Legislator Case Law & Legislation
435/2019 AI generated

435/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 435/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

435/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι παραπάνω όμως, διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις αναφέρονται στην κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων και κατά συνέπεια ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 435 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 435/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Α., 2) Α. Α. του Γ. και 3) Ε. Ν. του Γ., συζ. Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούτσικα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Κ., 2) Κ. Β. του Δ. και 3) Ά. Ρ. του Η., συζ. Κ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ε. Ε. του Β., 2) Β. Ε. του Ε., 3) Ο. Μ. συζ. Β. Ε., ... και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1211/2014 μη οριστική και 872/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις με αριθμούς …86γ', …84γ', …85γ'/22.2.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης, Σ. Δ. Α. τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης της από 2.6.2017 με αριθμό 22391/2017 αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων και της με αριθμό 872/2016 απόφασης του δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (2.11.2018 ) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η κρινόμενη από 2.6.2017 (αριθ. κατ. 22391/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 872/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη 872/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά από την επανάληψη συζήτησης που διατάχτηκε με την με αριθμό 1211/2014, συμπροσβαλλομένη κατ' ανάγκην (άρθρο 553 § 2 ΚΠολΔ), εν μέρει οριστική απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος στο οποίο τραυματίστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, κόρη των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και του βαθμού της υπαιτιότητας του τότε ανηλίκου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, αλλά και την υπαιτιότητα των τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19.10.2006, ημέρα Πέμπτη, και περί ώρα 12.00'...

ο 16χρονος τότε ανήλικος, πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, Γ. Α., (γεννήθηκε στις 9-9-1990), γιός του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων - εφεσιβλήτων, οδηγούσε εντός του χωριού ..., στην περιοχή όπου βρίσκεται το Λύκειο ..., και όπου το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 40 χιλ/ώρα, τη χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ιδιοκτησίας του Ε.

Ε. του Β. (ανηλίκου ομοίως) ανασφάλιστη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες δίκυκλη μοτοσικλέτα αγώνων μάρκας GSR HONDA, 85 cc, χρώματος κόκκινου..., η οποία είναι μοτοσικλέτα αγώνων, και δεν κυκλοφορεί νόμιμα στο οδόστρωμα. Συνεπιβάτης στο όχημα αυτό ήταν η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα, επίσης ανήλικη τότε, Β.

Β., κόρη του δεύτερου και της τρίτης των εκκαλούντων που γεννήθηκε στις 08.11.1990, η οποία με δική της απαίτηση του ζήτησε να την "πάει βόλτα"... Αφού έκαναν επί 3 λεπτά βόλτα με την εν λόγω μοτοσικλέτα οι ανήλικοι, και ενώ βρισκόνταν επί της οδού ..., η οποία είναι οδός αρκετά κατηφορική με κλίση 10% περίπου, πλάτους 8 μέτρων και συμβάλλεται κάθετα με την επίσης πλάτους 8 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, οδό ...

σχηματίζοντας "Τ", επί της οποίας, μετά το πλάτους 1,5 μ. πεζοδρομίου, βρίσκεται ο μαντρότοιχος με μεταλλικά κιγκλιδώματα του Λυκείου ..., (ακριβώς ευθεία σε σχέση με την πορεία τους), ο οδηγός της μοτοσικλέτας έχασε τον έλεγχο αυτής, με αποτέλεσμα, αφού διασχίσει με το δίκυκλο κάθετα την οδό ... να προσκρούσει με σφοδρότητα στο μαντρότοιχο και η συνεπιβάτης να εκτιναχθεί, να υπερπηδήσει το ύψος των κιγκλιδωμάτων, από τα οποία δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και να καταπέσει με τα πόδια στην εσωτερική αυλή του σχολείου, το επίπεδο της οποίας βρίσκεται εκ κατασκευής σε ύψος πέντε (5) μέτρων χαμηλότερα από το επίπεδο του εξωτερικού δρόμου.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν να τραυματιστεί, κυρίως στο αριστερό της πόδι, και συγκεκριμένα να υποστεί "κάταγμα αμφισφύριο αριστεράς ποδοκνημικής" σύμφωνα και με όσα θα αναφερθούν παρακάτω. Το ατύχημα δηλώθηκε στο Α.Τ. ... στις 01.15' της ίδιας ημέρας (εννοείται το μεσημέρι, δηλαδή 13.15', 1 ώρα και 15' μετά το συμβάν) και όταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τροχαίας μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος δεν υπήρχαν ούτε ίχνη, αλλά ούτε και η επίμαχη μοτοσικλέτα...

Καμία δε φωτογραφία της τελευταίας δεν προσκομίστηκε από κανέναν διάδικο, ούτε και υπάρχει στην παρούσα δικογραφία, σε κανένα στάδιο της επί δεκαετία εν λόγω διαφοράς, ώστε να επιθεωρηθεί αρμοδίως και συναχθούν τα αντίστοιχα συμπεράσματα, που θα βοηθούσαν στην εξεύρεση της αλήθειας για την κρινόμενη υπόθεση, αντίθετα μάλιστα μάρτυρες υποστηρίζουν ότι κάηκε από τον πατέρα του ιδιοκτήτη της προκειμένου να εξαφανίσει τα ίχνη της.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καμία αμέλεια δεν βαρύνει τον πρώτο εξ αυτών καθόσον "δεν έπιασαν τα φρένα της μηχανής", όπως κατέθεσε εξ αρχής αυτός, στην από 16-12-2006 χωρίς όρκο έκθεση εξέτασής του, κατάθεση η οποία ενισχύεται και από την από 15-11-2006 έκθεση εξέτασης χωρίς όρκο της πρώτης ενάγουσας, η οποία κατέθεσε επί λέξει ότι "ενώ είχε κατηφοριά δεν έπιασαν τα φρένα του μοτ/του και πέσαμε πάνω στα κιγκλιδώματα της περίφραξης του σχολείου και στη συνέχεια εγώ στον αύλειο χώρο του οποίου το ύψος ήταν πέντε (5) περίπου μέτρα", ενώ επιπλέον κατέθεσε αρχικά ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του πρώτου εναγόμενου, όπως και η μητέρα της τρίτη ενάγουσα.

Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μεταγενέστερα, από 13.02.2013, πραγματογνωμοσύνη: α) ήταν αδύνατον ο οδηγός πρώτος εναγόμενος να μην είχε αντιληφθεί στα 3 λεπτά που προηγήθηκαν του ατυχήματος, κατά τα οποία έκανε βόλτα με αυτό, μαζί με την πρώτη ενάγουσα, ότι η μοτοσικλέτα δεν είχε φρένα, αφού από την πρώτη στιγμή θα χρειαζόταν να ανακόψει την πορεία του ενόψει διασταυρώσεων κλίσεων, στροφών, κατηφόρα, κίνηση άλλων οχημάτων, ενόψει το ότι το ...

βρίσκεται σε πλάγιά, στους πρόποδες του …, β) τα εμπρόσθια και οπίσθια φρένα της συγκεκριμένης μηχανής είναι παντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους, λειτουργούν όπως τα φρένα του ποδηλάτου, και αποκλείεται να μην λειτουργούσαν αμφότερα, και ειδικότερα σε ένα μηχανάκι αγώνων, που έχει βελτιωμένα φρένα σε σχέση με ένα συμβατικό μηχανάκι, αυτό δε θα το είχε αντιληφθεί ο οδηγός του από τα πρώτα 20-50 δευτερόλεπτα της διαδρομής, όταν δε φρενάρει το εμπρόσθιο δεν λειτουργεί και το πίσω και αντίστροφα και σε περίπτωση που ένα από τα δύο δεν λειτουργούσε, ο τροχός που θα λειτουργούσε θα εγκατέλειπε ίχνη στο οδόστρωμα, κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέβη, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, γ) ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη μηχανή αγώνων οι ταχύτητας ανεβαίνουν - κατεβαίνουν και δίχως συμπλέκτη και για να μην χάνεται χρόνος και για καλύτερο χειρισμό ή επίδειξη από τον αθλητή - χειριστή, και ενόψει του ότι ήταν σε κατηφορική οδό, ο οδηγός του ανέπτυξε μεγαλύτερη των περιστάσεων ταχύτητα προκειμένου να μην χρησιμοποιήσει τα φρένα για να σταματήσει, αλλά σε αντικατάσταση αυτών να κατεβάσει (καρφώσει) ταχύτητα προς επίδειξη δεξιοτεχνίας.

Όμως η συγκεκριμένη μηχανή που έχει κινητήρα δίχρονο δεν μπορεί να επιτελέσει τέτοια λειτουργία, η οποία θέλει κινητήρα τετράχρονο, αλλά και έμπειρο αναβάτη, κάτι το οποίο δεν γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, αλλά ούτε και έμπειρος αναβάτης ήταν. Το παρόν Δικαστήριο, αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω στοιχεία καταλήγει στη κρίση ότι το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός της πρώτης ενάγουσας, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ανηλίκου οδηγού, ο οποίος, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες ασφαλούς οδήγησης που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 & 3, 20 και 94 παρ. 1, 2, 3 & 5 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ανωτέρω ζημιογόνο αποτέλεσμα του τραυματισμού της επιβαίνουσας σε αυτό), μη διαθέτοντας την κατά νόμο άδεια οδηγήσεώς του, και μη διαθέτοντας την ανάλογη εμπειρία στην οδήγηση παρομοίων δικύκλων αγώνων, δεν οδηγούσε το ως άνω δίκυκλο με την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ασκώντας τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του, ούτε ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητά του, την οποία έπρεπε να μειώσει κάτω από την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 40 χλμ/ώρα, ενόψει των ως άνω περιστάσεων και των ειδικών οδικών συνθηκών (κατηφόρα, είσοδος σε οδό που είχε προτεραιότητα), έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ανάλογα με την περίπτωση και αν προέκυπτε ανάγκη, ακόμη και να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο, ευρισκόμενο στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση που είχε μπροστά του τον μαντρότοιχο του σχολείου τους.

Αντίθετα ο ανήλικος οδηγός τη δίκυκλης μοτοσικλέτας αποδείχθηκε ότι έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 50 χιλ/ώρα, παρά δε το γεγονός ότι οδηγούσε δίκυκλο εντός κατοικημένης περιοχής και πλησίαζε σε διασταύρωση και είχε ορατότητα του μαντρότοιχου του σχολείου τους από μεγάλη απόσταση, τουλάχιστον 50-60 μέτρων, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αλλ' αντίθετα ανέπτυξε ταχύτητα άνω των 50 XAΩ, ανώτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 40 χιλιομέτρων ανά ώρα, η οποία είναι επιπλέον κατά πολύ αυξημένη ενόψει των προμνησθεισών κυκλοφοριακών συνθηκών και της οδήγησης εντός πόλης.

Το αποτέλεσμα της υπερβολικής αυτής ταχύτητας, αλλά και της απειρίας του και της αδεξιότητάς του στην οδήγηση μοτοσικλέτας αγώνων, ήταν να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει το δίκυκλό του (δεν βρέθηκε κανένα ίχνος τροχοπέδησης του δικύκλου) προς αποφυγή της σύγκρουσης, αλλά ούτε και να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, για να αποτρέψει την επί του μαντρότοιχου πρόσκρουση του δικύκλου του, είτε προς τα δεξιά, είτε προς τ' αριστερά, αφού στην οδό ...

στην οποία εισέρχονταν, αποδείχθηκε ότι δεν κινούνταν άλλο όχημα τη στιγμή εκείνη, και το ελεύθερο πλάτος της ήταν 8 μέτρα και έτσι να επακολουθήσει η σφοδρή πρόσκρουση του δικύκλου στο μαντρότοιχο και ο εξ αυτής τραυματισμός της πρώτης των εναγόντων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το ατύχημα είναι απόρροια της μηχανικής βλάβης του δικύκλου και συγκεκριμένα της εμπλοκής στα φρένα του, δεν κρίνεται πειστικός από το παρόν δικαστήριο, καθόσον κάτι τέτοιο θα το είχε αντιληφθεί στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα των 3 τουλάχιστον λεπτών που προηγήθηκαν, και έκανε βόλτα με αυτήν ο πρώτος εναγόμενος, επίσης δεν είναι δυνατόν αμφότερα τα φρένα του συγκεκριμένου δίτροχου, κατά τα προαναφερθέντα από τον πραγματογνώμονα, να μην λειτουργούσαν και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε ο οδηγός να ενεργήσει έστω και την τελευταία στιγμή τον ενδεδειγμένο ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά για να αποφύγει την κατ' ευθείαν πρόσκρουση του δικύκλου στον μαντρότοιχο του σχολείου.

Στη κρίση αυτή του δικαστηρίου είχαν βαρύτητα όχι μόνο τα λογικά συμπεράσματα της προαναφερθείσας πραγματογνωμοσύνης, που προσκόμισαν οι ενάγοντες, αλλά και το γεγονός ότι από κανέναν διάδικο και ιδιαίτερα από τους εναγόμενους, δεν επιδείχθηκε ούτε μία φωτογραφία του δικύκλου, όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν, αλλά ούτε συντάχθηκε κάποια πραγματογνωμοσύνη αυτού προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι τα φρένα του δεν λειτουργούσαν.

Στην ίδια κρίση κατέληξε και το ποινικό δικαστήριο, και με την με αριθμό, ήδη αμετάκλητη, 224/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, ο πρώτος εναγόμενος και εκεί κατηγορούμενος κρίθηκε ότι τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της πρώτης ενάγουσας. Ωστόσο συνυπαίτιοι στον τραυματισμό της ενάγουσας είναι και οι γονείς του 16ετούς τότε ανηλίκου, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων, οι οποίοι έχοντες εκ του νόμου την εποπτεία του, δεν άσκησαν την προσήκουσα επιτήρηση και επίβλεψη αυτού, ώστε να τον αποτρέψουν να οδηγεί και μάλιστα μοτοσικλέτες τρίτων, χωρίς να έχει άδεια ικανότητος οδηγού....

Οι γονείς του δεν είχαν λάβει αυστηρά μέτρα για ν` αποτρέψουν αυτόν από την οδήγηση δικύκλων και μάλιστα αγωνιστικών που δεν κυκλοφορούσαν νόμιμα, δεν καθοδήγησαν τον ανήλικο με βάση τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς και δεν έστρεψαν την προσοχή του στους κινδύνους που απορρέουν από την οδήγηση δικύκλων χωρίς άδεια οδηγήσεως.

Οι όποιες χαλαρές συστάσεις εκ μέρους τους δεν ήταν αρκετές για να τον αποτρέψουν από την επικίνδυνη ενέργεια του να οδηγεί χωρίς άδεια, η οποία επαναλαμβανόταν, όπως ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει η παραπάνω μάρτυρας.

Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων δεν ανέτρεψαν το μαχητό τεκμήριο σε βάρος τους από το άρθρο 923 ΑΚ περί ευθύνης τους ως εποπτεύοντες, για τη ζημία που προξένησε ο υιός τους στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες... Περαιτέρω οι 1ος, 2ος, 3η και ήδη 4ο (πρώην 7ο) των εναγομένων, με δήλωση των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, που περιελήφθη στα πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν επικουρικά κατ` ένσταση την οποία επαναφέρουν στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η τραυματισθείσα επιβάτιδα της μοτοσυκλέτας, πρώτη ενάγουσα είναι συνυπαίτια στον τραυματισμό της διότι με δική της πρωτοβουλία δέχθηκε να επιβιβασθεί στην τελευταία αν και γνώριζε ότι ο οδηγός της Γ.

Α. δεν είχε άδεια ικανότητας οδηγήσεώς της. Σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, ο ισχυρισμός τους αυτός αξιολογείται, όχι εκ των προτέρων συγκατάθεση του θύματος να υποστεί οποιαδήποτε ζημία, πράγμα που συνεπάγεται απαλλαγή του υπαιτίου, αλλά ως συντρέχουσα αμέλεια αυτού λόγω αυτοδιακινδυνεύσεως (άρθρο 300 ΑΚ).

Πράγματι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται και ως ουσιαστικά βάσιμος διότι αποδείχθηκε ότι η παθούσα εκτέθηκε συνειδητά στον κίνδυνο. Όπως προαναφέρθηκε, με δική της πρωτοβουλία επιβιβάστηκε στη μοτοσικλέτα, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι μοτοσικλέτα αγώνων και ότι ο συμμαθητής και φίλος της δεν διέθετε άδεια οδηγήσεώς της, έλλειψη η οποία συνετέλεσε στην κρινόμενη περίπτωση στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον αυτός λόγω ακριβώς της εν λόγω έλλειψης άδειας οδηγήσεώς της, δεν γνώριζε να την οδηγήσει και ήταν άπειρος ώστε να την χειριστεί κατάλληλα και να αποφύγει με τον κατάλληλο ελιγμό τη σύγκρουσή της πάνω στο μαντρότοιχο του σχολείου τους.

Συνεπώς ευθύνεται και η ίδια, κατά ποσοστό 30% για τον τραυματισμό της... Συνακόλουθα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος ανήλικος οδηγός του δικύκλου δεν ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας, αλλά ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μηχανή εμφάνισε μηχανικό πρόβλημα και δη δεν λειτούργησαν τα φρένα της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις και εσφαλμένα επίσης εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε στην κρίση του, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους συναφείς λόγους (κύριους και πρόσθετο) της εφέσεώς τους...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη 872/2016 απόφασή του, αφού δέχθηκε την 51/30.03.2012 έφεση και τον πρόσθετο επ' αυτής λόγο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δικάζοντας επί της ένδικης, 426/55/11.02.2010 αγωγής των, ύστερα από εξαφάνιση της 102/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο είχε απορρίψει αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκρινε, ότι κυρίως υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού της ενάγουσας, πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι ο πρώτος εναγόμενος - ήδη πρώτος αναιρεσείων, ενώ, εις ολόκληρον με αυτόν και λόγω της, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ανηλικότητάς του, ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων - εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, οι εκ του νόμου ασκούντες την εποπτεία του γονείς του, δεύτερος και τρίτη τούτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων και η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη συνυπαίτια κατά ποσοστό 30% στην πρόκληση του τραυματισμού της, αφού γνώριζε ότι ο οδηγός της δεν διέθετε άδεια οδήγησης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 300 ΑΚ, εφ' όσον, τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, (οδήγηση χωρίς άδεια ικανότητας δίκυκλης μοτοσικλέτας αγώνων, η οποία επιπλέον δεν κυκλοφορεί νόμιμα στο οδόστρωμα και την ως εκ τούτου, απειρία του περί την οδήγηση του συγκεκριμένου δίκυκλου οχήματος, υπερβολική ταχύτητα άνω των 50 χλμ την ώρα εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας 40 χλμ την ώρα, αύξηση αντί μείωση την ταχύτητας κατά την προσέγγιση του οχήματος σε διασταύρωση και είσοδο σε δρόμο προτεραιότητας, αδυναμία αποφευκτικού ελιγμού λόγω απώλειας ελέγχου της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του δικύκλου στον μαντρότοιχο του σχολείου και ακολούθως την εκτίναξη της συνεπιβαίνουσας ανήλικης τότε, πρώτης αναιρεσίβλητης παθούσας πάνω από το ύψος των κιγκλιδωμάτων του σχολικού προαύλιου χώρου και την πτώση της στην εσωτερική αυλή του σχολείου, το επίπεδο της οποίας είναι κατά πέντε μέτρα χαμηλότερο από το επίπεδο του εξωτερικού δρόμου), γενικώς και αντικειμενικώς λαμβανόμενα, αποτελούν τη μόνη πρόσφορη αιτία του ατυχήματος.

Επομένως οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις αυτές του εναγομένου συνιστούν την κατά την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη υπαίτια συμπεριφορά, η οποία οδήγησε σε επιζήμιο για την παθούσα αποτέλεσμα και το Εφετείο κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, παραβίασε τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψης, όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος, προκάλεσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του ρητώς αναφερομένου στην αίτηση άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και των λοιπών ως άνω διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ.

β' του ΑΚ, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 & 3, 20 και 94 παρ. 1, 2, 3 & 5 του ΚΟΚ, τις οποίες, αν και δεν αναφέρουν αριθμητικά οι αναιρεσείοντες, προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τις από τους αριθμούς 1 εδ.

α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αποδίδονται στην προσβαλλομένη.

Περαιτέρω, με την από τον από τον αριθμό 1β' του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ο πρώτος αναιρεσείων ειδικώς αιτιάται την προσβαλλομένη με τον ίδιο λόγο, επικαλούμενος ότι η από 13.02.2013, "πραγματογνωμοσύνη", ήτοι η έκθεση γνωμοδότησης του αρμοδίου προς τούτο ειδήμονος - αναλυτή τροχαίων ατυχημάτων Π. Α., την οποία το Εφετείο, (κατά τους αναιρεσείοντες), χρησιμοποίησε για τη συναγωγή διδαγμάτων κοινής πείρας προκειμένου, το μεν να ερμηνεύσει το άρθρο 914 ΑΚ, το δε να υπαγάγει τα σ' αυτήν διαλαμβανόμενα περιστατικά και συμπεράσματα για ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος:

α) περιέχει κενά σημεία και ανεπιβεβαίωτα στοιχεία, όσον αφορά την κατάσταση του ζημιογόνου οχήματος καθώς μεσολάβησαν για τη σύνταξή της επτά έτη από την ημερομηνία του ατυχήματος, β) ο συντάξας αυτήν πραγματογνώμονας δεν είχε στη διάθεσή του κανένα πραγματικό στοιχείο σχετικό με το ατύχημα, (φωτογραφία του ζημιογόνου οχήματος, μετρήσεις κλπ), ούτε και διενήργησε επιτόπια θεώρηση στον τόπο του ατυχήματος, και τέλος, γ) τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν σχετικά με την κατασκευή της μοτοσικλέτας και ειδικώς το σύστημα πέδησης, αλλά και με τις συνθήκες του ατυχήματος έρχονται σε αντίθεση με την κοινή πείρα και λογική.

Οι παραπάνω όμως, διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις αναφέρονται στην κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων και κατά συνέπεια ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ομοίως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, συνδυαστικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι ίδιες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για ανεπάρκεια αιτιολογίας, όσον αφορά τις συνθήκες της σύγκρουσης και την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος.

Σε κάθε περίπτωση οι αναφερόμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρύθμισης είναι διαφορετικές.

Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).

Με εξαίρεση τους επιβάτες λεωφορείου (άρθρο 45 ν. 4841/1930), δεν θεωρούνται "τρίτοι" οι επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και, συνεπώς, οι αξιώσεις αυτών δεν διέπονται από το ν. ΓΠΝ/1911 αλλά από το κοινό δίκαιο, κατ' άρθρο 12 του νόμου αυτού (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 1409/2006). Κατά συνέπεια ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από το αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης νόμου, για το λόγο ότι στην ένδικη περίπτωση αμέλειας του οδηγού της μοτοσικλέτας δεν συνέτρεξαν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 12 του ΓΠΝ/1911, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την από το πταίσμα του πρώτου αναιρεσείοντος προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ζημία, δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη, αλλά εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση ευθύνης του αναιρεσείοντος ως οδηγού τροχοφόρου οχήματος για τον οφειλόμενο σε δικό του πταίσμα τραυματισμό της, συνεπιβαίνουσας στο ζημιογόνο όχημα, αναιρίβλητης.

Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου επί αγωγής προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εάν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια του εναγομένου οδηγού, έστω και εάν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς.

Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσεως της αγωγής και δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 432/2018, ΑΠ 716/2017, ΑΠ 832/2011). Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο προς θεμελίωση της υπαιτιότητας του εναγομένου νυν αναιρεσείοντα οδηγού έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά, τα οποία κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, καθυστερημένα και για πρώτη φορά προβλήθηκαν με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, στο περιεχόμενο του οποίου ενσωματώθηκε αυτούσια η ως άνω, με ημερομηνία 13.02. 2013, έκθεση γνωμοδότησης ("πραγματογνωμοσύνη"), αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών, που, με βάση όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, θεμελιώνουν την υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Τα περιστατικά αυτά, έστω και εάν δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ούτε ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από τη λήψη υπόψη μη προταθέντων ή μη παραδεκτώς προταθέντων ισχυρισμών.

Επιπλέον η με τον ίδιο λόγο αιτίαση σχετικά με την παράλειψη των αναιρεσιβλήτων να αντικρούσουν εγκαίρως την εκδοχή των αναιρεσειόντων για το ατύχημα, (εμπλοκή του συστήματος τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας), δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου.

Από το άρθρο 520 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως (εφετήριο) πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και τους λόγους εφέσεως. Οι τελευταίοι συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 1440/2005).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08).

Με τον παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 933/2014 ΑΠ 371/2008), καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ 2091/86 ΑΠ 267/2017). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από όλους τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την κατ' αυτών και της 102/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους έφεση, λόγω αοριστίας των προβαλλομένων μ' αυτή αιτιάσεων (λόγων) της "εσφαλμένης εφαρμογής νόμου" αφενός και της "κακής εκτίμησης των αποδείξεων" αφετέρου.

Προς τούτο επικαλέστηκαν, ότι στο δικόγραφο της έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν προσδιοριζόταν ο κανόνας δικαίου, που έπρεπε να εφαρμοστεί και δεν εφαρμόστηκε, αλλά και η έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της επικαλουμένης ως άνω κακής εκτιμήσεως σφαλμάτων της εκκαλούμενης ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή τους.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της συμπροσβαλλομένης με αριθμό 1211/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, του δικογράφου της έφεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής προκύπτει, ότι ο λόγος με τον οποίο οι εκκαλούντες αναιρεσίβλητοι προέβαλαν το σφάλμα της παραβίασης νόμου, απερρίφθη (σελίδα 6), ως αόριστος και επομένως ο ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι κατά τούτο αλυσιτελής.

Κατά δε το δεύτερο μέρος ο ίδιος αναιρετικός λόγος, που αφορά τον προβληθέντα με το εφετήριο για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων λόγο, είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων λόγου της έφεσης δεν ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός των σχετικών σφαλμάτων, τα οποία εξάλλου εξειδικεύτηκαν με τον πρόσθετο λόγο, αλλά αρκούσε η επίκληση στο εφετήριο της, εξαιτίας αυτής, συναγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως ο τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί κατά τις διακρίσεις, που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν, ως απαράδεκτος και ως αβάσιμος, αντίστοιχα. Τέλος η εκδίκαση υποθέσεως υπαγομένης στην καθύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως ούτε από τον αρ. 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε από τους αρ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, διότι το είδος της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται μία υπόθεση δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ώστε η εκδίκασή της κατά διαφορετική διαδικασία να δημιουργεί ακυρότητα, εκτός και αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σε αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ Ολομ. 402/1981, ΑΠ 563/2011).

Εξάλλου για την εφαρμογή της από την διάταξη του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε ειδική διαδικασία απαιτείται μεταξύ άλλων α) η ύπαρξη απαιτήσεως αποζημιώσεως οιασδήποτε μορφής για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. β) η ζημία να έχει ως αίτιο το αυτοκίνητο, να τελεί, δηλαδή, σε άμεση σχέση μ' αυτό.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδοντας στο δικαστήριο της ουσίας την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δίκασε την αγωγή επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, όχι με την κατά το νόμο τακτική διαδικασία που άρμοζε στη νομική θεμελίωσή της στο άρθρο 914 ΑΚ, αλλά κατά την ειδική διαδικασία της διάταξης του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι από καμία διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζονται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης, προβλέπεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δίκασε την υπόθεση με διαδικασία διαφορετική εκείνης που προβλέπεται από το νόμο (Ολ.ΑΠ 402/1981, ΑΠ 563/2011, ΑΠ 1288/2008) και αφετέρου διότι, εφόσον πρόκειται για ζημία που προήλθε από τη λειτουργία τροχοφόρου μηχανοκίνητου οχήματος, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, για την εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, είναι αδιάφορη η νομική βασιμότητα της αγωγής.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττήθηκαν, δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.6.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 872/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Kαι

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ