435/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης …27/2001 και …93/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2720/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4804/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους και τον από 9 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετο λόγο αυτής.
Legislator headnote
AI generated435/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 § 12 ΚΠολΔ για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη τω αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο δεν απέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη στην από 28.9.2000 ιατροδικαστική έκθεση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 435 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 435/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Δ., ενεργούντος ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Π. Κ., 2. Σ. συζ. Γ. Κ., ενεργούσας ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρας της Π. Κ., 3. Δ. Κ. του Γ. και Σ., 4. Δ. Κ. του Γ. και Α. και 5. Π. συζ. Δ. Κ., όλων κατοίκων .... 'Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κακόγιαννο, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω φερόμενη ως ανήλικη Πραξιθέα Καστάνη του Γεωργίου ενηλικιώθηκε πλέον και παρίσταται ατομικά για τον εαυτό της εκπροσωπούμενη από τον ίδιο δια πληρεξουσίου εγγράφου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης …27/2001 και …93/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2720/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4804/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους και τον από 9 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του μοναδικού του προσθέτου δικογράφου και την αναίρεση της προσβαλλόμενης ως προς τους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: Ότι στις 17/9/2000 και περί ώρα 2:45 π.μ. ο πρώτος εναγόμενος Π. Μ., οδηγώντας τη χωρίς αριθμό κυκλοφορίας μάρκας ΥΑΜΑΗΑ DI 200R μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, που ήταν ανασφάλιστη και για την οδήγηση της οποίας δεν είχε την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια ικανότητας, έβαινε με μεγάλη ταχύτητα επί της οδού Χρ, Μ.
στην πόλη των … έχοντας συνεπιβάτη του τον ηλικίας 18 ετών Ι. Κ., υιό των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφό της ανήλικης Π. και αδελφό του τρίτου και εγγονός του τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων. Ότι η οδός αυτή στο ύψος του οικοδομικού αρ. 1, όπου διασταυρώνεται με την οδό Π. έχει πλάτος οδοστρώματος 12 μ. και είναι ευθεία σε μήκος 50 μ.
περίπου με κλίση ελαφρά προς Βορρά. Ότι κατά τον παραπάνω χρόνο η κατάστασή της ήταν ξηρά, η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων αραιά, ήταν νύκτα με τεχνητό δημοτικό φωτισμό, ενώ ορατότητα περιορίζεται λόγω νύκτας. Ότι ο ως άνω οδηγός κινούμενος έφθασε στο προαναφερόμενο σημείο της ως άνω οδού και στη διασταύρωσή της με την οδό Π.
όπου το ανώτατο όριο ταχύτητας για τα οχήματα καθορίζεται σε 40 χλμ. την ώρα, λόγω του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ παράλληλα δεν είχε μειώσει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο και η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ την ανωτέρω επιτρεπόμενη ταχύτητα, καίτοι ήταν νύκτα, και εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής χωρίς άδεια ικανότητας οδηγού, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του με συνέπεια να πέσει αυτή επί του οδοστρώματος και συρόμενη μαζί με τους επιβάτες της να σταματήσει πλησίον κολώνας της ΔΕΗ που βρισκόταν στα δεξιά της πορείας της και να τραυματισθούν και οι δύο (οδηγός και συνεπιβάτης) ο τελευταίος μάλιστα θανάσιμα, αφού υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση επήλθε και ο θάνατός του στις 27/9/2000.
Ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας Π. Μ., ο οποίος δεν οδηγούσε το άνω όχημά του (μοτοσυκλέτα) με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία αυτού, το οποίο αντίθετα οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγήσεως, αλλά και με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 40 χλμ την ώρα - ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να προβαίνει στους απαραίτητους χειρισμούς, ρυθμίζοντας ανάλογα την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω συνθήκες (κατοικημένη περιοχή, μεταμεσονύκτια ώρα, κατηφόρα με ελαφρά κλίση προς βορράν).
Ότι και ο θανών συνεπιβαίνων Ι. Κ. ευθύνεται και ο ίδιος για τον θανατηφόρο τραυματισμό του και δη κατά ποσοστόν 50% αφού δεν έφερε κράνος όπως υποχρεούτο. Ότι η παράλειψη αυτή συνετέλεσε οπωσδήποτε στην βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διότι αν φορούσε κράνος θα μείωνε σημαντικά τη σφοδρή και αιφνίδια πρόσκρουση της κεφαλής του και θα περιόριζε οπωσδήποτε την έκταση του τραυματισμού του που ήταν βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ότι αφετέρου τελούσε εν γνώσει ότι ο οδηγός της εν λόγω μοτοσυκλέτας εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγού λόγω της φιλίας τους και παρά ταύτα δέχθηκε να επιβιβαστεί σε αυτή με αυτό (α' εναγόμενο) οδηγό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την ασκηθείσα εκ μέρους των αναιρεσειόντων αντέφεση δέχθηκε εν μέρει την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της περί χρηματικής ικανοποιήσεως και αφού ερεύνησε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (κατά τούτο) δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ. (και άρθρου 914 ΑΚ) ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, γι'αυτό και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι ως άνω λόγοι κατά τις διατυπούμενες με αυτούς αιτιάσεις, οι οποίες κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο αναφέρονται σε έλλειψη αιτιολογίας κατά τη στάθμιση, ανάλυση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον το διατυπούμενον πόρισμα είναι σαφές.
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ενόψει τούτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 § 8 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των εναγόντων (αναιρεσειόντων) για τη μη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, ότι δηλαδή ο επελθών θάνατος του συγγενούς τους Ι. Κ. δεν προκλήθηκε από το ότι αυτός δεν έφερε προστατευτικό κράνος το οποίο ουδεμία προστασία θα του παρείχε ενόψει της σφοδρότητας της συγκρούσεως της μοτοσυκλέτας επί του δαπέδου της οδού, της υπερβολικής ταχύτητας και της εκτινάξεως του παθόντος σε ικανή απόσταση από το σημείο ενάρξεως των ιχνών πλαγίας ολισθήσεως της μοτοσυκλέτας του πρώτου εναγομένου, διότι συνιστά άρνηση του προβληθέντος εκ μέρους των εναγομένων ισχυρισμού από το άρθρο 300 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο μνησθείς ισχυρισμός ελήφθη υπόψη.
ΙΙΙ. Επειδή ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων τα οποία έχουν ορισμένη από τον νόμο αποδεικτική δύναμη και όχι ως προς τα ελευθέρως, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, εκτιμώμενα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681 Α και 671 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο κατά την οποία εκδικάστηκε η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως και δεν υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους δύναμη.
Ενόψει τούτων, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 § 12 ΚΠολΔ για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη τω αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο δεν απέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη στην από 28.9.2000 ιατροδικαστική έκθεση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
ΙV. Επειδή η κατά τα άρθρα 294, 295 § 1 και 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής που συνιστά ανάκληση της ενυπαρχούσης σε αυτή συγκεκριμένης αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας, υπό την έννοια της παραιτήσεως μόνο από την έναντι της πολιτείας αξίωση για έκδοση αποφάσεως επί συγκεκριμένης δίκης, έχουσα ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής.
Γιατί το προαναφερθέν από την παραίτηση αποτέλεσμα αφορά μεν την άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης (κατάθεση και επίδοση αντιγράφου της), δεν αφορά όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση αντικειμένου απαιτήσεως κατά το μέρος που η επίδοσή του έχει χαρακτήρα οχλήσεως, ως οιονεί δικαιοπραξίας ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστικής πράξης, παρά την υλική σύμπτωσή τους.
Αντίθετη της ανωτέρω εκδοχής δεν μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που διακρίνει τις συνέπειες της επιδόσεως της αγωγής από εκείνες της καταθέσεως, γιατί με τη διάταξη αυτή σκοπείται ο ακριβής προσδιορισμός της διαδικαστικής πράξεως που επιφέρει τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτέλεσμα της ασκήσεως αγωγής και όχι και ο αποκλεισμός της δυνατότητος αυτοτελούς υπάρξεως της μονομερούς δικαιοπραξίας ή οιονεί δικαιοπραξίας του ουσιαστικού δικαίου που το επιδιδόμενο δικόγραφο τυχόν περιέχει και που δύναται να συντελείται με την απεύθυνση και περιέλευση σε ορισμένο πρόσωπο δηλώσεως οποιουδήποτε τύπου.
Συνεπώς, η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής, καταλύουσα αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξ αιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αλλά όχι και κατά το μέρος που συνιστά απλή όχληση, δεν συνεπάγεται άρση αναδρομική ή μη των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτου η οποία έχει ήδη, μετά την όχληση, ως όρο της, τυχόν επέλθει (Ολ.
ΑΠ 13/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης από 26.2.2001 αγωγής τους οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να τους επιδικασθεί ως αποζημίωση για τον θάνατο του συγγενούς τους (υιού - αδελφού - εγγονού) Ι. Κ. τα εις αυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Τόσο στο ιστορικό όσο και στο σκεπτική της άνω αγωγής περιλαμβάνετο η φράση: "να τραπεί το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό". Το Μονομελές Πρωτοδικείο το ποίο έκρινε επί της ένδικης αγωγής δέχθηκε ότι αυτή ήταν εξ υπαρχής αναγνωριστική, γι'αυτό και δεν επιδίκασε τόκους επί των χρηματικών ποσών που επιδίκασε στους ενάγοντες.
Κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, με την οποίαν (έφεση) παρεπονείτο αυτό για την υπαιτιότητα του ως άνω αποβιώσαντος Ι. Κ., καθώς και για το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως (το οποίο θεωρούσε υπερβολικό).
Κατά της εφέσεως αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες ήσκησαν με τις προτάσεις τους αντέφεση με την οποία παρεπονούντο ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητος που αναγνώρισε το Μονομελές Πρωτοδικείου στον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του συγγενή τους Ι. Κ., (το οποίο θεωρούσαν υψηλό) δεν διετύπωσαν όμως, όπως από την επισκόπηση των προτάσεών τους προκύπτει συγκεκριμένο παράπονο κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία χαρακτηρίσθηκε αναγνωστική η κρινόμενη αγωγή.- Ελλείψει αντιστοίχου παραπόνου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να επιληφθεί επί του αιτήματος της αγωγής (για επιδίκαση ή μη τόκων - χαρακτηρίζον αυτήν ως καταψηφιστικήν - ή αναγνωστικήν) και έπρεπε να ερευνήσει αυτήν εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος.- Συνεπώς ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός του προσθέτου δικογράφου από το άρθρ. 559 § 9 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 2-9-04 αίτηση των Γ. Κ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4804/04 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ