Legislator Case Law & Legislation
434/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against default judgment ruling on standing and remands case for retrial.

Case Number 434/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the appellant's standing to sue and remanded the case for retrial. The court found that the appellant had properly attached all necessary documents proving their status as the assignee of the debt at the time of filing the default judgment request. Consequently, the court ruled that the lower court erred in rejecting the claim based on lack of standing, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The court must annul a default judgment if the plaintiff fails to prove standing, but remand the case if the plaintiff subsequently proves they acquired the right to the claim through assignment.

Keywords

AI generated
standing to sue assignment of claims default judgment annulment of judgment remittal for retrial procedural standing assignment of debt

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 764/2017 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 434/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κατσοπουλος - Ε. Βουλγαριδου Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "H. T.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2979/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2049/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 764/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 4656 και 4657/10-5-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Γεωργίου Κιτσούλη προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων υπ' αριθμ. 2049/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ανακοπή τους και ακύρωσε την υπ'αιρθμ.8379/2013 διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν 3156/2003 «1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού Τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ "μεταβιβάζοντος" και "αποκτώντος" σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: (α) από το Προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή (β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων.

Για τους σκοπούς του νόμου αυτού -ιδιωτική τοποθέτηση-είναι ή διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων πoυ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. Αμοιβαία κεφάλαια και εταιρείες επενδύσεων xαρτοφυλακίου με έδρα την Ελλάδα μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση, εφόσον οι ομολογίες έχουν αξιολογηθεί πιστοληπτικό από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού.

Aσφαλιστικά ταμεία και ασφαλιστικοί οργανισμοί δεν μπορούν να μετέχουν σε ιδιωτική τοποθέτηση ούτε μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή εταιρειών επενδύσεων xαρτοφυλακίoυ. 2. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού "μεταβιβάζων" είναι έμπορος με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, εφόσον έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα. "Αποκτών" είναι το νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση επιxειρηματικών απαιτήσεων για την τιτλοποίησή τους σύμφωνα με το νόμο αυτόν ("εταιρεία ειδικού σκοπού"), προς τα οποία μεταβιβάζονται λόγω πώλησης οι επιχειρηματικές απαιτήσεις, εκδότης των ομολογιών είναι ο ίδιος ο αποκτών. 3.

Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ανώνυμη εταιρεία και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών και τις διατάξεις του ν.δ. 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923, εφόσoν δεν είναι αντίθετες με το νόμο αυτόν. Η διάταξη της περιπτώσεως (γ) της παραγράφου 1 του όρθρου 48 του ΚΝ 2190/1920 δεν εφαρμόζεται. 4.

Οι μετοχές της εταιρείας ειδικού σκοπού είναι ονομαστικές. 5. Οι αποφάσεις για την έκδοση και το είδος των ομολογιών λαμβάνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ειδικού σκοπού. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μπoρεί να παρέχεται περαιτέρω εξουσιοδότηση για τον καθορισμό επιμέρους λεπτομερειών, όπως αυτών που αναφέρονται στον αριθμό και τη συνολική ονομαστική αξία των ομολογιών που πρόκειται να εκδοθούν, τον τρόπο και την προθεσμία διάθεσής τους, τον τρόπο καθορισμού της τιμής διάθεσής τους, το πρόσωπο που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, καθώς και τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων.

Η oνομαστική αξία κάθε ομολογίας πρέπει να είναι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. 6. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοπoίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και των καταναλωτών, υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές πρoσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με οποιονδήποτε τρόπο.

Επίσης μπορεί να μεταβιβάζονται και απαιτήσεις υπό αίρεση. Διαπλαστικά ή άλλα δικαιώματα, ακόμη και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 του Α.Κ., εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Ο μεταβιβάζων υποχρεoύται να γνωστοποιεί τη γένεση των απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού.

Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ., η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. 7. Η εταιρεία ειδικού σκοπού, για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, καθώς επίσης και για λόγους αντιστάθμισης κινδύνoυ, μπορεί να συνάπτει πάσης φύσεως δάνεια ή πιστώσεις και ασφαλιστικές ή εξασφαλιστικές συμβάσεις, περιλαμβανομένων και συμβάσεων χρηματοοικονομικών παραγώγων.

Στους σκοπούς της τιτλοποίησης του προηγούμενου εδαφίoυ περιλαμβάνονται, ενδεικτικώς, η άντληση των κεφαλαίων που απαιτούνται για την απόκτηση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, η έκδοση και διάθεση των ομολογιών, η εξόφληση αυτών και των πάσης φύσεως δανείων, πιστώσεων και λoιπών συμβάσεων, όπως ορίζεται στους όρους των σχετικών συμβάσεων και το πρόγραμμα του δανείου. 8.

Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν 2844/2000 και κατισχύει των συμφωνιών μεταξύ μεταβιβάζοντος και τρίτων περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων. Eπιτρέπεται η μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων στην εκδότρια και η προσθήκη αυτών σε εκείνες οι οποίες ήδη χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση, εφόσoν η μεταβίβαση δεν επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου. 9.

Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν όμως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη. Με την αναγγελία πρέπει να oρίζoνται και οι απαιτήσεις στις οποίες αφορά η μεταβίβαση. 10.

Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού.. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Καταβολή προς την εταιρεία ειδικού σκοπού πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του μεταβιβάζοντος και των ελκόντων δικαιώματα από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. 11.

Καταπιστευτική μεταβίβαση των απαιτήσεων δεν επιτρέπεται και οποιοσδήποτε καταπιστευτικός όρος δεν ισχύει Επιτρέπεται η αναπροσαρμογή ή πίστωση του τιμήματος της πωλήσεως και η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης και τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του Λ.Κ., καθώς και μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν για τους σκοπούς τιτλοποίησης.

Η αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανείου ή αναπροσαρμογή των όρων αυτού δεν επιτρέπεται να βλάπτει τα δικαιώματα των υφιστάμενων ομολογιούχων ούτε να επιφέρει την υποβάθμιση της αξιολόγησης του ομολογιακού δανείου. 12. Στις μεταβιβασθείσες ή μεταβιβαστέες απαιτήσεις, με την επιφύλαξη της παραγράφου 18, δεν επιτρέπεται να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο βάρος.

Αν μεταβιβαζόμενη απαίτηση απαρτίζεται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή ενέχυρο ή άλλο παρεπόμενο δικαίωμα ή προνόμιο, το οποίο έχει υπoβληθεί σε δημοσιότητα με καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο ή αρχείο, για τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου αρκεί η καταχώριση της βεβαίωσης της καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 και η μνεία σε περίληψη του εμπράγματου βάρους, του παρεπόμενου δικαιώματος ή του προνομίου.

Από την καταχώριση για κάθε ενέχυρο σε σχέση με τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις επέρχονται τα αποτελέσματα των άρθρων 39 και 44 του ν.δ. 17.7/13.8.1923. 13. Η πώληση και η μεταβίβαση απαιτήσεων σύμφωνα με το όρθρο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων από τραπεζικό δάνειο και πιστώσεις πάσης φύσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα, δεν μεταβάλλει την ουσιαστική, δικονομική και φορολογική φύση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και των σχετικών δικαιωμάτων, όπως ίσχυαν αυτό πριν από τη μεταβίβαση σύμφωνα με τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις.

Ειδικά προνόμια που ισxύουν υπέρ του μεταβιβάζοντος διατηρούνται και ισχύουν υπέρ της εταιρείας ειδικού σκοπού. Στα ειδικά προνόμια του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και τα προνόμια περί την εκτέλεση (δυνάμει του ν.δ. 17.7./13.8.1923 ή άλλης διάταξης) και εκπτώσεις και απαλλαγές από φόρους και τέλη πόσης φύσεως που ίσxυαν κατά τις κατά περίπτωση εφαρμoστέες διατάξεις στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος αναφορικά με την επιδίωξη των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και την ενάσκηση κάθε σχετικού δικαιώματος. 14.

Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσoν ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.

Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή. 15.

Ο διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο υποχρεούται να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, υποχρεωτικά σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό Ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό Ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο.

Στην κατάθεση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται. Κάθε εμπράγματη ασφάλεια που παρέχεται για λογαριασμό των ομολογιούχων, τα κεφάλαια, που εισπράττει ο διαχειριστής για λογαριασμό τους ή οι κινητές αξίες που κατατίθενται σε αυτόν, δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, συμψηφισμό ή άλλου είδους δέσμευση από τον ίδιο ή τους δανειστές του ούτε περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία του.16.

Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγρ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή. 17. Τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεών που μεταβιβάζονται και οι αποδόσεις της κατάθεσης που αναφέρονται στην παράγρ. 15 διατίθενται για την εξόφληση των εκδιδόμενων ομολογιών, κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, φόρους και πάσης φύσεως δαπάνες, καθώς και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας ειδικού σκοπού και των απαιτήσεων κατ' αυτής, όπως ορίζεται στους όρους του ομολογιακού δανείου και του προγράμματος. 18.

Επί των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 15 υφίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών δικαιούχων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, με την καταχώριση της κατά την παράγραφο 1, σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2844/2000. Οι απαιτήσεις για τις οποίες υπάρχει το νόμιμο ενέχυρο κατατάσσονται πριν από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του δανείου. 19.

Από της καταχωρίσεως, το κύρος της πώλησης και μεταβίβασης της παραγρόφου1, των παρεπόμενων προς τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δικαιωμάτων και του νομίμου ενεχύρου, δεν θίγεται από την επιβολή οποιουδήποτε συλλογικού μέτρου ικανοποίησης των πιστωτών, που συνεπάγεται την απαγόρευση ή τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος της εταιρείας ειδικού σκοπού ή τρίτου εγγυοδότη ή δικαιούχου παρεπόμενου δικαιώματος ή του προσώπου που αναλαμβάνει την είσπραξη και διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, ούτε από την υποβολή σχετικής αίτησης κατ` αυτών.

Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για μελλοντικές απαιτήσεις, η γένεση των οποίων επέρχεται μετά την επιβολή του συλλογικού μέτρου ή την υποβολή της σχετικής αίτησης. Εξάλλου, σύμφωνα με την ΥΑ 161338/2003 "Οι προβλεπόμενες από το όρθρο 10 § 8 Ν 3156/2003 συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής ...

και αποτελείται από ένα φύλλο ... και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) Ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα).

Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και δ/νσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών.

Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στα προσαρτημένα στο παράρτημά της παρούσας απόφασης υποδείγματα. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι προκειμένου οι εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον ως άνω θεσμό, μεταβιβάζοντας τις απαιτήσεις τους λόγω πωλήσεως στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις "τιτλοποιούν " ενσωματώνοντας αυτές σε ομολογίες που εκδίδουν, τις οποίες στη συνέχεια διαθέτουν σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, η δε μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν 2844/2000.

Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, χωρίς ωστόσο ο νόμος (3156/2003) να απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του Ν 4354/2015.

Επίσης επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου. Οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο, με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης, του τύπου των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις.

Τέλος στην τρίτη σελίδα καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν "αποτιτλοποίησης - αποχαρακτηρισμού των δανείων", όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000.

Περαιτέρω από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαιτήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλομένους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σ' αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 784/1994), στα οποία -σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή του καθ' ού η αίτηση- περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα.

Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ' άρθρο 628 παρ.1α ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθ' ού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της ουσιαστικής απαιτήσεως με τη βραδύτερη προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, αν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ' ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 914/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 326/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, 10 Ν 3156/2003, 39, 44 του ΝΔ 17.7-13.8/1923 και ΥΑ 161338/2003, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν δικαιούχος της απαιτήσεως για την οποία εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : «Μεταξύ της εφεσίβλητης τράπεζας και της πρώτης εκκαλούσης ομόρρυθμης εταιρείας καταρτίστηκε σύμβαση χορηγήσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στα πλαίσια της οποίας και της επακολουθησάσης πρόσθετης πράξεως, η πιστώτρια τράπεζα χορήγησε πίστωση ποσού 100.000 ευρώ στην ομόρρυθμη εταιρεία, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν εγγράφως τα ομόρρυθμα μέλη της, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εκκαλούσα, την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου ...

Με την από 6-11-2006 σύμβαση εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε κατά τους όρους του άρθρου 10 παρ.8 Ν 3156/2003 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η τράπεζα εκχώρησε στην εδρεύουσα στην Αγγλία εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Α. ΑΡC " τις επιχειρηματικές της απαιτήσεις από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο επισυναφθέν στη σύμβαση παράρτημα, που κατά την προσκομιζόμενη .../2011 βεβαίωση του Ενεχυροφύλακα Αθηνών, μεταξύ αυτών των απαιτήσεων περιλαμβάνεται και η απαίτησή της από την ένδικη σύμβαση.

Αυθημερόν τα μέρη συνεπέγραψαν σύμβαση διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στα πλαίσια της οποίας η τράπεζα ανέλαβε τη διαχείριση των εκχωρηθεισών απαιτήσεων. Στις 22-11-2011 με νεότερη συμφωνία των μερών, νομίμως καταχωρηθείσα, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, εχώρησε αναμεταβίβαση των εκχωρηθεισών απαιτήσεων από την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού στην εφεσίβλητη τράπεζα, η τελευταία δε την ίδια ημέρα με χωριστή σύμβαση εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων εκχώρησε στην εδρεύουσα στην Αγγλία εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "Α.

ΙΙ ΡLC" τις επιχειρηματικές της απαιτήσεις από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο επισυναφθέν στη σύμβαση παράρτημα, μεταξύ των οποίων και αυτές από την ένδικη σύμβαση .... Την ίδια ημέρα συνυπογράφηκε μεταξύ των μερών και σύμβαση διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ....

Η τράπεζα, διατεινόμενη ότι με σύμβαση αναμεταβιβάσεως των εκχωρηθεισών απαιτήσεων μεταξύ αυτής και της ανωτέρω εταιρείας ειδικού σκοπού περιήλθαν και πάλι στην ίδια οι εκ της ενδίκου συμβάσεως απαιτήσεις, με την από 5-3-2013 εξώδικη δήλωσή της, καταγγελία και πρόσκληση που κοινοποιήθηκε στην πιστούχο εταιρεία και τους συνεγγυηθέντες υπέρ αυτής, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και ζήτησε από τους ενεχομένους έναντί της να προέλθουν σε άμεση εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου του κλεισθέντος λογαριασμού, ύψους 105.720,97 ευρώ ....

κατόπιν αιτήσεως της τράπεζας εκδόθηκε η 8379/2013 διαταγή πληρωμής σε βάρος της πιστούχου και των συνεγγυηθέντων υπέρ αυτής... Προς έκδοση της διαταγής πληρωμής η καθ'ης η ανακοπή τράπεζα προσκόμισε με την αίτησή της τα έγγραφα, τα αποδεικνύοντα τη διαδοχική μεταβολή στο πρόσωπο του δικαιούχου των απαιτήσεων από την ένδικη σύμβαση μέχρι και την εκχώρησή τους στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία " Α.

ΙΙ ΡLC ", για το κρίσιμο δε στοιχείο, αυτό που ήθελε αποδείξει ότι κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως αυτής, η αιτούσα- καθ'ης η ανακοπή τράπεζα ήταν αυτή πλέον, μετά τις άνω διαδοχικές εκχωρήσεις, δικαιούχος των τοιούτων απαιτήσεων και συνεπώς νομιμοποιείτο να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής, επικαλέσθηκε επαναμεταβίβαση των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και αυτών από την ένδικη σύμβαση, από την παραπάνω εταιρεία ειδικού σκοπού στην ίδια, προς τούτο δε προσκόμισε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής το …/2012 πιστοποιητικό και την …/2013 βεβαίωση του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών....

Από τη θεώρηση του κρίσιμου εγγράφου, του …/2012 πιστοποιητικού του Ενεχυροφυλακείου, δεν προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια αν υπήρξε και υπό ποία μορφή αναμεταβίβαση προς την καθ'ης η ανακοπή των εκχωρηθεισών στην άνω εταιρεία ειδικού σκοπού απαιτήσεών της, μεταξύ των οποίων και αυτές από την ένδικη μεταξύ των μερών σύμβαση.

Το πιστοποιητικό αυτό αφορά τη δημοσίευση της αρχικής συμβάσεως εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, ακολουθεί δε ιδιαίτερο φύλλο με τον τίτλο "Μεταβολές/προσθήκες της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων " στο οποίο αναφέρεται : «προβαίνουμε σε περιορισμό ή μερική εξάλειψη των αναφερομένων ενεχύρων, τα οποία είναι καταχωρημένα στο οικείο βιβλίο του Ενεχυροφυκακείου Αθηνών» και ακολουθεί αναφορά σε «αποχαρακτηρισμό» κατά τις εκεί αναφερόμενες, ανά ομάδα, ημερομηνίες, μεγάλου αριθμού συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η μεταξύ των διαδίκων.

Είναι πρόδηλο ότι δεν αποδεικνύεται με την απαιτούμενη βεβαιότητα και σαφήνεια η επικαλούμενη αναμεταβίβαση των εκ της ενδίκου συμβάσεως απαιτήσεων στην καθ'ης η ανακοπή τράπεζα, αφού το κρίσιμο ως άνω έγγραφο δεν αποδεικνύει το νομιμοποιητικό της τραπέζης για την υποβολή της προς έκδοση της διαταγής στοιχείο, δηλ.

την κατάρτιση, σε ποιο χρονικό σημείο και με ποιους όρους της επικαλούμενης συμβάσεως αναμεταβιβάσεως των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτή (αναμεταβίβαση ), αλλά σε εξάλειψη ή περιορισμό ενεχύρων, τα οποία φέρονται να είναι καταχωρημένα με διαφορετικό αριθμό απ' αυτόν της συμβάσεως εκχωρήσεως, αφού αυτά φέρονται καταχωρημένα με τους αριθμούς 155 και 205 του τόμου …, ενώ η αρχική μεταξύ των μερών σύμβαση εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι καταχωρημένη με τον αριθμό 315 του ίδιου τόμου του οικείου βιβλίου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών.

Eξάλλου η καθ'ης η ανακοπή ούτε με την αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ούτε κατά τη διαδρομή της δίκης επί της ανακοπής επικαλέστηκε και προσκόμισε την επικαλούμενη σύμβαση αναμεταβιβάσεως των εκχωρηθεισών απαιτήσεων μεταξύ αυτής και της εταιρείας ειδικού σκοπού Α. PLC, από την οποία θα προέκυπτε το αληθές περιεχόμενο της μεταξύ των μερών συμφωνίας και αν αληθώς η καθ'ης η ανακοπή κατέστη και πάλι φορέας των απαιτήσεων από τη σύμβαση, αρκεσθείσα στο ως άνω ασαφές και μη αποδεικνύον εκ του ασφαλούς αυτήν έγγραφο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών.

Μετά ταύτα, από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια και βεβαιότητα ότι δικαιούχος της δι' αυτής βεβαιωθείσης απαιτήσεως είναι η αιτηθείσα αυτή τράπεζα και συνεπώς κακώς αυτή εξεδόθη, κατά τους βασίμους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων που περιέχονται στον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ...

Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την ένδικη ανακοπή, επικυρώνοντας την διαταγή πληρωμής, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η ένδικη διαταγή πληρωμής>>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η ιδιότητα της αιτούσης ως δικαιούχου της απαιτήσεως, ακύρωσε την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και παρά το νόμο προέβη στην ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, καθώς και των εγγράφων τα οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα με την αίτησή της προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επισύναψε στην από 16-4-2013 αίτησή της για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής όλα τα αναγκαία για τη νομιμοποίησή της ως δικαιούχου της εν λόγω απαιτήσεως έγγραφα, μεταξύ των οποίων και επικυρωμένο αντίγραφο της περιλήψεως συμβάσεως, καταχωρηθείσας νομίμως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμ.πρωτ. 127/15-5-2012, στον τόμο … και με αιρθμ. 315, με την οποία επαναμεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα απαιτήσεις που είχαν εκχωρηθεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού «Α.

ΙΙ ΡLC», μεταξύ των οποίων και η επίδικη, η οποία αποχαρακτηρίσθηκε στις 23-12-2011, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος από το παράρτημα της συμβάσεως επανεκχωρήσεως με αριθμ. βεβαιώσεως .../13-3-2013 που χορήγησε το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που αποχαρακτηρίσθηκαν και επαναμεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα περιλαμβάνεται και η επίδικη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.

Ενόψει των ανωτέρω, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, η αναιρεσείουσα είχε καταστεί δικαιούχος της ένδικης απαιτήσεως και συνεπώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεώς της για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 191 αριθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 2049/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ