Legislator Case Law & Legislation
435/2017 AI generated

435/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 435/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη 1538Β/5-9-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αντίκλητο της αναιρεσίβλητης δικηγόρο Παναγιώτη Καμπίτη. Εξάλλου από τα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με αυτή την απόφαση προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Legislator headnote

AI generated

435/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 435 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 435/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Nικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Θ. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2589/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 719/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 11-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη 1538Β/5-9-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αντίκλητο της αναιρεσίβλητης δικηγόρο Παναγιώτη Καμπίτη. Εξάλλου από τα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με αυτή την απόφαση προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

2. Κατά το άρθρο 1 του ν. 3320/2005: "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. 3.

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5[...]".

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες ο νομοθέτης απέβλεψε στην τακτοποίηση του προσωπικού το οποίο, αν και είχε προσληφθεί για την εξυπηρέτηση διαρκών και πάγιων αναγκών διαφόρων υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, παρείχε εξαρτημένη εργασία με διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, λογιζόμενο κατ' επίφαση ότι εξυπηρετεί πρόσκαιρες ή επείγουσες ανάγκες του οικείου φορέα απασχόλησης και, κυρίως, από τις διατάξεις της παρ. 4 συνάγονται (σαφώς, σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία γίνεται από την παρούσα σύνθεση του δικαστηρίου) οι εξής δύο κατευθυντήριες αρχές ως προς τους όρους αμοιβής των κατατασσόμενων σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Η πρώτη αρχή συνίσταται στο ότι οι κατατασσόμενοι δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως στην οποία κατατάσσονται από την ημερομηνία της κατάταξής τους (ημέρα έκδοσης της πράξης κατάταξης) και στο εξής. Πράγμα που σημαίνει ότι για το χρονικό διάστημα πριν από την εν λόγω ημερομηνία δεν δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως αυτής, άσχετα προς το αν στην πραγματικότητα παρείχαν την ίδια εργασία, την οποία παρέχουν και μετά την κατάταξή τους.

Διότι η προηγηθείσα απασχόλησή τους είχε συντελεσθεί μη νομίμως, με συνέπεια να συνιστούν εργαζόμενους διαφορετικής κατηγορίας από τους υπηρετούντες σε νομοθετημένες θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καταρτισθείσες με τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων και να μη μπορούν να υπαχθούν στο μισθολόγιο εκείνων ούτε ευθέως ούτε με εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) αλλά ούτε και με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904) αφού ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης προσωπικού στη θέση στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο.

Δικαιούνται μόνο τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία οφείλονται απ' ευθείας εκ του νόμου (άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της Υ.Α. 19040/1981 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του α.ν. 539/1945) σε κάθε εργαζόμενο που παρέχει εξαρτημένη εργασία, ανεξάρτητα προς το αν η παροχή της γίνεται με έγκυρη ή άκυρη σύμβαση (ΑΠ 460/2014, ΑΠ 1040/2011, άλλως ΑΠ 276, 277/2015, ΑΠ 2203/2014).

Η δεύτερη αρχή συνίσταται στο ότι οι κατατασσόμενοι, ήδη από την κατάταξή τους, δικαιούνται να προσμετρήσουν τον προηγηθέντα χρόνο απασχόλησής τους με συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου ως προϋπηρεσία για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή τους στη θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην οποία κατατάσσονται.

Αυτό είναι εύλογο και συνάδον προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η κατάταξη έχει ως προϋπόθεση τη διαπίστωση ότι η προηγηθείσα απασχόληση, ανεξάρτητα προς το πώς την είχαν χαρακτηρίσει οι συμβληθέντες, συνιστούσε στην πραγματικότητα παροχή εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1694/2014 και ΑΠ 694/2014).

3.Εν όψει των ως άνω διακυμάνσεων της αναιρετικής νομολογίας ως προς την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3320/2005, εκδόθηκε η 942/2015 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία διατύπωσε ερμηνεία σύμφωνη με την εδώ προκρινόμενη και παρέπεμψε το σχετικό ζήτημα, ως ενέχον ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην πλήρη ολομέλεια αυτού. Καθίσταται λοιπόν εμφανές ότι στην προκείμενη διαφορά, της οποίας αντικείμενο αποτελεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, το δικαστήριο δεν πρέπει να αποφανθεί πριν από την έκδοση απόφασης από την πλήρη ολομέλεια, ενώπιον της οποίας η υπόθεση συζητήθηκε την 20-10-2016. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει ευλόγως περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της υπό κρίση διαφοράς μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της (πρβλ. ΑΠ 355/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ