435/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑναίρεση. ΕΛΚΕΠΑ (Ελ.Δημόσιο) κατά εργαζομένων υπαλλήλων του με άκυρη σύμβαση εργασίας. Προσωπικό ΕΛΚΕΠΑ. Πότε οι μετ' αυτού συμβάσεις εργασίας είναι άκυρες. Σε τι συνίσταται η αποδοτέα ωφέλεια κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 ΑΚ). Ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας. (ΑΠ 1402/2006). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 (παραβίαση του 904 ΑΚ). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 ως προς την απόρριψη ένστασης εξοφλήσεως. Βάρος αποδείξεως εξοφλήσεως (άρ. 416 και 418 ΑΚ). Πότε ιδρύονται οι από το άρθρ0 559 αρ. 1 και 19, 10 και 13 λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
Legislator headnote
AI generated435/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε με το ν.δ 2473/1953, υπάγεται στο δημόσιο τομέα (άρθρα 51 ν.1892/1990 και παρ.6 ν. 1943/1991) ήδη τελεί υπό εκκαθάριση (άρθρο 13 ν. 2628/1998) και εκπροσωπείται τώρα πλέον από το Ελληνικό δημόσιο, που είναι και ο ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 435 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναίρεση. ΕΛΚΕΠΑ (Ελ.Δημόσιο) κατά εργαζομένων υπαλλήλων του με άκυρη σύμβαση εργασίας. Προσωπικό ΕΛΚΕΠΑ. Πότε οι μετ' αυτού συμβάσεις εργασίας είναι άκυρες. Σε τι συνίσταται η αποδοτέα ωφέλεια κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 ΑΚ). Ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας. (ΑΠ 1402/2006). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 (παραβίαση του 904 ΑΚ). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 ως προς την απόρριψη ένστασης εξοφλήσεως. Βάρος αποδείξεως εξοφλήσεως (άρ. 416 και 418 ΑΚ). Πότε ιδρύονται οι από το άρθρ0 559 αρ. 1 και 19, 10 και 13 λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
Σχετ. ΑΠ 316/2007, ΑΠ 809/2006, ΑΠ 1087/2006, ΑΠ 760/2003, ΑΠ 1402/2002.
Αριθμός 435/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Mίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ", νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4)Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ... και 6)Χ6., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σέμπου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8405/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 17-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε με το ν.δ 2473/1953, υπάγεται στο δημόσιο τομέα (άρθρα 51 ν.1892/1990 και παρ.6 ν. 1943/1991) ήδη τελεί υπό εκκαθάριση (άρθρο 13 ν. 2628/1998) και εκπροσωπείται τώρα πλέον από το Ελληνικό δημόσιο, που είναι και ο ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001.
Κατά το άρθρο 8 του Β.Δ. 639/1963, που αποτελεί το καταστατικό του, το προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ διακρίνεται αφ' ενός μεν σε υπαλληλικό και υπηρετικό και αφ' ετέρου σε τακτικό και έκτακτο. Το μεν σύνολο του τακτικού υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους πενήντα πέντε, το δε τακτικό υπηρετικό προσωπικό δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους πενήντα έξι (παραγ. 1).
Πέραν του κατά την παρ. 1 τακτικού και εκτάκτου προσωπικού του, το ΕΛΚΕΠΑ, προς ενίσχυση των Υπηρεσιών του δύναται να προσλαμβάνει και τους για την αρτιότερη εφαρμογή των επί μέρους σχεδίων αναγκαίους ειδικούς συνεργάτες, ήτοι εμπειρογνώμονες, τεχνικούς μεταφραστές, διερμηνείς συνοδούς κ.λ.π. (παρ. 4). Το προσωπικό αυτό προσλαμβάνεται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου απ' ευθείας ή κατόπιν διαγωνισμού επί συμβάσει μισθώσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλεται επίσης με απόφαση του Δ.Σ.
Οι ειδικοί συνεργάτες προσλαμβάνονται κατόπιν αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής επί συμβάσει μισθώσεως εργασίας, ή επί συμβάσει μισθώσεως έργου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής (παρ. 5). Οι εν γένει αποδοχές του τακτικού και εκτάκτου προσωπικού (μισθοί, επιδόματα, έξοδα κινήσεως) καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η εν γένει αμοιβή των ειδικών συνεργατών καθορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής (παρ. 6). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για την πρόσληψη τακτικού ή εκτάκτου προσωπικού από το ΕΛΚΕΠΑ πρέπει να υπάρχει κενή οργανική θέση και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του και για την πρόσληψη εμπειρογνωμόνων τεχνικών κ.λ.π., απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Προσλήψεις προσωπικού κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι παράνομες και οι σχετικές συμβάσεις άκυρες. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας και το ΕΛΚΕΠΑ, ως εργοδότης, καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου και υποχρεούται ν' αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του. (άρθρο 904 Α.Κ.).
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας στο ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε και Δ.Α.
εκτός, από τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ.λ.π. αφού η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση μπορεί να γίνει και από εργαζομένους που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Τέλος ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Το εναγόμενο - αναιρεσείον, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στο δημόσιο τομέα και ήδη τελεί υπό εκκαθάριση, προσέλαβε την 1-9-1986, 1-10-1986, 3-3-1986, 1-10-1986 και 1-10-1986, την πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγουσών, αντιστοίχως, ως υπαλλήλους, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης που προβλέπεται από το άρθρο 8 παραγρ. 5 του καταστατικού του -ήτοι χωρίς να προηγηθεί σχετική της πρόσληψης τους απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου - και απασχόλησε αυτές υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα τους, μέχρι τις 6-8-1998, επί πενθήμερο (Δευτέρα-Παρασκευή) και από ώρα 07:30-14:30 καθημερινώς.
Όμως, ενόψει της πρόσληψης των εναγουσών, κατά παράβαση των αναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεων, είναι αυτή παράνομη, εντεύθεν δε και οι σχετικές συμβάσεις εργασίας της άκυρες. Κατά συνέπεια μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου υπάρχει κατά τα προεκτεθέντα, απλή σχέση εργασίας, και το τελευταίο ως εργοδότης κατέστη πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας των ακύρως απασχοληθεισών εναγουσών, και επομένως, υποχρεούται να αποδώσει στις άνω εργασθείσες ενάγουσες, την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία τους (άρθρο 904 ΑΚ).
Η ωφέλεια δε αυτή συνίσταται, στην αμοιβή που θα κατέβαλε το εναγόμενο σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, και αυτή (αμοιβή), δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπει το αντίστοιχο μισθολόγιο των υπαλλήλων του εναγομένου που έχει, σύμφωνα με το νόμο, καταρτιστεί με απόφαση του Δ.Σ.
αυτού, εκτός από τα επιδόματα των οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., αφού η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση, μπορεί να γίνει και από εργαζομένους που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Πέραν της άνω αμοιβής τους οι ενάγουσες δικαιούνται, ενόψει της ακυρότητας των συμβάσεών τους, ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και τις αποδοχές αδείας.
Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές των εναγουσών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1994/6-8-1998) για τον βασικό χρόνο απασχόλησης τους (07:30 έως 14:30 ημερησίως) ήσαν:..(αναφέρονται οι μηνιαίες αποδοχές των εναγουσών) και συνολικώς για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εναγόμενο κατέβαλε στην πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών από 8.328.317 δρχ.
στην κάθε μία, για την τρίτη 10.295.399 δραχμές, για την τέταρτη 8.870.711 και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγομένων το ποσό των 9.007.704 δραχμών. Όμως σύμφωνα με το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, εάν στη θέση των εναγουσών απασχολούσε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, θα κατέβαλε τα κατωτέρω ποσά - στα οποία ως άνω δεν περιλαμβάνονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., που σχετίζονται με τις προσωπικές ιδιότητες των εναγουσών - που αποτελούνται, από το βασικό μισθό του κλιμακίου, την οικονομική ενίσχυση, την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), για όσους δεν έχουν επιστημονικό επίδομα, και το τελευταίο για όσους το δικαιούνται και την ΑΤΑ, και ειδικότερα. .... (αναφέρονται τα καταβλητέα στις ενάγουσες για κάθε χρονικό διάστημα, ποσά )....
Εφόσον κατά τα προεκτεθέντα το εναγόμενο για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατέβαλε στις ενάγουσες ποσά που υπολείπονται εκείνων που αναγκαία θα κατέβαλε σε απασχολούμενους σ' αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υποχρεούνται να τους καταβάλει τη διαφορά, η οποία για την πρώτη των εναγουσών ανέρχεται στο ποσόν των 3.697.204 (12.079.521-8.382.317) δραχμών, για τη δεύτερη 3.697.204 (12.079.521-8.382.317) δραχμών, για τη τρίτη 2.903.241 (13.198.634-10.295.399) δραχμών, για την τέταρτη στο ποσόν των 3.403.149 δρχ. (12.273.860 - 8.870.711) και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγουσών στο ποσόν των 3.071.817 (12.079.521-9.007.704) δραχμών.
Περαιτέρω οι ενάγουσες, δικαιούνται κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ευθέως από τις οικείες διατάξεις, τα δώρα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του επιδίκου χρόνου (άρθρα 1 Ν. 1082/1980, 1 παρ. 5 αριθμ. 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 1 ΑΝ 539/1945 και 1 παρ. 2 ΝΔ 454/1966 3 παρ. 6 Ν. 4506/1966, 1 παρ. 3 Ν. 4547/1966).
Ειδικότερα, με βάσει τις προεκτεθείσες αποδοχές που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας κάθε μία από των εναγουσών, δικαιούται ... (αναφέρονται τα ποσά που δικαιούται κάθε μία ενάγουσα για επιδόματα εορτών και αδείας) ....Το εναγόμενο με τις προτάσεις της παρούσης συζήτησης παραδεκτώς επαναφέρει τους ισχυρισμούς, που είχε πρωτοδίκως υποβάλλει, σύμφωνα με τους οποίους, λόγω του κλειστού αριθμού των οργανικών του θέσεων, δεν μπορούσε να προσλάβει τις ενάγουσες, ως τακτικές υπαλλήλους, παρά μόνον ως ειδικούς συνεργάτες αμειβόμενες τουλάχιστον με τα κατώτατα όρια των κοινών υπουργικών αποφάσεων βάσει του ΑΝ 435/1968, πράγμα το οποίο και έπραξε και συνεπώς η ωφέλεια αυτών (εναγουσών) εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν μπορεί να υπερβεί το βασικό μισθό που ορίζεται από τις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις, χωρίς προσαυξήσεις, ο οποίος όμως υπερκαλύφθηκε από τις καταβληθείσες στις εναγόμενες αποδοχές, σε κάθε δε περίπτωση ισχυρίζεται περαιτέρω το εναγόμενο, έχει εξοφλήσει τις πραγματικές αμοιβές τους καταβάλλοντας σύμφωνα με τις επικαλούμενες βεβαιώσεις αποδοχών - για τις οποίες οι ενάγουσες εξέδιδαν δελτίο παροχής υπηρεσιών - στην πρώτη ενάγουσα το έτος 1994 1.895.300 δραχμές και το 1998 4.135.862 δραχμές και συνολικώς 4.135.862 δρχ.
στη δεύτερη τα ίδια έτη (1994, 1998) 1.81245ο και 2.397,159 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4.209.609 δρχ. στην τρίτη ομοίως τα αυτά έτη 2.061625 και 2649636 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4.711.261 δραχμές στην τέταρτη ομοίως 1.880.250 και 3.847.473 δρχ. αντιστοίχως και συνολικώς 5.727.723 δρχ. στην πέμπτη 1.141.425 και 2969521 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4383946 δρχ.
και στην έκτη 1.771.650 και 2066.838 δρχ. και συνολικώς 3.838.488 δραχμές. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το εναγόμενο, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας των εναγουσών, και της απλής εντεύθεν σχέσης εργασίας που το συνέδεε με τις τελευταίες, όφειλε να καταβάλει, ως εργοδότης, σ' αυτές κατά - τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις - και όχι σύμφωνα με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις εκδιδομένων βάσει του ΑΝ 435/1968 - την αμοιβή την οποία αναγκαία θα κατέβαλε σε απασχολούμενο μισθωτό του με έγκυρη σύμβαση εργασίας με το ίδιο αντικείμενο.
Η αμοιβή δε αυτή, ήταν η ανωτέρω αναφερόμενη, - που σημειωτέον δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο - και καθοριζόταν με σχετική απόφαση του Δ.Σ αυτού (εναγομένου). Τα ανωτέρω δε αναφερόμενα από το εναγόμενο ποσά, που έχουν καταβληθεί στις ενάγουσες κατά τα έτη 1994, -1998 και άλλα των υπολοίπων ετών απασχόλησης των εναγουσών από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν μόνον αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης αυτών - των οποίων όμως τις μηνιαίες αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης τους το εναγόμενο δεν αναφέρει - ενόψει του γεγονότος, ότι οι ενάγουσες ελάμβαναν και πρόσθετη αμοιβή, για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, συμμετοχή σε σεμινάρια κ.λπ.
Σε καμία δε περίπτωση τα ως άνω καταβληθέντα στις ενάγουσες ποσά, δεν μπορεί να αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις, αφού το εναγόμενο, τους κατέβαλε αποδοχές, σύμφωνα με τις επικαλούμενες από αυτό ως άνω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, και όχι με βάση το μισθολόγιο των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του.
Για την εξόφληση συνεπώς των ως άνω οφειλομένων από το εναγόμενο στις ενάγουσες ποσών, που προέκυψαν από την ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας τους, κανένα ποσόν το εναγόμενο δεν τους έχει καταβάλει. Συνακολούθως δε η περί εξοφλήσεως ένσταση αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποδοτέα από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.
ωφέλεια σε κάθε μία από τις ενάγουσες για την εργασία που παρείχαν με απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, λόγω άκυρης προσλήψεως τους σε νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, όπως ήταν το εναγόμενο, ήταν ίση με τις αποδοχές του υπαλληλικού προσωπικού του εναγομένου με βάση το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, εάν στη θέση των εναγουσών απασχολούσε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να περιλαμβάνονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., που σχετίζονται με τις προσωπικές ιδιότητες των εναγουσών, δεν παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 904 Α.Κ.
Ο δε περί του αντιθέτου, πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, διότι η αποδοτέα στις ενάγουσες από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. ωφέλεια έπρεπε να προσδιοριστεί "βάσει των προαναφερόμενων εκδοθεισών, κατά τη διαδικασία του Α.Ν. 435/1968, Υπουργικών Αποφάσεων "περί κατωτάτων ορίων μηνιαίων μισθών προσωπικού γραφείων υπηρετούντος σε φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη ασκούντα επιχείρηση πλην αμίσθων υποθηκοφυλακείων", βάσει των οποίων η αποδοτέα αυτή ωφέλεια έχει υπερκαλυφθεί από τις καταβληθείσες σε αυτές αποδοχές, είναι αβάσιμος.
Επίσης αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και οι δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, διότι, ενώ δέχεται ότι το εναγόμενο κατέβαλε στις ενάγουσες τις αποδοχές που προβλέπονταν από τις οικείες Υπουργικές Αποφάσεις και όχι αυτές που ελάμβαναν βάσει μισθολογίου οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπάλληλοί του, ακολούθως δεν αφαίρεσε τις ως άνω καταβληθείσες αμοιβές από τα ποσά που επιδίκασε ως δικαιούμενες από τις ενάγουσες αποδοχές, απορρίπτοντας εξ ολοκλήρου την ένσταση εξοφλήσεως", καθόσον το Εφετείο επιδίκασε, όπως οι ενάγουσες ζητούσαν, τη διαφορά των καταβλητέων, βάσει μισθολογίου του αναιρεσείοντος, αποδοχών των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του, και των καταβληθέντων, βάσει των πιο πάνω οικείων Υπουργικών Αποφάσεων και, συνεπώς, αφαίρεσε τις καταβληθείσες αυτές αμοιβές.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι και για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εναγόμενο κατέβαλε συνολικώς "στην πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών από 8.328.317 δρχ. στην κάθε μία, για την τρίτη 10.295.399 δραχμές, για την τέταρτη 8.870.711 και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγουσών , το ποσό των 9.007.704 δραχμών", ποσά τα οποία και αφαίρεσε από τα ποσά που δέχθηκε ότι αυτές δικαιούνται κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και επιδίκασε την προκύπτουσα διαφορά.
Από το άρθρο 416 Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι ο οφειλέτης έχει το βάρος της αποδείξεως της καταβολής, η οποία επιφέρει την απόσβεση του επίδικου χρέους, εάν δε ο δανειστής, εις απόκρουση της περί εξοφλήσεως αυτού (χρέους) ενστάσεως του οφειλέτη, κατ' αντένσταση ισχυρίζεται ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος (άρ.418ΑΚ), εφ' όσον αυτός αποδείξει τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους τούτου, ο οφειλέτης φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη , ενώ κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αριθ. 13 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, πρώτο, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 άρ. 10 και 13 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως πλημμέλειες, η παραδοχή, χωρίς απόδειξη, ως αληθινών πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, και ειδικότερα ότι, "εσφαλμένως το Εφετείο στην επικουρική του αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως, δέχθηκε, ότι οι καταβληθείσες αποδοχές στις ενάγουσες, τις οποίες πρότεινε το εναγόμενο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.
σε εξόφληση, αφορούσαν σε πρόσθετη αμοιβή τους για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, συμμετοχή σε σεμινάρια κλπ., χωρίς απόδειξη και χωρίς να εξειδικεύει στην απόφαση του πόσα και ποια από τα αναγραφόμενα στις καρτέλες αμοιβών ποσά αφορούσαν δήθεν σε αμοιβές των εναγουσών για άλλες παρασχεθείσες από αυτές εργασίες, με ταυτόχρονη αναφορά στα αντίστοιχα εκδοθέντα από τις ενάγουσες δελτία παροχής υπηρεσιών, στα οποία να αναγράφεται το καταβλητέο ποσό και η αιτία για την οποία καταβλήθηκε και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αντιδίκων, αφορούσε σε δικαιούμενη από αυτές αμοιβή πέραν των αποδοχών του βασικού χρόνου απασχολήσεως.
Το δε σχετικό βάρος αποδείξεως έφεραν οι ενάγουσες, διότι, όπως προκύπτει από τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου προτάσεις του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., το τελευταίο, προς στήριξη της ενστάσεως εξοφλήσεως, πρότεινε τα συνολικά ποσά που καταβλήθηκαν στις ενάγουσες για τα έτη 1994 έως 1998, με προσκόμιση και επίκληση των αντίστοιχων βεβαιώσεων αμοιβών, για τις οποίες οι αντίδικοι εξέδιδαν δελτία παροχής υπηρεσιών, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, λόγω του χαρακτηρισμού των συμβάσεως τους από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.
ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών....". Όμως, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτός ο (κατ' αντένσταση) ισχυρισμός των εναγουσών αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προβλήθηκε και ως λόγος εφέσεως, ότι, δηλαδή οι αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα καταβολές, προς εξόφληση του αγωγικού χρέους, δεν αφορούσαν μόνον αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης αυτών, αλλά αποτελούσαν και αμοιβές για εκτελεσθείσα από τις αναιρεσίβλητες, υπερεργασία, υπερωρίες, συμμετοχή σε σεμινάρια κλπ.
και ότι δεν αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις, "αφού το εναγόμενο, τους κατέβαλε αποδοχές, σύμφωνα με τις επικαλούμενες από αυτό ως άνω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, και όχι με βάση το μισθολόγιο των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του", όπως, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο".
Συνεπώς, μετά τη πιο πάνω παραδοχή, ότι, δηλαδή, οι ενάγουσες εργάστηκαν και πέραν του βασικού χρόνου απασχόλησης, και τους καταβλήθηκε επιπλέον αμοιβή για την εργασία τους αυτή, το αναιρεσείον έπρεπε να αποδείξει ότι οι επικαλούμενες καταβολές έγιναν προς εξόφληση του επίδικου χρέους (που αφορούσε το βασικό χρόνο απασχόλησης) και όχι οι αναιρεσίβλητες. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, κατέληξε στην απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως, ως αναπόδεικτης, από την εκτίμηση των αναφερομένων λεπτομερώς στην απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρος, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι), δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, ο δε τρίτος, πρώτο, δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 άρ. 10 και 13 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ν.3693/1957, δικαστικά έξοδα πρέπει να καταβάλλει στις αναιρεσείβλητες το Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση (αρ. καταθ.359/17-3-2008) για αναίρεση της 8405/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ