυτήν επικαρπία, όπως έκανε για την λοιπή περιουσία. Κλειδιά της οικίας διέθετε μόνο η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα από πολλών ετών.-ζώντος ακόμη του πατέρα της Π. , και ασκούσε για λογαριασμό της πράξεις νομής επί του επιδίκου διανοία αποκλειστικής κυρίας, για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τα 20 έτη πριν το 1996, οπότε και μεταβίβασε στον γιο της δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα την ψιλή κυριότητα του επιδίκου δυνάμει του υπ' αριθ.
… συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνος Σταυροπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … , στον τόμο … με αριθ. … . Χαρακτηριστικό δε της πλήρους αποξένωσης των αδελφών της από την οικία, είναι ότι χρειάστηκε να περάσουν οκτώ (8) έτη μέχρι το 2004, προκειμένου να αντιληφθούν τη μεταβίβαση αυτή, καθώς εάν θεωρούσαν ότι είχαν δικαιώματα επί αυτής θα έπρεπε να έχουν προβεί σε σχετικές δηλώσεις Ε9, δηλώσεις φόρου κληρονομιάς ενώ αντίθετα σε ουδεμία ενασχόληση προέβησαν με αποτέλεσμα να μην αντιληφθούν καν την μεταβίβαση αυτή.
Αντιθέτως, πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ήταν αυτή που παραχωρούσε κατά βούληση τη χρήση του ακινήτου σε τρίτους, καθώς εκεί στεγαζόταν το 1985 το κατηχητικό του χωριού και το 1989 διέμενε η καρδιολόγος Γ. , αποδίδοντας μίσθωμα στην πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα. Επομένως, με τη σχετική μεταβίβαση το έτος 1996 οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες δεν προσέβαλαν δικαίωμα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καθώς το επίδικο είχε ήδη κατά το χρόνο αυτό μεταβεί στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας με τα προσόντα της χρησικτησίας και κατ' ακολουθίαν η άρνηση των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων να αποδώσουν τη νομή δεν είναι παράνομη και αυθαίρετη. -Αντίθετα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κατά την εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων και οι σχετικοί υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και ότι αντίθετα κυρία αυτού έχει καταστεί η πρώτη εναγομένη με έκτακτη χρησικτησία.
Ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε κατ ' ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι ενάγοντες αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον ο δικαιοπάροχος των διαδίκων (πατέρας τους) που αποβίωσε το έτος 1980 προέβη σε περιστασιακές πράξεις νομής επ' αυτού από το έτος 1949 μέχρι το έτος 19969, χωρίς όμως να θεωρεί ότι ανήκει στην κυριότητά του ή ότι το νέμεται για τον εαυτό του και γι'αυτό και δεν το συμπεριέλαβε στην από… διαθήκη του, με την οποία κατέλειπε κάποια συγκεκριμένα ακίνητα στις θυγατέρες του και τη λοιπή περιουσία στους γιούς του ,στη σύζυγο του δε κατέλειπε την επικαρπία, ενώ στα ακίνητα αυτά δεν συμπεριελήφθηκε το επίδικο και, επίσης,, ότι ούτε και η σύζυγος του Β.
διενήργησε πράξεις νομής σ' αυτό μέχρι του θανάτου της το έτος 1990. Επιπλέον, ότι από το έτος 1969 και μετέπειτα ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ουδεμία πράξη νομής επ' αυτού διενήργησε ούτε καν περιστασιακή, ενώ αντιθέτως η πρώτη αναιρεσίβλητη, αδελφή τους, είχε προβεί σε πράξεις νομής, συνιστάμενες σε σημαντικές δαπάνες επισκευών, βαψιμάτων, σοφατισμάτων και σε συνεχή επίβλεψη του επιδίκου, το επέβλεπε δε πάντοτε, καίτοι διέμενε μόνιμα στην … , ήταν δε η μόνη που είχε κλειδιά αυτού από πολλών ετών, ζώντος ακόμη του πατέρα τους , ενώ ασκούσε για λογαριασμό της και όχι για λογαριασμό των εναγόντων πράξεις νομής επί του επιδίκου διανοία αποκλειστικής κυρίας για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την 20ετία πριν το 1996, οπότε και μεταβίβασε στον γιό της δεύτερο αναιρεσίβλητο την ψιλή κυριότητα αυτού, δυνάμει του … συμβολαίου γονικής παροχής της Σ/φου Αθηνών Κων/νας Σταυροπούλου, νόμιμα μεταγραμμένου.
Επιπλέον παραχωρούσε κατά βούληση τη χρήση του επίδικου ακινήτου η ίδια σε τρίτους, καθώς εκεί στεγαζόταν το 1985 το Κατηχητικό, ενώ το 1989 διέμενε η καρδιολόγος Γ… , καταβάλλοντος μίσθωμα στην άνω αναιρεσίβλητη, έτσι ώστε αυτή να έχει καταστεί κυρία με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία )του επίδικου ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1045,1046 και 974 ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1710,1846,1193,1195,1198 και 1199 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε .
Συνεπώς ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση ,για την πλημμέλεια του όρθρου 560αρ Ια ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ,κατ' εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το άρθρο 560αρ1ΚΠοΛΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων1045 και 974 ΑΚ, δεχθείσα ότι η αναιρεσίβλητη αδελφή τους κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατά τις παραδοχές της (απόφασης ) αυτή είχε ασκήσει πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου μόνο επί 11 έτη, δηλαδή, από το 1985 έως το 1996, ότε προέβη στην γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στον γιό της. Ο λόγος είναι αβάσιμος ως εδραζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ,αφού η απόφαση ως προκύπτει από τις άνω παραδοχές δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια αποκλειστικής κυρίας επί του επιδίκου ακινήτου, ζώντος του πατρός τους πέραν την 20ετίας, οπότε το 1996 που προέβη στην μεταβίβαση με γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου είχε καταστεί ήδη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ 495 παρ. 3ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας τους (αρθ 176,183,191 παρ. 2ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη μεταξύ της 5ης αναιρεσείουσας Χ. χας Λ. Π. και του δεύτερου αναιρεσίβλητου.
Απορρίπτει την από 22-12-2016 αίτηση αναίρεσης των Κ. Π. , Μ. Π. , Β. Π. , …. Π. , Δ. Π. , Ν. Π. κατά της 66/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, πλην της 5ης Χ. Π. , στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ