Legislator Case Law & Legislation
434/2020 AI generated

434/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 434/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3445/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/9/2017 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

434/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α' αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του".

Keywords

AI generated
credibility of asylum claims unlawful international child displacement expulsion of family members right to know one's parentage change of residence situation in country of origin
AI generated
1564/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
2351/2008
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κλπ, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει.
1079/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
532/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
1577/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) .

Αριθμός 434/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αριστείδη Κοντοάγγελου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π.του Δ., κατοίκου, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλέξανδρου Καραμπά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3445/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/9/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 3445/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 488/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 7-11-2016 αίτηση αυτού με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει άμεσα στον τόπο της κύριας και συνήθους διαμονής τους στην ………… τα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία εκείνη είχε μεταφέρει και κρατούσε στην …….

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), είναι δε, παραδεκτή, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (Ολ ΑΠ 754/1986 ΑΠ 1716/1998), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το ν. 2102/1992 και όπως αυτή συμπληρώνεται με το άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας" (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 598/2015, ΑΠ 1857/2011, ΑΠ 1984/1995).

Η από 25-10-1980 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το νόμο 2102/1992, και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 4 αυτής, για κάθε παιδί, νεότερο των δέκα έξι ετών, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας, έχει σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1, την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, στην προηγούμενη κατάσταση.

Προβλέπει, όμως, και εξαιρέσεις στην επαναφορά, όπου το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Στη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα: "η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες, εφόσον:

α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά, είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ησκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού που αναφέρεται στην περίπτωση α' μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από το νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους". Η συγκεκριμένη διάταξη συνιστά τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία όταν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της, δηλαδή μετακίνηση ανηλίκου παιδιού κατά παραβίαση υφιστάμενου δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο και πράγματι να ασκούνταν από το πρόσωπο που επικαλείται την εφαρμογή της Σύμβασης, κατά το χρόνο της μετακίνησης και θίγεται από αυτή, θέτει σε λειτουργία το μηχανισμό της Σύμβασης και οδηγεί στη λήψη του προβλεπόμενου απ' αυτή μέτρου προστασίας.

Το μέτρο αυτό συνίσταται στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής και στο πρόσωπο που ασκούσε την επιμέλειά του, από το οποίο το ανήλικο παιδί έχει παράνομα αφαιρεθεί. Η υποχρέωση επιστροφής υπάρχει μόνον αν η αφαίρεση ή κατακράτησή του είναι παράνομη. Το δικαίωμα επιμέλειας (που διακρίνεται και διαχωρίζεται από το ευρύτερο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, χωρίς το τελευταίο να αποτελεί αντικείμενο προστασίας της Σύμβασης) μπορεί να απορρέει είτε απευθείας από το νόμο είτε από τη δικαστική απόφαση (ή απόφαση διοικητικής αρχής) που ρύθμισε το σχετικό θέμα και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας σε κάποιο πρόσωπο είτε και με βάση ιδιωτικές συμφωνίες περί της επιμελείας που αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στη χώρα της συνήθους διαμονής του παιδιού.

Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α' αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του".

Είναι πρόδηλο ότι μόνο το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου. Αν την επιμέλεια έχουν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο γονείς, από κοινού θα πρέπει να επιλέγουν τον τόπο (χώρα, πόλη, περιοχή, σπίτι) της συνήθους διαμονής του. Το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα κατά τη Διεθνή Σύμβαση, επιδέχεται προσβολής, όχι μόνο από κάποιον τρίτο, αλλά, στην περίπτωση που το ασκούν και οι δύο γονείς, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, και από τον ένα γονέα σε βάρος του άλλου, όπως συνιστά η μονομερής ενέργεια του ενός γονέα, που θα πάρει μόνος του το παιδί και θα το μετακινήσει σε άλλη χώρα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε νομικές διαφορές και αναφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος κατάργησε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, έχει δε δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 72 αυτού), και αποσκοπεί, κατά το προοίμιο αυτού, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε..:, ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί...9.

Ο όρος "δικαίωμα επιμέλειας" περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του... 11. Ο όρος "παράνομη μετακίνηση" ή "κατακράτηση" παιδιού σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού: α) εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από το νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας¨. Κατά δε το άρθρο 11 του ίδιου Κανονισμού: "Επιστροφή του παιδιού 1.

Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "σύμβαση της Χάγης του 1980')', απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8¨.

Έτσι, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης. Εφόσον συντρέχει, κατά τα ανωτέρω, το παράνομο της μετακίνησης ή αφαίρεσης του ανήλικου παιδιού, όταν δηλαδή με αυτές θίγεται το δικαίωμα επιμέλειας που έχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους στο οποίο βρισκόταν η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτηση του, το οποίο (δικαίωμα) ασκούνταν ουσιαστικά, πριν μεσολαβήσουν τα περιστατικά που συνιστούν την απαγωγή, τότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδάφιο α' της Σύμβασης, αν από τη μετακίνησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης εφαρμογής της Σύμβασης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.

Εάν παρά την κατάθεση, της κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης, αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου Κράτους εντός του έτους από την απαγωγή, η διοικητική αρχή επιλήφθηκε αφού είχε παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα, πάλι οφείλει, κατά το β' εδάφιο του άνω άρθρου, να διατάξει την επιστροφή του παιδιού.

Στην τελευταία, όμως περίπτωση, προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής, αν αποδειχθεί, ύστερα από την προβολή σχετικού ισχυρισμού από τον καθ'ου στρέφεται η αίτηση,, ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται εάν η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους επιλήφθηκε της αίτησης πριν παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση (ΑΠ 1030/2017).

Εξαιρέσεις στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού εισάγει και η διάταξη του άρθρου 13 της Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος.

Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη αυτή, η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υποχρεώνεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, παρά την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εφόσον το φυσικό πρόσωπο που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει, προβάλλοντας σχετική καταλυτική ένσταση:

α) ότι το φυσικό πρόσωπο που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.

Οι εξαιρέσεις επιχειρούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να προκύψουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από αυτό καθεαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, και όχι από έκτακτες ή άλλες εξαιρετικές συμπτώσεις, καταστάσεις μη συμβατές για το συμφέρον του. Το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και δικαιώματα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και να μην υπάρχει κίνδυνος η άμεση επιστροφή του, να έχει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την τάση, μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά τη κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει, δηλαδή, τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 916/2010, ΑΠ 63/2001).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011), μπορεί, δε, να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από τη συνεκτίμηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον ενδιαφέροντα δεύτερο, υπό τον αριθμό 2, του δικογράφου, και κατά το ένα μέρος του, καθώς και με τον υπό τον αριθμό 3, λόγους αναίρεσης: "Οι διάδικοι τέλεσαν στις 11.9.2010 νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ………… της ………., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, το ………, που γεννήθηκε στο ……… ………….

στις 8.9.2012 και την αβάπτιστη ακόμη κόρη τους, που γεννήθηκε επίσης στο …………. ……., στις 30.4.2015. Ο εκκαλών, ο οποίος έχει την ιδιότητα του ……………….., ανήκει δε ως μέλος ………………….., διορίστηκε με θητεία, σε μόνιμη προσωποπαγή θέση καθηγητή της βαθμίδας του επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα …………… Σχολής στο γνωστικό αντικείμενο …………………", ορκίστηκε δε και ανέλαβε καθήκοντα με την παραπάνω ιδιότητα …………..

στις …………….. και μονιμοποιήθηκε στην προαναφερομένη βαθμίδα από 7.7.2015, ενώ ήδη από το μήνα Οκτώβριο του 2014 έως και σήμερα έχει λάβει άδεια άνευ αποδοχών. Παράλληλα, με την από 1.10.2014 σύμβαση ανάθεσης έργου σε προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών ανέλαβε από το …………………..), στα πλαίσια υλοποίησης του εκπαιδευτικού έργου του τελευταίου, το έργο της ανοικτής και εξ αποστάσεως διδασκαλίας,.

στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη από την αρχαιότητα έως τον 20° αιώνα, προκειμένου να διδάξει το προπτυχιακό μάθημα σπουδών "Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό", η διάρκεια δε της σύμβασης αυτής ορίσθηκε λήγουσα στις 31.7.2015. Η εφεσίβλητη, από τις 11.11.2004, διορίσθηκε με θητεία πέντε (5) ετών σε κενή οργανική προκηρυχθείσα θέση …………………….., στην κατηγορία II.Ε.

με γνωστικό αντικείμενο "…………….", οπότε μετά την παρέλευση πενταετίας μονιμοποιήθηκε σης 2.11.2009 στη Γ Βαθμίδα και από 11.2.2014 αυτοδικαίως εντάχθηκε σε προσωπαγή …………… σχολής στην κατηγορίας Π.Ε. στη Γ' βαθμίδα. Η υπηρεσία της στο ως άνω πανεπιστημιακό ίδρυμα υπήρξε συνεχής, χωρίς να λάβει ουδέποτε άδεια άνευ αποδοχών, ωστόσο λόγω της κυοφορίας και της γέννησης των δύο ως άνω ανηλίκων τέκνων της, έλαβε τις εξής άδειες:

από 9.11.2011 έως 9.4.2012 άδεια κύησης και λοχείας, από 10.4.2012 έως 10.1.2013 άδεια ανατροφής τέκνου, από 7.3.2015 έως 4.8.2015 άδεια κύησης και λοχείας και από 1.9.2015 έως 31.5.2016 άδεια ανατροφής τέκνου, ενώ ήδη από το Σεπτέμβριο του 2016 διδάσκει κανονικά το μάθημα της ……………………….. στην προαναφερθείσα φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου ……………..

Οι διάδικοι, από της τελέσεως του μεταξύ τους γάμου και πριν από αυτόν διαβιούσαν μόνιμα σε διαμέρισμα του 3*° ορόφου, επί της …………….. …… στους …………………….., ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, ενώ μετακινούνταν συχνά λόγω των εκπαιδευτικών τους υποχρεώσεων στη προναφερομένη …………... Στην προσπάθεια των διαδίκων να βελτιώσουν οικονομικά τις συνθήκες διαβιώσεως τους, ιδίως δε με την έλευση και του πρώτου τους παιδιού και λόγω της οικονομικής κρίσης, που επικρατούσε και επικρατεί ακόμη στην Ελλάδα, ο εκκαλών αναζήτησε εργασία στο εξωτερικό.

Στα πλαίσια αυτά (αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό), ο εκκαλών από τον Ιανουάριο του 2014 υπέγραψε σύμβαση ανάληψης καθηκόντων για την πρόσληψή του στη θέση του επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της ………., θέση μονιμοποιούμενη κατόπιν αξιολόγησης, επί τη βάσει προσυμφωνημένων με το Πανεπιστήμιο κριτηρίων και προσόντων.

Παράλληλα, με τον εκκαλούντα και η εφεσίβλητη, διαμέσου του ιδίου του συζύγου της, αναζήτησε και αυτή εργασία στην ……………, τόσο στην ίδια ως άνω πανεπιστημιακή σχολή της …………….. του πανεπιστημίου της ……………, όσο και για τη θέση του λειτουργού τύπου της …………………… Δημοκρατίας στη ……………, χωρίς όμως θετικά αποτελέσματα.

Έτσι, ο εκκαλών από το Σεπτέμβριο του 2014 εγκαταστάθηκε μόνος στη …………………, όπου άρχισε να εργάζεται, ενώ η εφεσίβλητη μαζί με το ανήλικο υιό τους ……………… παρέμεινε στην ……….., από όπου η τελευταία για τις ανάγκες των επαγγελματικών της υποχρεώσεων κατά τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2014 ταξίδεψε για την ……………, προκειμένου να μεταβεί στην έδρα της ως άνω πανεπιστημιακής σχολής στο ………...

Για το σκοπό αυτό, ο εκκαλών προέβη σε εκμίσθωση μίας κατοικίας πλήρως επιπλωμένης, αποτελούμενης από δύο δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο WC καθιστικό και υπνοδωμάτιο, αρχομένης της μισθώσεως αυτής από 1.9.2014 και λήγουσα στις 15.2.2015, έτσι ώστε να υπάρχει δυνατότητα και στην. εφεσίβλητη να επισκέπτεται τον εκκαλούντα σύζυγό της μαζί με τον ανήλικο ………… στη ………….., ιδίως δετούς μήνες.

Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο .για 10 ημέρες κάθε φορά, όπως η ίδια είχε δηλώσει σε σχετικό e-mail, προς την εκμισθώτρια της εν λόγω οικίας ……………………… Στις 2.5.2016, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης της επιστημονικής κατάρτισης του εκκαλούντος από τη Σύγκλητο του ως άνω Πανεπιστημίου της ……………… στην ……………., και κατόπιν της από 10.6.2015 αίτησης τοπ) στο Τμήμα …….

……………… του Πανεπιστήμιο της …….., προκειμένου να του χορηγηθεί το δικαίωμα· διδασκαλίας, με την οποία συγχρόνως υπέβαλε και πραγματεία υφηγεσίας με -τίτλο "…………………..", ο εκκαλών έγινε ομόφωνα δεκτός από το ως άνω Τμήμα και του χορηγήθηκε το δικαίωμα διδασκαλίας στον τομέα της …………….. Συγχρόνως, από 1.10.2016 προσλήφθηκε ως αντιπρόεδρος του ………………… του ως άνω πανεπιστημίου της …….., η πρόσληψη του δε αυτή με την ως άνω ιδιότητα λήγει στις 30.9.2018.

Ωστόσο, η εφεσίβλητη-μητέρα των ανηλίκων τέκνων τόσο στην 1η της εγκυμοσύνη, κυρίως όμως στη 2η, κατά την κυοφορία της ανήλικης θυγατέρας της, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, προς τούτο δε ιδίως δε μετά το Νοέμβριο του 2014, παρέμεινε κλινήρης στην οικία της στην Αθήνα, δεχόμενη τις υπηρεσίες που της προσέφεραν οι γονείς της, οι οποίοι, προκειμένου να τη βοηθήσουν, ήρθαν από τα …………., τόπο καταγωγής της εφεσίβλητης.

Μετά τη γέννηση κατ του δεύτερου παιδιού της, που συνέβη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στις 30.4.2015, η εφεσίβλητη, εκμεταλλευομένη την άδεια ανατροφής τέκνου, μαζί με τα ανήλικα τέκνα της ακολούθησαν τον εκκαλούντα στον τόπο διαμονής του στη ………, όπου παρέμειναν μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2016. Προς τούτο, μάλιστα ο εκκαλών προέβη στην εκμίσθωση μίας άλλης κατοικίας από 1.9.2015 και με δυνατότητα παράτασης για ακόμα ένα (1) έτος, οπότε πράγματι προέβη στην ανανέωση της εν λόγω μίσθωσης στις 28.5.2016 με ορισθείσα λήξη της μισθώσεως την 1η.6.2017 και με δυνατότητα παράτασης για ακόμη ένα (1) έτος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες στεγάσεως του ιδίου, 1ης συζύγου του και των δύο του παιδιών.

Μάλιστα, όταν η εφεσίβλητη και τα δύο ανήλικα τέκνα της εγκαταστάθηκε στη Βιέννη από το Σεπτέμβριο του 2015, ακολουθώντας τον εκκαλούντα ζήτησαν και έλαβαν τις απαιτούμενες άδειες παραμονής τους καθώς και τις σχετικές e-card, για τις τυχόν επισκέψεις τους σε κέντρα υγείας και νοσοκομεία ιδρύματα, ενώ τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων παρέμειναν ασφαλισμένα και στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ ως προστατευόμενα μέλη της εφεσίβλητης, με αριθμούς Α.Μ.Κ.Α.

……….. και ……………… αντίστοιχα. Επίσης, για τις ανάγκες της μισθοδοσίας του, ο εκκαλών άνοιξε τραπεζικούς λογαριασμούς στην τράπεζα "………………", με αριθμό λογαριασμού …………… και η εφεσίβλητη με αριθμό λογαριασμού ……………, όπου μετέφερε τα ποσά της αποταμίευσής της καθώς και της μισθοδοσίας της από το πανεπιστήμιο της Κρήτης από το οποίο παρέμεινε μισθοδοτούμενη.

Εξάλλου, από τα ίδια ως αποδεικτικά 4 στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το σχολικό έτος 2014 - 2015 ο ανήλικος .· ……… παρακολούθησε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα με την επωνυμία "………….",. επί της οδού …………., στην ……………., ενώ, αργότερα, όταν ·η εφεσίβλητη, ακολούθησε τον εκκαλούντα στη ………….., κατά το σχολικό έτος 2015-2016 ο ανήλικος …………… φοίτησε στο νηπιαγωγείο της Ελληνικής Εθνικής Σχολής της ………..

ενώ συγχρόνως και συγκεκριμένα από 1.10.2015 έως 30.6.2016 επισκέφθηκε και τον παιδικό σταθμό "…. στη …... Στο μεταξύ, όμως οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν σημαντικά, ιδίως του φόρτους, εργασίας του εκκαλούντος και του νέου εργασιακού περιβάλλοντος, που είχε να αντιμετωπίσει, συγχρόνως δε και των αντίξοων συνθηκών, που αντιμετώπιζε η εφεσίβλητη, με δύο βρεφικής και νηπιακής ηλικίας τέκνα αντίστοιχα, χωρίς ιδιαίτερη συνδρομή και βοήθεια από τρίτα πρόσωπα, δεδομένου ότι η πρόσληψη κάποιων baby sitter κι η ενασχόλησή τους με αυτά ήταν έκτακτη, περιστασιακή και προσωρινή.

Ο εκκαλών απουσίαζε για αρκετές ώρες από την οικία του, διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη ή δίνοντας διαλέξεις σε διάφορα συνέδρια στο εξωτερικό, προς τούτο δε ταξίδευε συχνά εκτός …….. χωρίς να ενημερώνει την εφεσίβλητη, ενώ σταδιακά άρχισε να γίνεται βίαιος και εριστικός απέναντι στη σύζυγο του, η οποία για το λόγο αυτό αναγκάσθηκε να απευθυνθεί αρχικά στις 24.2.2016 τηλεφωνικά στη Γραμμή βοήθειας για Γυναίκες κατά της Βίας στη ………., ζητώντας συμβουλευτική βοήθεια σχετικά με τη βία στο Γάμο και τις ψυχικές επιπτώσεις της βίας και αργότερα στο συμβουλευτικό κέντρο "……………" στη ……………, εξαιτίας της πολύ επιβαρυντικής κατάστασης, την οποία βίωνε στο γάμο της και των όσων υπέμενε από ψυχολογική βία στο γάμο της.

Ειδικότερα η εφεσίβλητη επισκέφθηκε το ως άνω κέντρο στις 2,4, 11, 16 και 23.3.2016, στις 1, 8, 15,29.4.2016, στις 13,27, και 31.5.2016 και στις 10,17,22 και 24.6.2016, ενώ το προγραμματισμένο ραντεβού στις 29.6.2016 το ακύρωσε λόγω ασθενείας των τέκνων της. Η εφεσίβλητη μαζί με τα ανήλικα τέκνα της στις 30.6.2016 επέστρεψε "στην Ελλάδα και' συγκεκριμένα από τη ………..

ταξίδεψε για την ……………, γεγονός που γνώριζε ο εκκαλών, καθόσον αυτός ο ίδιος στις 14.6.2016 επιμελήθηκε της έκδοσης των εισιτηρίων τους με την αεροπορική εταιρία "……….". Μάλιστα, λόγω των διαταραγμένων σχέσεων των διαδίκων, η μεν εφεσίβλητη παρέμεινε στην οικία των γονέων της στην …………… και ο εκκαλών σε ξενοδοχείο της ευρύτερης περιοχής της ………..

με τον ανήλικο υιό του ………….. για μία εβδομάδα και αργότερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του στον ………….. Ακολούθως, η εφεσίβλητη, κατάθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) την από 2.9.2016 και με αριθ. κατάθεσης 51932/8105/2016 αίτηση περί προσωρινής ανάθεσης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους …. και της αβάπτιστης θυγατέρας της της οποίας η συζήτηση για την έκδοση προσωρινής διαταγής, που ορίσθηκε στις 9.9.2016 ματαιώθηκε λόγω της υποβολής εκ μέρους του εκκαλούντος αιτήματος του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έχει ορισθεί ως Κεντρική Αρχή, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης για την επιστροφή των τέκνων του στην ………;

τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρονταν να κατακρατούνται παράνομα στην Ελλάδα από τη μητέρα τους, και λίγο αργότερα β) την από 23.9.2016 και με αριθ. κατάθεσης 58245/9249/2016 αίτηση, με την οποία ζητούσε τη μετοίκηση του εκκαλούντος από τη συζυγική οικία .επί της ……………. αρ. ……….. στην ………., ο οποίος μέχρι τότε εξακολουθούσε να κατοικεί σε αυτή, (τουλάχιστον μέχρι τις 31.10.2016) παραλαμβάνοντας και τα σχετικά δικόγραφα και γ) την από 23.9.2016 και με αριθ.

κατάθεσης 58245/9249/2016 αίτηση για καταβολή προσωρινής διατροφής των δύο ως άνω ανηλίκων τέκνων τους, συγχρόνως δε την από 13.10.2016 και με αριθ. κατάθεσης 62560/5621/2016 αγωγή διαζυγίου και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενη κλονιστικά γεγονότα, αναφερόμενα στο πρόσωπο του εκκαλούντος. Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα, οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο με συνεχείς εντάσεις και ύβρεις μεταξύ τους, αρκετές μάλιστα φορές ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους.

Τελικά, στις 19.12.2016 οι διάδικοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο εκκαλών παράδωσε στην εφεσίβλητη τα κλειδιά της μέχρι τότε συζυγικής οικίας επί της ………….. στην ……………, δεσμευόμενος ότι θα παραλάβει όλα τα προσωπικά του αντικείμενα έως -ης 8.4.2017, ενώ στις 20.2.2017 ο εκκαλών προσπάθησε να πάρει τον ανήλικο ………….

με τους συμμαθητές του, στο νηπιαγωγείο, όπου φοιτά, και γνωριμίας με τους συναθλητές του από το ποδόσφαιρο, όπου προπονείται, ενώ η μικρή αβάπτιστη κόρη των διαδίκων, λόγω της βρεφικής της ηλικίας, έχει απόλυτη ανάγκη από τις φροντίδες της μητέρας της, η οποία από της γεννήσεως της, βρίσκεται συνεχώς πλάι της και προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της μικρής της ηλικίας και να της εξασφαλίσει ένα ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον;

απαραίτητο για την ομαλή ψυχοσωματική της ανάπτυξη. Άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών, αναγνωρίζοντας το μεγάλο φόρτο της εργασίας του δεσμεύθηκε προς την εφεσίβλητη με επιστολή του, που έγραψε προς την τελευταία, το χρονικό διάστημα των διακοπών του στην …………… στις 7.8.2016 και στη ……….. στις 2.8.2016 ότι θα προσπαθήσει να περιορίσει τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά, συμμετέχοντας μόνο σε τρία συνέρια στα μέσα Νοεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, το Δεκέμβρη στις ……..

και το Μάιο στο …………., καθώς και ότι θα φροντίσει για την πρόσληψη οικιακών βοηθών και baby sitter, ανάλογα με τις ανάγκες της ιδίας (της εφεσίβλητης), ότι θα: εργάζεται λιγότερο στο γραφείο και περισσότερο στο σπίτι, προκειμένου να της συμπαραστέκεται περισσότερο και να της προσφέρει χρόνο για εκδρομές και συναντήσεις με φίλους τους.

Ωστόσο, η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά του εκκαλούντος προς αυτήν ήταν κακή και ανάρμοστη και ότι δημιούργησε επεισόδια παρουσία των τέκνων, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για την ψυχική τους υγεία και ανάπτυξη, εάν βρεθούν στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον και συνεχίζουν την ίδια οικογενειακή ζωή.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση διεθνούς απαγωγής παιδιού νεότερου των δεκαέξι ετών με τη μορφή της παράνομης κατακράτησης, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Διεθνούς Σύμβασης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιού, διότι όπως αποδείχθηκε απ' όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, η εφεσίβλητη μητέρα τους, που τα μετακίνησε στην Ελλάδα, ασκούσε "εν τοις πράγμασι" κατά το χρόνο της μετακίνησης τους το δικαίωμα της επιμέλειας επί του προσώπου των ανήλικων τέκνων της και είχε ως εκ τούτου το δικαίωμα καθορισμού του τόπου τους και ως τέτοιο επέλεξε τον τόπο της μόνιμης κατοικίας των διαδίκων, που ήταν η ………, πριν μεταβούν στον τόπο διαμονής του εκκαλούντος (άρθρο 5 της Σύμβασης βλσχ.

την Εφ. Θεσ. 998/1997 Αρμ 1997/935). Εξάλλου η τυχόν επιστροφή των τέκνων στη ………… της ……… θα εκθέσει τα ίδια τα τέκνα σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιάγει σ' αφόρητη κατάσταση, ενώ εγκυμονεί για αυτά τα ίδια σοβαρούς κινδύνους καθώς θα απομακρυνθούν από τη μητέρα τους με την οποία μεγαλώνουν, από την πρώτη στιγμή της γέννησης τους (άρθρο 13 παρ.

α, β της ως άνω Σύμβασης). Από την άλλη πλευρά ο εκκαλών, όντας και αυτός εκπαιδευτικός θεωρείται απόλυτα ικανός να ασχοληθεί και να επιμεληθεί των ανήλικων τέκνων του, λόγω δε, ωστόσο, του μεγάλου φόρτου εργασίας του στερείται του απαιτούμενου χρόνου για την καθημερινή φροντίδα των ανήλικων, ενώ η δυνατότητα για τη συνδρομή βοήθειας από άλλο οικείο πρόσωπο στη φροντίδα των ανήλικων, όσο ο ίδιος θα βρίσκεται στην εργασία του, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, και με συμπλήρωση της ελλιπούς αιτιολογίας της, απέρριψε την έφεση κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που όμοια είχε αποφασίσει.

Με τον ως άνω δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν προσδιορίζει ούτε την ψυχική δοκιμασία, ούτε τους σοβαρούς κινδύνους, ούτε σε τι συνίσταται η αφόρητη κατάσταση που εγκυμονεί για τα ανήλικα παιδιά των διαδίκων η επιστροφή τους στη ………… και δεν αιτιολογεί την αόριστη βεβαιότητα για την συνδρομή αυτών των στοιχείων.

Επίσης, διότι δεν αιτιολογεί γιατί η επιστροφή των ανήλικων τέκνων στη Βιέννη θα συνιστούσε απομάκρυνση από τη μητέρα τους, ούτε γιατί η απομάκρυνση αυτή θα τα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο, ούτε γιατί θα τους προκαλούσε αφόρητη κατάσταση, δεδομένου ότι η απομάκρυνση αυτή είναι δεδομένη και με τη διαμονή στην Ελλάδα, αφού η εργασία της αναιρεσίβλητης είναι στην Κρήτη και συνεπώς μακριά από τον τόπο διαμονής των τέκνων που είναι η …...

Με τον ίδιο λόγο αποδίδει σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή εισήλθε στην εξέταση της συνδρομής της άνω εξαίρεσης, μολονότι δέχεται ότι λόγω της άσκησης της επιμέλειας από την αναιρεσίβλητη δεν ήταν παράνομη η μετακίνηση των ανηλίκων από την ….. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλει την απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 12 της άνω Διεθνούς Σύμβασης, δεχόμενο τη συνδρομή εξαίρεσης για την επιστροφή των ανηλίκων, μολονότι αυτός είχε καταθέσει την αίτηση εφαρμογής της Σύμβασης εντός έτους από την απομάκρυνση των ανήλικων από τον τόπο συνήθους διαμονής τους.

Ως προς τους προτεινόμενους ως άνω λόγους αναίρεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: Α) Σχετικά με το ενδιαφέρον μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης: Το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες παρέχουν στον Άρειο Πάγο τη δυνατότητα του αναιρετικού ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 12 και 13 της προαναφερόμενης Διεθνούς Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή και σύμφωνα με το άρθρο 11 του ως άνω Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, κατέληξε στην παραδοχή της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη, καταλυτικής της ασκηθείσας αίτησης επιστροφής των ανήλικων, σχετικής ένστασης, που θεμελιώνεται στο άρθρο 13 της Διεθνούς Σύμβασης.

Ειδικότερα το Εφετείο αποφάνθηκε ότι αποδείχθηκαν τα στηρίζοντα την ένσταση αυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται και στο σκεπτικό της απόφασης και με βάση αυτά ότι η επιστροφή των ανήλικων τέκνων των διαδίκων στη Βιέννη θα εκθέσει αυτά σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιάγει σε αφόρητη κατάσταση, καθώς επίσης ότι εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τα τέκνα καθόσον θα απομακρυνθούν από τη μητέρα τους με την οποία μεγαλώνουν από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, από της γέννησής τους μεγάλωσαν με την αμέριστη αγάπη και φροντίδα που τους δείχνει η μητέρα τους αναιρεσίβλητη, ότι έχουν προσαρμοστεί στο νέο τους περιβάλλον, ειδικά ο ………… (το μεγαλύτερο των τέκνων) ο οποίος έχει αποκτήσει δεσμούς φιλίας με τους συμμαθητές του στο 17ο νηπιαγωγείο της ……….., στο οποίο φοιτά και γνωριμίες με τους συναθλητές του από το ποδόσφαιρο, όπου προπονείται, ενώ η μικρή και αβάπτιστη κόρη τους, λόγω της βρεφικής της ηλικίας, έχει απόλυτη ανάγκη από τις φροντίδες της μητέρας της, η οποία από της γέννησής της βρίσκεται συνεχώς πλάι της και προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της μικρής της ηλικίας και να της εξασφαλίσει ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον, απαραίτητο γα την ομαλή ψυχοσωματική της ανάπτυξη.

Αντίθετα, ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα της κοινής διαμονής τους στη ……….., απουσίαζε για αρκετές ώρες από το σπίτι, διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη ή δίνοντας διαλέξεις σε διάφορα συνέδρια στο εξωτερικό, ταξιδεύοντας συχνά εκτός ………….., αναγνώρισε, δε, και ο ίδιος την αδυναμία του, λόγω του φόρτου εργασίας, να διαθέτει τον απαιτούμενο χρόνο και τη συμπαράστασή του στις ανάγκες της οικογένειας.

Ότι σταδιακά άρχισε να δημιουργεί επεισόδια κατά της συζύγου του, ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους. Με βάση τα ανωτέρω δεχθέντα, κατέληξε στην κρίση της ότι η επιστροφή των παιδιών στη …………. θα εκθέσει τα ανήλικα τέκνα σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιάγει σε αφόρητη κατάσταση, ενώ εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους καθώς θα απομακρυνθούν από τη μητέρα τους.

Ως προς το τελευταίο, σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, από τη λήξη της άδειας ανατροφής του δεύτερου τέκνου της, ήτοι από 31-5-2016, όφειλε να επιστρέψει στην εργασία της στη …… στο ……………., στην οποία εργάζεται από τις 11-11-2004 και από την 11-2-1014 εντάχθηκε σε προσωποπαγή θέση Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) στην κατηγορία ΠΕ και στην Γ' βαθμίδα.

Δέχεται, δε, η απόφαση, κατά την εννοιολογική παράθεση των ανωτέρω, την αδυναμία της αναιρεσίβλητης να εξακολουθήσει να διαμένει στη ………., αφού οι όποιες προσπάθειες για αναζήτηση εργασίας στην ……………… δεν απέδωσαν, σε συνδυασμό και με τη διατάραξη της έγγαμης σχέσης και διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν στη συγκεκριμένη περίπτωση το πραγματικό της ως άνω ένστασης, όσον αφορά την φυσική και ψυχική δοκιμασία, εφόσον τα περιστατικά αυτά, δηλαδή η ξαφνική αλλαγή της οικογενειακής σταθερότητας, της προσαρμογής στο νέο περιβάλλον και της τραυματικής απώλειας επαφής από το γονέα που μέχρι τώρα φρόντιζε τα ανήλικα, αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της επιστροφής τους, αληθή υποτιθέμενα, έχουν την γενική τάση, μετά σφοδρής, πιθανότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου να επιφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αποδοκιμαζόμενα από τη Διεθνή Σύμβαση αποτελέσματα.

Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι δεν υπάρχει δέσμευση για την παραδοχή της αίτησης και την επιστροφή των ανήλικων παιδιών των διαδίκων στον τόπο της συνήθους διαμονής αυτών, που ήταν η ……….., ανεξάρτητα από το ότι η αίτηση εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα εντός του έτους από την απομάκρυνση των ανηλίκων από τον τόπο αυτό, αφού η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης επιστροφής, δεχόμενο ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή των ανήλικων παιδιών να τα θέσει σε φυσική και ψυχική δοκιμασία, περιάγοντας αυτά σε αφόρητη κατάσταση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας στο ζήτημα τούτο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, δεν κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών αυτών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης και του προαναφερόμενου Κανονισμού.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να περιγράψει ειδικότερα ποια ακριβώς ψυχική δοκιμασία και σοβαρό κίνδυνο θα αντιμετωπίσουν τα ανήλικα, ούτε σε τι ακριβώς συνίσταται η αφόρητη κατάσταση στην οποία θα περιέλθουν. Επίσης, το Εφετείο δεν δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, μητέρα των ανήλικων παιδιών, θα αδυνατεί να ασκήσει την επιμέλεια τούτων, επειδή ο τόπος εργασίας της είναι η Κρήτη.

Άλλωστε, πριν τη μετάβαση των διαδίκων και τη διαμονή τους στην ……….., και ενώ ο τόπος εργασίας τους ήταν η Κρήτη, τούτο δεν τους εμπόδιζε να κατοικούν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, στην περιοχή ………. στην …………… και μετακινούνται στην Κρήτη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Β) Ως προς την αιτίαση του τρίτου λόγου αναίρεσης:

Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, οι θεσπιζόμενες στο άρθρο 13 της Διεθνούς Σύμβασης εξαιρέσεις, το οποίο εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος.

Συνεπώς, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πράγματι κατέθεσε την σχετική με την επιστροφή των ανηλίκων αίτηση εφαρμογής της Σύμβασης εντός έτους από την μετακίνηση τούτων από την ………… στην Ελλάδα από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους, το Εφετείο δεν δεσμεύονταν από τη διάταξη του άρθρου 12 της Σύμβασης να διατάξει την επιστροφή των ανήλικων παιδιών στον τόπο συνήθους πριν από τη μετακίνηση διαμονής τους, εφόσον η αναιρεσίβλητη που αντιτίθεται στην επιστροφή τους, προέβαλε κατ' ένσταση και απέδειξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της άνω, εκ του άρθρου 13 της Σύμβασης, ένστασης.

Το Εφετείου δεν υπέπεσε σε σφάλμα με την παράθεση επικουρικής αιτιολογίας απόρριψης της αίτησης, θεμελιώνοντας λόγο από το άρθρο 13 της Σύμβασης, που προϋποθέτει ότι συντρέχει περίπτωση απαγωγής των ανήλικων παιδιών, μολονότι η κύρια αιτιολογία απόρριψης αυτής στηρίζεται στη μη ύπαρξη απαγωγής αυτών, λόγω άσκησης της επιμέλειας από τη μητέρα τους που τα μετακίνησε στην Ελλάδα, αφού τούτο δεν απαγορεύεται από οποιαδήποτε διάταξη και ενόψει του ότι η αιτιολογία της συνδρομής της εξαίρεσης της διάταξης του ανωτέρω άρθρου, προβάλλεται επικουρικά, για την περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι η μετακίνηση από την αναιρεσίβλητη των ανήλικων τέκνων της στην Ελλάδα, συνιστά απαγωγή αυτών.

Επομένως, οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Στην περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, (κύριες ή επικουρικές) κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 420/2017, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 10/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά τα δύο αντίστοιχα μέρη του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης και 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, απέρριψε την ένδικη αίτηση αυτού για επιστροφή των ανήλικων τέκνων αυτού και της αναιρεσίβλητης, τα οποία η τελευταία είχε μετακινήσει παράνομα από τον τόπο της συνήθους διαμονής που ήταν η ……….

της ……………….., στην Ελλάδα, με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη μητέρα τους ασκούσε "εν τοις πράγμασι" κατά το χρόνο της μετακίνησής τους το δικαίωμα της επιμέλειας επί του προσώπου των ανήλικων τέκνων της και είχε ως εκ τούτου το δικαίωμα καθορισμού του τόπου της διαμονής τους και ως τέτοιο επέλεξε την …………… στην οποία ήταν η μόνιμη κατοικία τους πριν μεταβούν στον τόπο διαμονής του αναιρεσείοντος στη ……………..

Επίσης, ότι το Εφετείο, περιέχει στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της άσκησης αποκλειστικά από την αναιρεσίβλητη της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων τους, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Τούτο διότι το Εφετείο την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος περί εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης και επιστροφής των ανήλικων τέκνων του στη ………….., τόπο συνήθους διαμονής τους πριν τη μετακίνησή τους από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους στην Ελλάδα, στήριξε αφενός μεν στην ανωτέρω κύρια αιτιολογία του περί άσκησης της επιμέλειας των ανήλικων μόνο από τη μητέρα τους, που είχε ως εκ τούτου δικαίωμα επιλογής του τόπου διαμονής τους και συνεπώς η μετακίνησή τους στην Ελλάδα δεν ήταν παράνομη, αφετέρου, στην επικουρική αιτιολογία της, ότι συντρέχει εξαίρεση από την εφαρμογή της Σύμβασης, καθόσον η τυχόν επιστροφή των ανήλικων παιδιών στη ……………., θα εκθέσει αυτά σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιάγει σε αφόρητη κατάσταση, ενώ εγκυμονεί για τα ανήλικα σοβαρούς κινδύνους, καθώς θα απομακρυνθούν από τη μητέρα τους.

Η τελευταία αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν τελεσφόρησε η προσβολή αυτής με τους διαλαμβανόμενους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενες ως άνω πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη της αίτησης με την κύρια αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε "εν τοις πράγμασι" την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών, ανεξάρτητα της βασιμότητάς τους, δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης το οποίο είναι ορθό και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.

Στις υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή μικρότερος βαθμός δικανικής πεποίθησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 1284/2004).

Ειδικά, όμως, στις υποθέσεις απαγωγής παιδιού απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από περισσότερες της μιας διατάξεις της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης και συγκεκριμένα: α) από το άρθρο 12 αυτής που επιτρέπει στο δικαστήριο να μην διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού αν αποδειχθεί (και όχι απλώς πιθανολογηθεί) ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, β) από το άρθρο 13 αυτής, κατά το οποίο η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει (και άρα όχι απλώς πιθανολογεί) κάποια από μνημονευόμενα στο ίδιο άρθρο γεγονότα και γ) από το άρθρο 14 της ίδιας Σύμβασης, στο οποίο γίνεται λόγος για διαπίστωση (και όχι απλώς για πιθανολόγηση) παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 1857/2011).

Περαιτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 499/2007).

Ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα αποδίδει στο Εφετείο ότι δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη ήτοι ότι διαταράχθηκαν οι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συζύγου του σχέσεις, κατά παράβαση της άνω διάταξης, με πιθανολόγηση και όχι με πλήρη απόδειξή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αίτηση, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αναιρεσίβλητη δεν μετακίνησε παράνομα τα δύο ανήλικα κοινά αυτής και του αναιρεσείοντος τέκνα από την …………… στην Ελλάδα, δεχόμενη ότι "εν τοις πράγμασι" αυτή ασκούσε την επιμέλεια τούτων και διότι η επιστροφή τους στην …………..

θα εκθέσει τα ανήλικα σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιάγει σε αφόρητη κατάσταση, ενώ εγκυμονεί γι' αυτά σοβαρούς κινδύνους. Ωστόσο το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, όχι με πιθανολόγηση, αλλά όπως ρητά και επανειλημμένα διαλαμβάνει, διαμόρφωσε την κρίση της για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης που γίνονται δεκτά, κατά πλήρη δικανική πεποίθηση στο πλαίσιο πλήρους απόδειξης.

Έτσι, παρεκτός του ότι το σφάλμα που αποδίδει στην απόφαση αφορά την παραδοχή της περί της διαταραχής των σχέσεων των διαδίκων ως συζύγων, που όμως, δεν είναι ουσιώδες στοιχείο, για την κρίση ως προς τη βασιμότητα ή μη της αίτησης, αφού σημασία έχει το παράνομο ή όχι της μετακίνησης των ανηλίκων από το συνήθη τόπο της διαμονής τους από τη μητέρα τους και όχι εάν αληθώς επήλθε διάσταση της συζυγικής σχέσης των γονέων των ανήλικων, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά μεν την περ. α' του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε την περ. β' αυτού, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017), ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την ανωτέρω έννοια, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ? αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 99/2017). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό (ΑΠ 1/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης άνευ προσδιορισμού των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017).

Ο αναιρεσείων, με το δικόγραφο της αναίρεσης, αιτιάται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδοντας τα ακόλουθα σφάλματα σ' αυτή: 1) Με το σχετικό μέρος του υπό τον αρ. 1 του δικογράφου λόγου αναίρεσης, αιτιάται ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν. Συγκεκριμένα εκθέτει ότι, αν και η αναιρεσίβλητη δεν είχε ισχυριστεί ότι ασκούσε την επιμέλεια των δύο ανήλικων παιδιών τους "εν τοις πράγμασι", το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αίτηση επιστροφής των παιδιών στον τόπο της συνήθους, πριν την παράνομη μετακίνησή τους από την αναιρεσίβλητη στην Ελλάδα, διαμονής τους με την παραδοχή ότι η τελευταία ασκούσε την επιμέλεια τούτων "εν τοις πράγμασι" και ότι συνεπώς η μετακίνηση δεν ήταν παράνομη, καθόσον αυτή είχε δικαίωμα, που αποτελεί στοιχείο της επιμέλειας, να καθορίσει η ίδια τον τόπο διαμονής τους.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, καθόσον αφορά την αιτιολογία απόρριψης της αίτησης λόγω άσκησης της επιμέλειας των ανήλικων παιδιών μόνο από την αναιρεσίβλητη, οπότε, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, δεν οδηγεί σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζεται κατά το διατακτικό της στην προαναφερόμενη επικουρική αιτιολογία, της εξαίρεσης της επιστροφής με βάση τη διάταξη του άρθρου 13 περ.

β' της Διεθνούς Σύμβασης, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. 2) Με μέρος του λόγου αναίρεσης, υπό τον αρ. 4 του δικογράφου, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, εκτός των άλλων, παραβίασε τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, καθόσον ο αναιρεσείων μνημονεύει μόνο τον αριθμό της πλημμέλειας από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, χωρίς να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη νομική πλημμέλεια που αποδίδει στην απόφαση και συγκεκριμένα, ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη ενώ είχαν προταθεί ή ποια έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς να έχουν προταθεί από τους διαδίκους.

Στην περίπτωση που εκτιμηθεί ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός που αυτός πρότεινε αναφορικά με το χρόνο γέννησης του ανήλικου τέκνου τους, του …………, για το οποίο έχει προσκομίσει και τη σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης, και πάλι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο αντιμετώπισε το ζήτημα της ημερομηνίας γέννησης του τέκνου αυτού και συνεπώς έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό, η δε κατάληξη σε διαφορετική και εσφαλμένη παραδοχή ως προς την ημερομηνία γέννησης, δεν ιδρύει το λόγο τούτο της αναίρεσης.

Εάν πάλι υπονοεί ότι δεν έλαβε υπόψη του την προσκομιζόμενη με επίκληση ληξιαρχική πράξη γέννησης γι' αυτό και διατύπωσε εσφαλμένο χρόνο γέννησης του ως άνω ανήλικου τέκνου και πάλι δεν μπορεί να στηριχθεί ο εκ του ως άνω αριθμού λόγος αναίρεσης, αλλά εκείνος εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 3) Με το πρώτο μέρος του υπό τον αρ. 6 του δικογράφου λόγου αναίρεσης, αποδίδει ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Συγκεκριμένα ότι δέχθηκε τα εξής: "βέβαια ο εκκαλών (αναιρεσείων) υποστήριξε ότι η εφεσίβλητη εκδήλωσε την πρόθεσή της να εγκατασταθεί στην Ελλάδα ξαφνικά στις 30-6-2016 (ημερομηνία αναχώρησής της μετά των ανήλικων τέκνων τους από τη Βιέννη για διακοπές στην Ελλάδα) και χωρίς να ενημερώσει τον ίδιο, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος", χωρίς να έχει προτείνει αυτός τα ανωτέρω.

Όμως, κατά το μέρος τούτο, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτά που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο χωρίς να τα προτείνει, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η εκδήλωση της πρόθεσης της αναιρεσίβλητης για τη μετακίνηση των ανήλικων παιδιών από το συνήθη ως άνω τόπο διαμονής τους, οδηγούσα στη γνώση του αναιρεσείοντος της πρόθεσης αυτής, δεν συνάπτεται με οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό που έχει προβληθεί και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε έννομη συνέπεια. 4) Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης, προβάλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν.

Ειδικότερα, εκθέτει γεγονότα που αφορούν τη μετά το γάμο αυτού και της αναρεσίβλητης διαδρομή της οικογενειακής ζωής, την κοινή απόφασή τους για αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό, την επιτυχή προσπάθεια αυτού στη ………… για την επαγγελματική του εξέλιξη στο επιστημονικό τομέα, την αρμονική συμβίωση κατά το χρονικό αυτό διάστημα, την πρόσληψή του τελικά ως επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της ……….., τις δραστηριότητες του ιδίου από τη θέση αυτή, την εγκατάστασή τους στη …….., τις προσπάθειες εξεύρεσης εργασίας για την αναιρεσίβλητη στο ίδιο Πανεπιστήμιο, την ένταξη όλων των μελών της οικογένειας στο αυστριακό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, την συστηματική παρακολούθηση από το παιδί τους ……….

του προγράμματος του γερμανόφωνου παιδικού σταθμού "…………….", τη διερεύνηση μέσω σημαίνοντος προσώπου των καλύτερων εκπαιδευτικών δυνατοτήτων που προσφέρονταν για το μεγαλύτερο παιδί, και την επίτευξη της προσπάθειας να γίνει δεκτός στον προταθέντα ως εξαιρετικό παιδικό σταθμό και με προγραμματισμό να φοιτήσει σ' αυτόν και η κόρη τους, την ανεπιτυχή προσπάθεια να καταλάβει η αναιρεσίβλητη την πολύ καλά αμειβόμενη μόνιμη θέση ακολούθου τύπου στην …………..

της ……….., την ισότιμη συμμετοχή του ιδίου στη φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους, με αποτέλεσμα τα τέκνα τους να διατηρούν ισχυρό δεσμό και υψηλού επιπέδου επικοινωνία μαζί του και να επιζητούν την παρουσία του, την ομαλή προσωπική και κοινωνική ζωή της αναιρεσίβλητης στη …………, τη μεταστροφή της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης προς τον ίδιο και την πρόκληση διαταρακτικών της συζυγικής σχέσης τους περιστατικών, τη μη συνάδουσα προς αυτήν ως μητέρα συμπεριφορά της προς τα ανήλικα τέκνα τους, καθώς και σε εξακολούθηση της απάδουσας προς το γάμο συμπεριφοράς της και κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα, μετά την απομάκρυνση των τέκνων από τη ………….

και τέλος, την αποκάλυψη με σαφήνεια της πρόθεσής της για την παραμονή των τέκνων μαζί της στην Ελλάδα, που οδήγησε στην κατάθεση της αίτησής του για επιστροφή αυτών στην …………….. Όμως, όσα πραγματικά γεγονότα αναφέρονται στη στήριξη του ισχυρισμού του περί του τόπου συνήθους διαμονής των ανήλικων παιδιών πριν από τη μετακίνησή τους από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους στην Ελλάδα, ήτοι της ……….., εξετάστηκαν και έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη και ως προς τούτο ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Τα λοιπά επικαλούμενα ως άνω γεγονότα, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς προς αντίκρουση των ενστάσεων που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, και τέλος, τα αναφερόμενα στην ευθύνη για την επελθούσα διάρρηξη της έγγαμης σχέσης, δεν είναι ουσιώδη και δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, κατά το μέρος τούτο ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να καθορίζεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 825/2015), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 259/2009), διότι στην περίπτωση αυτή που το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη ισχυρισμό που αυτεπάγγελτα πρέπει να ληφθεί υπόψη, παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 440/2015, ΑΠ 217/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον εκ του αριθμού 1 ( ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013) του εν λόγω άρθρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας", το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β? της Σύμβασης της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του.

Η διάταξη αυτή προϋποθέτει αντίστοιχο κίνδυνο του παιδιού από την επιστροφή του και έτσι η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 13 της Σύμβασης της Χάγης, δηλαδή όταν η άρνηση της αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής συμβαλλόμενου κράτους να διατάξει την επιστροφή παιδιού στον τόπο όπου διέμενε πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, οφείλεται στην ύπαρξη σοβαρού κινδύνου να εκτεθεί με την επιστροφή του σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να περιέλθει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο σε μια αφόρητη κατάσταση.

Ο αυτοτελής ισχυρισμός του αιτούντος την επιστροφή του ανήλικου τέκνου γονέα ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του, αποτελεί μέσο άμυνας κατά της ένστασης του εναγόμενου γονέα που παράνομα μετακίνησε ή κατακρατεί το ανήλικο τέκνο και αντιτίθεται στην επιστροφή του τέκνου, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.

Αποτελεί συνεπώς αντένσταση στην ανωτέρω ένσταση και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, αλλά πρέπει να προταθεί από τον εναγόμενο, τόσο κατά τα περιστατικά όσο και κατά το αίτημα, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (άρθρο 269 ΚΠολΔ) και αντίστοιχα να επαναφερθεί ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1857/2011, ΑΠ 63/2001). Με το πρώτο μέρος του λόγου υπό τον αρ. 2 της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν εξέτασε το Εφετείο το ζήτημα εάν το Κράτος μέλος του τόπου της συνήθους διαμονής των ανήλικων παιδιών των διαδίκων από τον οποίο απομακρύνθηκαν από την αναιρεσίβλητη, ήτοι η …………, έλαβε ή ήταν προετοιμασμένη να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει την προστασία των παιδιών μετά την επιστροφή τους στον τόπο αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, ο σχετικός ισχυρισμός, ως αντένσταση του αναιρεσείοντος στην ένσταση από την ως άνω διάταξη του άρθρου 13 της Διεθνούς Σύμβασης και του άρθρου 11 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, έπρεπε να προταθεί πρωτόδικα και να επαναφερθεί στο Εφετείο, καθώς επίσης να εκτίθεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένα αυτή η προβολή του στο δικαστήριο της ουσίας.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι την αντένσταση πρότεινε στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο, είτε και για πρώτη φορά στο Εφετείο επειδή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν η επίμαχη ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι υποχρεωμένο να τη λάβει υπόψη του, να την εξετάσει και να απαντήσει επ' αυτής.

Από την παραδεκτή, άλλωστε, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε ειδικά παρόμοιος ισχυρισμός εκ μέρους αυτού. Ούτε επικαλείται ο αναιρεσείων κάποιο λόγο από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της πρότασης αυτής το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Ο αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης θεμελιούμενος κατά το αναιρετήριο και κατά την αιτίασή του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με παράλειψη του Εφετείου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει συνδυαστικά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, συνιστά αντίστοιχη πλημμέλεια με την προϋπόθεση, που όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω, ότι υποβλήθηκε παραδεκτά ισχυρισμός, ή τα πραγματικά περιστατικά τέτοιου ισχυρισμού που δικαιολογεί την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κανονισμού 2201/2003 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν αυτό αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας του ή του βαθμού ωριμότητάς του.

Επίσης, κατά το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης της 26-1-1990 για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1990 ορίζεται ότι "1. Τα συμβαλλόμενα κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης, το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και με το βαθμό ωριμότητάς του. 2.

Για το σκοπό αυτόν θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα είτε μέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρμόδιου οργανισμού, κατά τρόπο συμβατό με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας". Και στο άρθρο 16 αυτής: "1.

Κανένα παιδί δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυθαίρετης ή παράνομης επέμβασης στην ιδιωτική του ζωή, στην οικογένειά του, στην κατοικία του ή στην αλληλογραφία του, ούτε παράνομων προσβολών της τιμής και της υπόληψής του. 2. Το παιδί δικαιούται να προστατεύεται από το νόμο έναντι τέτοιων επεμβάσεων ή προσβολών".

Εξάλλου, στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2502/1997, ορίζεται ότι " Σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο:

α?.., β. να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του,?." ενώ κατά το άρθρο 6 της ιδίας σύμβασης "Στις διαδικασίες που αφορούν ένα παιδί, η δικαστική αρχή, πριν να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, οφείλει: α. να εξετάσει αν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να λάβει μία απόφαση προς το ύψιστο συμφέρον του και, ενδεχομένως, να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες, ειδικότερα από την πλευρά των κατόχων γονικών ευθυνών, β.

όταν το παιδί θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει μία επαρκή κρίση: - να εξασφαλίσει ότι το παιδί έχει λάβει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία,- να ρωτήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις το παιδί προσωπικά, εν ανάγκη κατ` ιδίαν, η ίδια ή μέσω άλλων προσώπων ή οργάνων, με μία μορφή κατάλληλη προς την κρίση του, εκτός αν αυτή είναι εμφανώς αντίθετη προς τα ύψιστα συμφέροντα του παιδιού, - να επιτρέψει στο παιδί να εκφράσει τη γνώμη του, γ.

να λάβει νόμιμα υπόψη τη γνώμη που εκφράστηκε". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ως κυρίαρχη αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού καθιερώνεται "το ύψιστο συμφέρον αυτού", για την εξυπηρέτηση του οποίου τα εκάστοτε αρμόδια όργανα, και εν προκειμένω η δικαστική αρχή, είναι αναγκαίο να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διαπιστώσει νόμιμα προηγουμένως ότι αυτό έχει την προς τούτο επαρκή κρίση, κατά το εσωτερικό δίκαιο της χώρας που εφαρμόζεται.

Οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού και των συμβάσεων δεν είναι αντίθετες με σχετικές ρυθμίσεις που ισχύουν στο εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας, αλλά πλήρως εναρμονισμένες, Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 εδ. τελευταίο Α.Κ. και 612 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, στις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 3 περ.

β' ΚΠολΔ, δηλαδή τις οικογενειακές διαφορές, που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο, το δικαστήριο πριν από την έκδοση της απόφασής του, σχετική με τη γονική μέριμνα και τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας, πρέπει να ζητεί και να λαμβάνει υπόψη του και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει αυτό έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί με σαφήνεια τη διαφορά και το συμφέρον του.

Συνεπώς και στην περίπτωση της εξέτασης αίτησης επιστροφής παιδιού κατά την προαναφερόμενη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, το δικαστήριο πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά τη γνώμη του τέκνου σχετικά με την αιτούμενη επιστροφή του στον τόπο συνήθους, πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, διαμονής του.

Αυτή η υποχρέωση του δικαστηρίου υπάρχει μόνο εφόσον κρίνει ότι το παιδί έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, σχετικά με το ζήτημα του τόπου διαμονής του, ήτοι εάν το συμφέρον του επιβάλλει να επιστρέψει στον τόπο της συνήθους διαμονής του ή να παραμείνει στον τόπο στον οποίο μετακινήθηκε.

Η σχετική κρίση του δικαστηρίου σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση την ηλικία του ανηλίκου, η οποία, όμως, μόνη δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητά του (ΑΠ 1316/2009), αλλά και τις λοιπές περιστάσεις, την πνευματική και ψυχική του κατάσταση. Για την κρίση περί της ύπαρξης ή μη της απαιτούμενης ωριμότητας που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ 283/1986), ώστε αρκεί προς βεβαίωση της συναγωγής της η μη εξέταση του τέκνου από το δικαστήριο, ούτε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, , αφού αποτελεί πόρισμα εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 952/2007).

Εφόσον το δικαστήριο δεν δέχεται την ύπαρξη τέτοιας ωριμότητας του παιδιού, δεν υπάρχει παραβίαση των σχετικών ως άνω διατάξεων και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη μη εξέταση τούτου (ΑΠ 1111/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του υπό τον αρ. 4 αναιρετικού λόγου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αρ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του προαναφερόμενου Κανονισμού παρέλειψε να καλέσει τα δύο ανήλικα παιδιά των οποίων ζητείται με την αίτησή του η επιστροφή στον τόπο συνήθους διαμονής τους ή να ζητήσει να ληφθεί η γνώμη τους με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και συνεπώς συνέτρεξε δικονομικό απαράδεκτο από τον αρ. 14, καθώς, επίσης, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης για τη μη λήψη της γνώμης των ανήλικων παιδιών, στηριζόμενη μόνο στην ηλικία τούτων, είναι ανεπαρκής και επιπλέον αντιφατική, αφού περαιτέρω διαπιστώνεται ότι τα παιδιά έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον, ο δε ……..

έχει αποκτήσει δεσμούς φιλίας με τους συμμαθητές και γνωριμίας με τους συναθλητές του, δηλαδή ότι διαθέτει αξιοσημείωτη κοινωνικότητα, προσαρμοστικότητα και ευφυΐα, στοιχεία ωριμότητας επαρκή για να του παρασχεθεί η δυνατότητα ακρόασης. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, απαράδεκτος, καθόσον, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι λόγω της προσδιοριζόμενης μικρής τους ηλικίας τα δύο ανήλικα παιδιά δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο βαθμό ωριμότητας και δεν ήταν σε θέση ούτε μπορούσαν να εκφράσουν τη γνώμη τους ενώπιον του Δικαστή του Εφετείου, δεν υπήρχε απαράδεκτο από τη μη εξέταση των ανήλικων ώστε να ζητηθεί η γνώμη τους για το σημαντικό ζήτημα του συμφέροντος αυτών ως προς τον τόπο της μόνιμης συνήθους διαμονής τους, ούτε απαιτούνταν ειδικότερη αιτιολογία ώστε η έλλειψη ή ανεπάρκεια αυτής να στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, μη ελεγχόμενης αναιρετικά της κρίσης του αυτής που συνήγαγε από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Έτσι, δεν συντρέχει παραμόρφωση του αποδεικτικού εγγράφου, όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει ότι το συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός που έγινε δεκτό συνήγαγε από το έγγραφο στο οποίο αποδίδεται η παραμόρφωση (ΑΠ 16/2006). Ο αναιρεσείων, με τον σχετικό υπό τον αρ. 4 του δικογράφου, λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας σ' αυτή παράβαση από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα αιτιάται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανήλικος γιος των διαδίκων ……….., γεννήθηκε στο ……….. την 8-9-2012 και ως αποτέλεσμα αυτής της παραδοχής υπολόγισε εσφαλμένα την ηλικία αυτού κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (23-3-2017) ότι διάγει το τέταρτο έτος της ηλικίας του. Όμως, η πραγματική ημερομηνία γέννησης του ως άνω τέκνου ήταν η 20-12-2011, όπως προέκυπτε από το προσκομισθέν με επίκληση απόσπασμα της με στοιχεία 9/90/2011 ληξιαρχικής πράξης γέννησης αυτού, που είναι καταχωρημένη στο Ληξιαρχείο ………, ομολογείται δε και από την αναιρεσίβλητη στις προτάσεις της.

Με το σφάλμα αυτό της απόφασης αποδίδει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αρ. 8, υπό την εκτίμηση ότι ο αναιρεσείων προβάλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ημερομηνία γέννησης του άνω τέκνου, το στοιχείο τούτο δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αναφορικά δε με την πλημμέλεια εκ του αρ. 20, καθόσον δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου.

Ο τελευταίος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αναφέρεται στην ημερομηνία γέννησης του ανήλικου ………., ότι αποδείχθηκε, όπως και τα λοιπά γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, από τα μνημονευόμενα ως προσκομισθέντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να συνδέει την αναγραφόμενη δεκτή γενόμενη ημερομηνία γέννησης, με το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης αντίστοιχης ληξιαρχικής πράξης, ότι δηλαδή αποδείχθηκε από το συγκεκριμένο έγγραφο.

Εξαιρέσεις στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού εισάγει και η διάταξη του άρθρου 13 της Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος.

Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη αυτή, η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υποχρεώνεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, παρά την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εφόσον το φυσικό πρόσωπο που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει, προβάλλοντας σχετική καταλυτική ένσταση:

α) ότι το φυσικό πρόσωπο που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακίνησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων. Με τον υπό τον αριθμό 5 λόγο αναίρεσης, ο αναρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 13 της Διεθνούς Σύμβασης, καθόσον κατέληξε στο πόρισμα ότι συντρέχει εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής των ανηλίκων τέκνων στον τόπο συνήθους πριν από τη μετακίνηση διαμονής τους, τη ……….., δεχόμενο ότι αυτός γνώριζε ότι η αναιρεσίβλητη θα επέστρεφε με τα τέκνα τους στις 30-6-2016 στην Ελλάδα και μάλιστα ο ίδιος είχε επιμεληθεί της έκδοσης των αεροπορικών εισιτηρίων για την επιστροφής τους, μολονότι η άνω διάταξη απαιτεί για την εφαρμογή της εξαίρεσης τη συναίνεση και τέτοια βεβαίως δεν συνιστά η γνώση της μετακίνησης, ούτε η εξυπηρέτηση στην έκδοση των εισιτηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι το Εφετείο δεν στήριξε την απόφασή του για την απόρριψη της αίτησης επιστροφής των τέκνων στη …………. στη συνδρομή της εξαίρεσης που θεμελιώνεται στη δική του συναίνεση για τη μετακίνηση, αλλά όπως προαναφέρθηκε στους προεκτεθέντες ανωτέρω λόγους, η δε γνώση του αναιρεσείοντος για την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ιστορικά μόνο αναφέρεται.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 5-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 3445/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ……….. και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2017 αίτηση του Γ. Κ.του Εμμανουήλ για αναίρεση της 3445/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ………..

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑ