Legislator Case Law & Legislation
435/2008 AI generated

435/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 435/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3741/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1496/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 22/1/2007 αίτησή του και τους από 6/12/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

435/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο της εταιρείας ".... ΟΕ", καθώς και την υπ' αριθ. .... απόδειξη είσπραξης ποσού 52.117,38 ευρώ, β) το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο της εταιρείας "..... ΟΕ", καθώς και τη σχετική προσφορά της ίδιας εταιρείας, γ) την υπ' αριθ. .... απόδειξη παροχής υπηρεσιών του βαφέα αυτοκινήτων ........., δ) το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας "......

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 435 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 435/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αυγ. Μαύρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Εδρεύουσας στο Μαρούσι Αττικής ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νόμιμα εκπροσωπούμενης ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας με απορρόφηση, αρχικής εναγομένης ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS" Α.Ε.Γ.Α. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3741/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1496/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 22/1/2007 αίτησή του και τους από 6/12/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτός νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για ν' αποδείξει τη βασιμότητα των αγωγικών του αξιώσεων που αφορούν την αξία του καταστραφέντος αυτοκινήτου του και την αποθετική ζημία που υπέστη μέχρι να το αντικαταστήσει αγοράζοντος άλλο αυτοκίνητο και, συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:

α) το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο της εταιρείας ".... ΟΕ", καθώς και την υπ' αριθ. .... απόδειξη είσπραξης ποσού 52.117,38 ευρώ, β) το υπ' αριθ. .... τιμολόγιο της εταιρείας "..... ΟΕ", καθώς και τη σχετική προσφορά της ίδιας εταιρείας, γ) την υπ' αριθ. .... απόδειξη παροχής υπηρεσιών του βαφέα αυτοκινήτων ........., δ) το υπ' αριθ. .....τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας "......

ΟΕ, ε) το υπ' αριθ. ...τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας "...... ΟΕ", στ) το υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής του ηλεκτρολογείου αυτοκινήτων ...... και ζ) την υπ' αριθ. ....... απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ίδιου ως άνω ηλεκτρολογείου. Από τις με ημερομηνία 19-4-2005 και εμπροθέσμως κατατεθείσες στις 20-4-2005 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι πράγματι ο αναιρεσείων, προκειμένου ν' αποδείξει τη ζημία που υπέστη από την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του και ειδικότερα, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για ν' αγοράσει παρόμοιο μεταχειρισμένο φορτηγό αυτοκίνητο, καθώς και τα κέρδη που απώλεσε μέχρι να θέσει σε κυκλοφορία το νέο αυτοκίνητο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαπιστώνεται έλλειψη προσκομιδής των εν λόγω εγγράφων.

Όμως, από την καταχωρισμένη στην ίδια απόφαση γενική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που φέρνουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, αναφορικά με την αξία κατά το χρόνο του ατυχήματος του καταστραφέντος φορτηγού αυτοκινήτου του και την αποθετική ζημία που υπέστη από τη στέρηση της χρήσης του κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο του ατυχήματος και μέχρι να θέσει σε κυκλοφορία το νέο αυτοκίνητο που αγόρασε.

Συνεπώς είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση, κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Η παράθεση των αναγκαίων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την απ' αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη και συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης του καθένα στα δικαστήρια (ΑΠ 618/2007). Εξάλλου, προκειμένου περί αιτιάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου λόγω παραβιάσεως διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η προσδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων εχαρακτήρισε ως εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, τα οποία είτε πλημμελώς εχρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.

Τέλος, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο δεύτερος και τέταρτος λόγους αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι υπέπεσε στις νομικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι, κατά τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη εξαιτίας της καταστροφής του εν λόγω αυτοκινήτου του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 298 ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αξία του καταστραφέντος αυτοκινήτου του ήταν "ενόψει της μεγάλης ηλικίας του" 35.500 ευρώ και ότι το ποσό των 1760 ευρώ που δαπάνησε για εισιτήρια και διαμονή του σε ξενοδοχεία, προκειμένου να προβεί σε έρευνα της αγοράς και σε διαπραγματεύσεις για την αγορά νέου αυτοκινήτου, δεν περιλαμβάνονται στη ζημία που υπέστη, διότι οι δαπάνες αυτές αφορούν την αγορά του νέου αυτοκινήτου.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, η άποψή του για την έννοια των ως άνω διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου για τη συνδρομή των όρων της εφαρμογή αυτών, χωρίς να αναφέρονται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει τη νομική κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Περαιτέρω, αν και επικαλείται ο αναιρεσείων παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον ως άνω κανόνα δικαίου, δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε αναφέρει αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν μεν αλλά εσφαλμένα.

Επίσης, ο αναιρεσείων, παρότι επικαλείται πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ως άνω πλημμέλεια. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι. Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 298 ΑΚ κρίνοντας ότι δεν έχει σχέση με το ατύχημα η δαπάνη ποσού 1760 ευρώ, στην οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων, προκειμένου να προβεί στην έρευνα της αγοράς και σε διαπραγματεύσεις για την αγορά νέου αυτοκινήτου.

ΙΙΙ. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που του είχε επιδικάσει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, μείωσε το ποσό αυτό σε 5000 ευρώ και έτσι υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι και απορριπτέοι, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμοι, αφού δεν διαπιστώθηκε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.

IV.- Ύστερα απ' όλα αυτά, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και του πρώτου πρόσθετου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την αξία του καταστραφέντος αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και την αποθετική ζημία που υπέστη αυτός από τη στέρηση της χρήσης του. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρετικό μέρος της παρούσας απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1496/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ