Legislator Case Law & Legislation
434/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over fixed-term contract conversion and back pay entitlements.

Case Number 434/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Technical University's appeal against a multi-member First Instance Court ruling in a labor dispute. The university argued its employment contracts with 34 employees were invalid fixed-term agreements, while the employees claimed they were entitled to indefinite-term status and back pay for the period before their official appointment. The court upheld the lower court's decision, finding the university's interpretation of the employment relationship correct and rejecting the claim for back pay based on the specific statutory provisions governing such contracts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 578, 579 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that where a public entity concludes fixed-term employment contracts with employees who are subsequently appointed to permanent positions, the initial contracts cannot be transformed into indefinite-term contracts, and the employees are not entitled to back pay for the period prior to their appointment based on the employment contract terms.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contracts public entity labor disputes conversion to indefinite term back pay entitlements Code of Civil Procedure labor law interpretation employment status determination

Cited Legislation

AI generated
Articles 578, 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the 18th Entry to the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1987
Article 648 and following of the Civil Code
Law 4831/2021

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 434/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου πληρεξουσίας Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ….και 34) …, κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους…, εκ των οποίων οι με α/α 4ος, 5ος, 7ος, 8η, 9η, 10η, 12ος, 13η, 16η, 17η, 18η, 19η, 21ος, 25η, 26ος, 31ος, 32ος, 34ος δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνων. Εκδόθηκαν η 1583/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 1028/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή, ανέγνωσε την από 23-1-2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-7-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 119/2013) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1028/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ και από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1583/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 7-12-2008 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης 3406/2008) αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι εφέσεις και ακολούθως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους 1η, 2ο, 3η, 4ο, 5ο, 6η, 7ο, 8η, 9η, 10η, 12ο, 13η, 15η, 16η, 18η, 21ο, 22η, 23η, 24η, 25η, 28ο, 29η, 31ο, 32ο, 33η και 34ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αναφορικά με το κεφάλαιο της εκκαλουμένης με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής τους, και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο για τους ενάγοντες αυτούς, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 1 του Ν. 3320/2005, που εντάσσεται στο κεφάλαιο Α' "Ρυθμίσεις Θεμάτων Προσωπικού" και φέρει τον τίτλο "Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ.

και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. 3.

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5.

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν.2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις", για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν.3230/2004. Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".

Από τη διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο κλπ. με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιλάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιούνταν με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του εν λόγω άρθρου.

Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο, αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ. και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίστηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ.), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε μεν να καταταγούν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από τον χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον, κατά νομοθετική παραχώρηση, η πρόσληψή τους (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1055/2022, 241/2022, 963/2018, 964/2018, 533/2018).'Όμως, μετά μετά την παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 139/2020, 1049/2018, 1805/2017, 260/2012).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 171/2023, 1099/2022, 1264/2019). Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το Ε.Μ.Π.

με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως εξυπηρετούντες πάγιες και διαρκείς ανάγκες και εξ αυτής εδικαιούντο να λάβουν δώρα εορτών και επίδομα αδείας, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5,6,7 και 11 του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 1 παρ.1 έως 5 του Ν.3320/2005 και των άρθρων 648 επ.

και 681 Α.Κ., ως και των διατάξεων του Α.Ν.539/1945 και Ν.4504/1966, αλλά και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών σχετικά με το καθεστώς και τις συνθήκες, υπό τα οποία οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν στο 'Ιδρυμα κατά τον επίδικο χρόνο. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτά μόνον ως προς το πρώτο σκέλος του, ενώ οι περιλαμβανόμενες στο δεύτερο σκέλος του αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το (δικάσαν ως Εφετείο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1028/2013 απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής ουσιώδη: ".... Οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι, προσελήφθησαν από το εναγόμενο, μέσω του τμήματός του, του "Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων 'Ερευνας", από το έτος 1997 και εντεύθεν για χρονικό διάστημα που δεν υπερέβαινε το ένα έτος, με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό, κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) η 1η έως και η 27η από αυτούς, Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) ο 28ος έως και η 30ή από αυτούς και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.) ο 31ος έως και ο 34ος από αυτούς.

Οι συμβάσεις αυτές μετά την παρέλευση του αρχικά ορισθέντος χρόνου ανανεώθηκαν για χρονικό διάστημα πάλι μικρότερο του έτους και στη συνέχεια ανανεώνονταν συνεχώς, πάντοτε για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, μέχρι και τον Απρίλιο του 2007, οπότε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, αφού με διαπιστωτικές πράξεις του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του εναγομένου, που επικυρώθηκαν με Πράξεις του Πρύτανη, κρίθηκε ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε διοικητικό προσωπικό και πληρούσαν όλες τις κατά νόμο προϋποθέσεις, προκειμένου να καταταγούν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η κρίση δε αυτή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 754/07.03.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, το εναγόμενο το Μάιο του 2007 τους κατέταξε σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.....

Περαιτέρω και αναφορικά με τους 1η, 2ο, 3η, 4ο, 5ο, 6η, 7ο, 8η, 9η, 10η, 12ο, 13η, 15η, 16η, 18η, 21ο, 22η, 23η, 24η, 25η, 28ο, 29η, 31ο, 32ο, 33η και 34ο των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων της υπό στοιχείο Β'εφέσεως, ενόψει του ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψαν με το εναγόμενο, καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001.............και των αρ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004..............οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται ως προς αυτούς.

Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν ήδη προσλάβει κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.......

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ως προς τους ως άνω ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.2, 3 και 8 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν.2190/1994, δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου............και ότι πρόκειται επομένως για απλή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο κατάταξης των εναγόντων, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς αυτούς κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου της υπό στοιχ.Β'εφέσως ως προς τους ενάγοντες αυτούς ως βάσιμου κατ' ουσίαν.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, όσον αφορά τους 11η,14η, 17η, 19η, 20ή, 26ο, 27η και 30ή των εναγόντων, οι οποίοι προσελήφθησαν την 2-9-2002, 11-9-2001, 1-7-2002, 15-5-2002, 6-9-2002, 1-7-2002, 1-6-2002 και 1-1-2003 αντίστοιχα.................το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας ότι οι ως άνω συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου..........και ότι πρόκειται επομένως για απλή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο κατάταξης των εναγόντων αυτών, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο...." Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις όλων των εναγόντων που αφορούσαν στα έτη 2003 και 2004, καθώς και τις αξιώσεις των υπ' αρ. 1, 6, 8, 9, 10, 12, 13, 14, 16, 17, 32, 33 και 34 εναγόντων που αφορούσαν στο έτος 2005, έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται δώρων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας του υπολοίπου, προγενέστερου της κατάταξής τους, χρονικού διαστήματος.

Με την κρίση του αυτή το (δικάσαν ως Εφετείο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ήτοι ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, έστω και με την εσφαλμένη παραδοχή ότι οι 1η, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 8η, 9η, 10η, 12ος, 13η, 15η, 16η, 18η, 21ος, 22η, 23η, 24η, 25η, 28ος, 29η, 31ος, 32ος, 33η και 34ος εξ αυτών δικαιούνται τα ως άνω ποσά με βάση τη σύμβαση εργασίας και όχι εκ του νόμου, ως προς το οποίο πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες του κατ' άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠολΔ, ορθά κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθώς και εκείνες του Α.Ν. 539/1945, του Ν. 4504/1966, των άρθρων 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και των άρθρων 648 επ.

του ΑΚ, και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ωσαύτως, μετά την απόρριψη της αναίρεσης απορριπτέα τυγχάνει και η υποβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρ. 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία προϋποθέτει ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων για την αναιρετική δίκη, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 1578/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 119/2013) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1028/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ