435/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 479/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated435/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολομ.ΑΠ 7/2001, 8/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Full text
Απόφαση 435 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 435/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων, που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Εστιαιώτιδος" με έδρα το Μεγαλοχώρι Τρικάλων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπασίμο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαργέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 479/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/1/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 18/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολομ.ΑΠ 138/1966).
Αντιθέτως, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993 1, Ολομ.ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολομ.ΑΠ 7/2001, 8/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Ακόμη, κατά το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολομ.ΑΠ 218/1977). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 268 παρ. 3 εδ.
α' του ΠΔ 410/1995, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του από το ν. 3463/2006 (Κώδ. Δήμων και Κοινοτήτων) "Οι μελέτες των έργων, των προμηθειών της παρ.2 και επομένων του αρθρ.266, των εργασιών ή των μεταφορών καταρτίζονται και θεωρούνται από την τεχνική υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας και αν δεν υπάρχει τέτοια υπηρεσία ή αυτή αδυνατεί, από την τεχνική υπηρεσία του συμβουλίου της περιοχής και αν αυτή δεν υπάρχει ή αδυνατεί, από την τεχνική υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (ΤΥΔΚ)".
Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγεται πως η κατάρτιση των μελετών που αφορούν έργα ΟΤΑ γίνεται αποκλειστικά από υπαλλήλους αυτού ή του συμβουλίου της περιοχής ή της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων και δεν μπορεί να ανατεθεί η κατάρτισή της σε ιδιώτη αρχιτέκτονα μηχανικό. Αν παρ' όλα αυτά καταρτιστεί σύμβαση μεταξύ ΟΤΑ και ιδιώτη μηχανικού, με σκοπό την κατάρτιση μελετών, αυτή είναι άκυρη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ.
Περαιτέρω, η σύμβαση που συνάπτει ένας Δήμος για την ανάθεση μελέτης ή εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή για προμήθεια, πρέπει να περιβληθεί το συστατικό τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει την ακυρότητα της σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 158 και 159 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 862/84, ΑΠ 250/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) αρχιτέκτων - μηχανικός εκθέτει ότι με προφορικές συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του εναγομένου Δήμου (ήδη αναιρεσείοντος), νομίμως εκπροσωπουμένου, από τον Απρίλιο 2003 έως και τον Απρίλιο 2005, ο τελευταίος του ανέθεσε την εκπόνηση των αναφερομένων μελετών για την κατασκευή έργων του Δήμου, αντί συνολικής αμοιβής 114.513,95 ευρώ και ότι ο εναγόμενος αρνείται να του καταβάλει την ως άνω αμοιβή παρότι ο ενάγων του παρέδωσε το συμφωνηθέν έργο.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό, κυρίως με τις διατάξεις της σύμβασης έργου, επικουρικά δε και για την περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων λόγω μη τηρήσεως τού για τη σύναψή τους από το νόμο απαιτούμενου τύπου, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το ανωτέρω ιστορικό και το επικουρικό αίτημά της η αγωγή (αφού το κύριο αίτημα απορρίφθηκε με αμετάκλητη διάταξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως μη νόμιμο συνδεόμενο με άκυρες συμβάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος), σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα ανωτέρω, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις έργου για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ρυθμιζόμενες σε περίπτωση εγκυρότητάς της από το ιδιωτικό δίκαιο, οι οποίες δεν διέπονταν από εξαιρετικό υπέρ του εναγομένου Δήμου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας επί της αγωγής αυτής έκρινε ότι η ως άνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την περί έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκτιμώμενο ως λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (όχι και αριθμ. 1), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της.
Όμως η αγωγή αυτή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρεται σε αυτήν ο χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Δήμου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον τότε Δήμαρχο Χ. Κ., ενώ επίσης διαλαμβάνεται σε αυτήν η ακυρότητα των ενδίκων συμβάσεων, λόγω μη τηρήσεως του αναγκαίου κατά νόμο έγγραφου τύπου, αλλά της κατάρτισής τους προφορικά, Ειδικά δε, αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος Δήμος λόγω της ακυρότητας των επιδίκων συμβάσεων έργου κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος κατά το αιτούμενο ποσό της αμοιβής του, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει σε άλλον αρχιτέκτονα μηχανικό ο οποίος θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με αυτόν (ενάγοντα) στον οποίο θα ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου (εκπόνηση μελετών) με έγκυρη σύμβαση, Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (δεύτερος) είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι, όμως, και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο απέρριψε "με ανεπαρκή αιτιολόγηση" την και με λόγο εφέσεως προταθείσα ένστασή του περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια της ελάσσονος πρότασης (πραγματικών παραδοχών) του δικανικού συλλογισμού και το εξ αυτού αποδεικτικό πόρισμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2012 αίτηση του Δήμου Τρικκαίων (ν.π.δ.δ.) για αναίρεση της 479/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ