Legislator Case Law & Legislation
435/2016 AI generated

435/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 435/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 435 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

435/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 435 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
motor vehicle ownership unsecured parked vehicle rights of ownership standing of property owner unauthorized motor vehicle parking unlawful squatting
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 435 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 435/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Μαϊου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσίβλητων:1) α) Ε. χήρας Γ. Π. το γένος Ε. Κ. και β)Α. Π. του Γ., ως κληρονόμων του Γ. Π., 2) Α. Α. του Σ., 3) Σ. Α. του Ε., 4) Ν. Γ. του Α., 5) Κ. συζ. Α. Κ., το γένος Σ., 6) Ν. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:40509/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1705/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 14-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 1096 ΑΚ προκύπτει, ότι μετά την επίδοση της αγωγής ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από το πράγμα και ευθύνεται για τα ωφελήματα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως οχλήσεως προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, Ωφελήματα δε είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (ΑΚ 962). Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ’ άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της .../1980 δημόσιας διαθήκης της αποβιωσάσης το 1981 στη Θεσσαλονίκη Τ. Ν. Ν., η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ...... και δημοσιεύθηκε νόμιμα .........περιήλθαν στην κυριότητα του πρώτου ενάγοντος δυο όμορα ακίνητα, τα οποία ευρίσκονται στη θέση " Άνωθεν κήπου Κ. Α." του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Την κληρονομιά ο πρώτος ενάγων αποδέχθηκε με •τις δηλώσεις αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου......, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα το 1982. Το έτος 1918 ο ελληνικός στρατός και συγκεκριμένα το Τάγμα Γεφυροποιών εγκαταστάθηκε στον ευρισκόμενο στην εν λόγω θέση " Άνωθεν κήπου Κ. Α." χώρο, ο οποίος επί τουρκοκρατίας χρησιμοποιείτο ως στρατόπεδο, και στις αρχές του έτους 1932 κατέλαβε νοτίως του στρατοπέδου αυτού έκταση δέκα [10] περίπου στρεμμάτων, η οποία ανήκε στην κυριότητα διαφόρων ιδιοκτητών και στην οποία περιλαμβανόταν και τα προαναφερόμενα ακίνητα. Την έκταση αυτή χρησιμοποιούσε ως πεδίο ασκήσεων και χώρο εναποθέσεως υλικών γεφυροκατασκευής. Η κατάληψη της εκτάσεως έγινε με σκοπό την αναγκαστική απαλλοτρίωση της, η οποία, όμως, δεν συντελέσθηκε, διότι δεν καταβλήθηκε η καθορισθείσα αποζημίωση. Λόγω αμφισβητήσεως της κυριότητας του επί των εν λόγω ακινήτων εκ μέρους του εναγομένου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείον Εθνικής Αμύνης", ο πρώτος ενάγων άσκησε εναντίον τους αναγνωριστική αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 365/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αναγνωρίσθηκε κύριος των ακινήτων. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη. Ακολούθως, ο πρώτος ενάγων, με τις από 7-2-2002 και 3-4-2002 επιστολές του, αντίστοιχα, ζήτησε την απόδοση των επιδίκων από το εναγόμενο και το Ταμείο Εθνικής Άμυνας που τα κατείχαν. Στο αίτημα αυτό ανταποκρίθηκε μόνο το τελευταίο, ενώ το εναγόμενο συνέχισε να τα κατέχει ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων της Ελληνικής Αστυνομίας και ως τμήμα μείζονος περί φραγμένου ακινήτου, όπου, εκτός των άλλων, υπάρχει κτίριο της Αστυνομίας με φρουρό στην πύλη εισόδου της περιφράξεως. Στις 18-7-2003 ο πρώτος ενάγων πώλησε τα ακίνητα αυτά στους λοιπούς ενάγοντες. ..........Μετά την προς αυτούς μεταβίβαση των επιδίκων οι δεύτερη έως και έκτος των εναγόντων υπέβαλαν προς το εναγόμενο την από 30-12-2003 αίτηση τους, με την οποία του ζητούσαν να τους αναγνωρίσει συγκύριούς των επιδίκων και να τους τα αποδώσει. Όμως, το εναγόμενο δεν προέβη στην ενέργεια αυτή και συνέχισε να τα χρησιμοποιεί για τη στάθμευση των αυτοκινήτων της Ελληνικής Αστυνομίας μέχρι τουλάχιστον την 2-11-2004........ Το γεγονός ότι το εναγόμενο έκανε χρήση των επιδίκων το ένδικο διάστημα, στηρίζει και το γεγονός ότι, καίτοι ο πρώτος ενάγων είχε ασκήσει και την υπ’ αριθμ. καταθ. 45520/2000 αγωγή κατά του εναγομένου με αίτημα την απόδοση από το εναγόμενο της ωφέλειας που είχε από τη χρήση των επιδίκων, επί της οποίας έγινε τελεσίδικα δεκτό με την 1779/2004 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ότι το εναγόμενο βρισκόταν στην κατοχή του ακινήτου για προγενέστερο χρονικό διάστημα, το τελευταίο δεν είχε αντιδράσει αρνούμενο το περιεχόμενο της αγωγής, και ούτε κάλεσε τους (ενάγοντες) να κάνουν χρήση των επιδίκων, όπως θα έπρεπε, αν πράγματι δεν τα κατείχε, ενέργεια όμως στην οποία δεν προέβη και από την οποία (παράλειψη) συνάγεται ότι συνέχισε να κάνει χρήση των επιδίκων, ενισχυτικό δε της κρίσεως αυτής είναι και το γεγονός ότι από το περιεχόμενο της από 8-1-2004 εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΝΠΔΔ "Ταμείο Εθνικής Άμυνας", η οποία στρεφόταν κατά της 23413/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (επί της οποίας εκδόθηκε η 1779/2004 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου) με την οποία είχαν καταδικαστεί αυτά σε καταβολή αποζημίωσης για εξαχθέντα ωφελήματα από την χρήση του επίδικου ακινήτου για το διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 10-4-2001, συνάγεται παραδοχή της κατοχής του εκκαλούντος επί των άνω ομόρων ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι με την έφεση αυτή, όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο είχε προσβληθεί η εκκαλουμένη μόνο ως προς το ύψος των εξαχθέντων ωφελημάτων, όχι δε και ως προς το ζήτημα της κατοχής αυτών, που αφορά μεν το άνω διάστημα {1-1-1995 μέχρι 10-4-2004), πλην όμως στηρίζει την κρίση και για το επίδικο διάστημα, αφού από τότε δεν αποδείχθηκε ότι μεταβλήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η υφιστάμενη κατάσταση. Επομένως, το εναγόμενο ευθύνεται να αποδώσει στον κύριο των ακινήτων ενάγοντα το όφελος που είχαν από τη χρήση τους και την εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης από τη μίσθωση άλλων όμοιων ακινήτων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τα επίδικα έχουν πρόσοψη σε πεζόδρομο, ευρίσκονται παραπλεύρως της Νομαρχίας και πλησίον της οδού ... Θεσσαλονίκης. Η μισθωτική αξία των παραπάνω ακινήτων ανερχόταν μηνιαίως ανά τετραγωνικό μέτρο και για ολόκληρο το επίδικο διάστημα σε 1,40 ευρώ και συνολικά ήταν:15.903,96 € που ωφελήθηκε το εναγόμενο από την χρήση των ακινήτων, δεδομένου ότι εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη που θα κατέβαλλε για μισθώματα από τη μίσθωση άλλων όμοιων ακινήτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, των ήδη αναιρεσιβλήτων περί απόδοσης των ωφελημάτων τα οποία το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον απέκτησε από την αποκλειστική αυθαίρετη χρήση των επιδίκων ακινήτων, αρνούμενο να αποδώσει στους τελευταίους τη νομή τους, μετά την αμετάκλητη αναγνώρισή τους ως συγκυρίων αυτών, και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε η κατ’ ουσίαν παραδοχή της αγωγής υπό τα προαναφερόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πλήρως αιτιολογείται από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1096 ΑΚ, στην οποία μεταξύ άλλων θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, αφού με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται σ’ αυτήν η ιδιότητα των εναγόντων ως συγκυρίων των επιδίκων ακινήτων, δικαίωμα αμετακλήτως κριθέν έναντι του εναγομένου, η αυθαίρετη αποκλειστική χρήση τούτων από το τελευταίο και η οφειλόμενη από την αιτία αυτή αποζημίωσή τους (εναγόντων) επί των εξαχθέντων ωφελημάτων, που αποκόμισε το αναιρεσείον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της αποφάσεως και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το ... /22-5-2006 έγγραφο του Τμήματος Εσωτερικών Λειτουργιών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού περί της αυθαίρετης κατοχής των επιδίκων ακινήτων και της εξαγωγής ωφελημάτων από τη χρήση τους. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει το παραπάνω έγγραφο, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και τον ίδιο λόγο και άλλα έγγραφα. Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, παρ’ όλο που δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Τέτοια εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ., με το άρθρο 5 του Ν.2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του.

Συνεπώς η διατυπούμενη στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση από τον αρ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης της συνδρομής των επικληθέντων πραγματικών περιστατικών της αυθαίρετης χρήσης των επιδίκων ακινήτων για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, τα οποία έπρεπε να αποδείξουν οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, που είχαν το σχετικό βάρος και όχι το αναιρεσείον να αποδείξει τη μη χρήση αυτών, όπως δέχθηκε η ίδια απόφαση, είναι αβάσιμος, καθ’ όσον από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει ότι η αγωγική αξίωση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, με την ορθή παραδοχή της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτήν από τους φέροντες κατ’ επιταγή του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. το σχετικό βάρος απόδειξης ενάγοντες. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων τα οποία ορίζει το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτικού θέματος. Επομένως μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Εξάλλου κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης, μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ. αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά, που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων επειδή προσέδωσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σε κάποιο αποδεικτικό μέσον, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γιαυτό καθορίζει ο νόμος δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του το ίδιο έγγραφο δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, στο προαναφερόμενο στο δεύτερο αναιρετικό λόγο έγγραφο, είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός, σε σχέση με τον τελευταίο αυτό λόγο, αφού δε νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη αποδεικτικό έγγραφο (πλημμέλεια που αποδίδεται στην ίδια απόφαση με το δεύτερο λόγο όπως προαναφέρεται) και παράλληλα να προσέδωσε σ’ αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στο από 25-7-2002 έγγραφο πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής της Επιτροπής Στρατιωτικής Υπηρεσία, το οποίο είχε με τις προτάσεις του το αναιρεσείον επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι το τελευταίο δεν κατείχε τα επίδικα ακίνητα είναι απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι από εκείνα για τα οποία το επικαλούμενο έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/57, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 1705/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ