Supreme Court dismisses appeal on wills, ruling the lower court correctly applied succession law regarding revocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding conflicting wills. The appellants argued the appellate court erred in interpreting the dates of validity for a handwritten will versus a public will, claiming the former was revoked by a later public act. The court found the appellate court correctly determined that the public will constituted a valid revocation of the earlier handwritten will, rendering the latter ineffective. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the municipality and the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1721, 1747, 1763, 1764 of the Civil Code; An appeal based on the erroneous interpretation of the date of validity of a revoked will is inadmissible when the lower court correctly established that a subsequent public will constitutes a valid revocation of the prior handwritten will.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 434 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 434/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα .
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1.Μ. Σ. του Ι., 2. Ι. Σ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παπανδρουλάκη.
Των αναιρεσίβλητων - καθων η κλήση: 1.Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Πολυγύρου" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του Γ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 535/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 1-6-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 591/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Με την από 16-10-2018 κλήση τους οι αναιρεσείουσες επαναφέρουν την υπόθεση προς συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται νομίμως με την από 16-10-2018 κλήση του αναιρειουσών η κρινόμενη από 1-6-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 535/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 591/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, διότι δεν προέκυψε η κλήτευση του, υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δήμου Πολυγύρου προσθέτως παρεμβάντος ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 81 παρ. 3 και 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ο προσθέτως παρεμβάς πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς δε την κλήτευση αυτή παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αναίρεσης, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο Πάγο.
Πάντως, αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1223/2018, ΑΠ 711/2017). Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του εναγομένου-εφεσιβλήτου, ενώπιον του Εφετείου, Ελληνικού Δημοσίου, καίτοι η αναίρεση δεν έπρεπε να απευθύνεται και κατ' αυτού, πλην όμως η άσκηση αυτή εκτιμάται ως κλήση τούτου στην προκείμενη δίκη, στην οποία αυτό νομίμως παρίσταται, ζητώντας ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική του δαπάνη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1721 και 1747 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν, από δε τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και αφετέρου ότι μυστική διαθήκη άκυρη ισχύει ως ιδιόγραφη, αν είναι έγκυρη ως ιδιόγραφη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1763 και 1764 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί και με δήλωση που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων και ότι η μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτήν, ενώ αν η μεταγενέστερη ανακληθεί, η προηγούμενη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία εζητείτο να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προσβαλλόμενης μυστικής διαθήκης και η εγκυρότητα της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της ίδιας διαθέτιδας, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-6-1997 απεβίωσε στον ...
η Σ. Γ. του Β., κάτοικος εν ζωή ..., άγαμη και χωρίς ν' αφήσει κατιόντες. Με την από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα 144/1997 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και κηρύχθηκε κυρία με την 188/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, η πιο πάνω αποβιώσασα εγκατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο επί της περιουσίας της τον εναγόμενο Δήμο Πολυγύρου, για ευγενή σκοπό και συγκεκριμένα για την κατασκευή γηροκομείου και ορφανοτροφείου που θα έφεραν το όνομά της.
Η ίδια διαθέτης στη συνέχεια, και συγκεκριμένα την 9-2-1997, συνέταξε νέα ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 164/1997 πρακτικά και κηρύχθηκε κυρία με την 164/1997 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής), με την οποία (διαθήκη) εγκατέστησε αποκλειστικούς κληρονόμους της τους ενάγοντες-εκκαλούντες, από τους οποίους οι δύο πρώτες ενάγουσες [αναιρεσείουσες] είναι κόρες του ανεψιού της Ι.
Σ. και ο τρίτος (ενάγων) Γ. Τ. - μίσθωνε κτήμα της στα ..., είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με αυτήν και την περιποιόταν με τη σύζυγό του στην οικία τους στις .... Η μεταγενέστερη πιο πάνω από 9-2-1997, ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτου, καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, δεδομένου ότι το περιεχόμενό της εναντιώνεται σ' αυτήν (τελευταία), η οποία και για το λόγο αυτό ανακλήθηκε σιωπηρά.
Όμως αμέσως μετά, και συγκεκριμένα την 12-2-1997, ήτοι τρείς ημέρες μετά τη σύνταξη της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία εγκαταστάθηκαν οι ενάγοντες ως κληρονόμοι, η διαθέτης Σ. Γ., κατέθεσε στο συμβολαιογράφο ... Ι. Τ., μέσα σε κλειστό φάκελο, στην εμπρόσθια όψη του οποίου αναγράφονταν "ιδιόγραφος διαθήκη, Σ.
Γ. του Β. και της Κ., 25 Σεπτεμβρίου 1990 ..." και στην πίσω όψη το όνομά της "Σ. Γ.", την από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της και του δήλωσε ενώπιον τριών μαρτύρων ότι αυτή αποτελεί την ιδιόγραφη διαθήκη της, που γράφτηκε εξ ολοκλήρου και υπογράφηκε από την ίδια. Για τη δήλωση αυτή συντάχθηκε σύμφωνα με το νόμο η υπ' αριθ. ...28/12-2-1997 πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου, που περιέχει τη χρονολογία (12-2- 1997), το ονοματεπώνυμο της διαθέτου, του συμβολαιογράφου και των τριών μαρτύρων που συμπράτουν, και μνημονεύει ρητά τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή η διαθέτης εγχείρησε τον παραπάνω σφραγισμένο φάκελλο που περιείχε κατά την προφορική της δήλωση την από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, ότι η πράξη αυτή διαβάστηκε στη διαθέτη και τους μάρτυρες, γεγονός για το οποίο και γίνεται ρητά μνεία σ' αυτήν (πράξη) και υπογράφηκε από τη διαθέτη και τους μάρτυρες.
Ο εν λόγω συμβολαιογράφος, όμως, παρέλειψε να σημειώσει πάνω στον προσκομισθέντα από τη διαθέτη φάκελο, τη χρονολογία εγχείρησής του και να καλέσει αυτήν και τους μάρτυρες να υπογράψουν τη σχετική σημείωση, δηλαδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1738 και 1742 ΑΚ., με συνέπεια η κατατεθείσα διαθήκη να είναι άκυρη ως μυστική (αρθρ. 1718 και 1742 Α.Κ.), ισχύει όμως κατά μετατροπή εκ του νόμου ως ιδιόγραφη, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 του ΑΚ γράφτηκε ολόκληρη με το χέρι της διαθέτου, χρονολογήθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος (25-9-1990) και υπογράφηκε από αυτήν (άρθρα 182, 1721, 1747 ΑΚ).
Η ως άνω άκυρη μυστική διαθήκη, που ισχύει ως ιδιόγραφη, είναι προγενέστερη (25-9-1990) της παραπάνω από 9-2-1997 ιδιόγραφης, η οποία (τελευταία) με το περιεχόμενό της ανακάλεσε καθ' ολοκληρία την πρώτη. Πλην όμως όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, η μεταγενέστερη αυτή από 9-2-1997 διαθήκη ανακλήθηκε από τη διαθέτη, με αποτέλεσμα η προηγούμενη από 25-9-1990 να ενεργεί και να είναι ισχυρή και σα να μην είχε καταργηθεί, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου [πρώτου αναιρεσιβλήτου], τον οποίο αυτός προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση προβάλλει και ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση Δικαστηρίου, παραδεκτά κατά τα άνω, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης των εναγουσών.
Και συγκεκριμένα, η εν λόγω διαθέτης με την προαναφερόμενη δήλωσή της, ότι η από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, συνιστά τη διαθήκη της, η οποία (δήλωση) έγινε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ι. Τ., με την παρουσία τριών μαρτύρων (ήτοι των Δ. συζ. Ι. Π. το γένος Χ. Π., Α. Ο. του Ε. και Μ. Μ. του Σ.) και περιλήφθηκε στην συνταχθείσα από το συμβολαιογράφο υπ' αριθ. ...28/12-2-1997 πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης, προέβη ουσιαστικά σε ανάκληση της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία έπαυσε να ισχύει.
Μάλιστα η βούληση της διαθέτου να ισχύσει και να αποτελέσει τη διαθήκη της η από 25-9- 1990 ιδιόγραφη διαθήκη της, διατυπώθηκε στην παραπάνω συμβολαιογραφική πράξη με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το περιεχόμενό της. Η δήλωση αυτή ανάκλησης, για την οποία δεν απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ενώ μπορεί να περιληφθεί και σε συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει συνταχθεί για άλλη δικαιοπραξία, ή εξ αφορμής άλλης αιτίας (όπως στην προκειμένη περίπτωση περιλήφθηκε στην πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης), είναι νόμιμη και ισχυρή και επιφέρει τα αποτελέσματά της, δεδομένου ότι έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων, και υπογράφηκε από τη διαθέτη και τους μάρτυρες.
Επομένως, εφόσον η από 9-2-1997 μεταγενέστερη διαθήκη ανακλήθηκε νομίμως από τη διαθέτη, η προηγούμενη από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της είναι ισχυρή και ενεργεί σα να μην είχε καταργηθεί". Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, "με την παραδοχή του, ότι στις 12-2-1997 που κατατέθηκε άκυρη μυστική διαθήκη, αυτή ισχύει ως ιδιόγραφη τοιαύτη και έχει κύρος από την ως άνω ημεροχρονολογία (12-2-1997), ενώ η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη έχει ημεροχρονολογία σύνταξής της την 25-9-1990, ευθέως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1721 και 1747 ΑΚ, διότι δέχθηκε ως χρόνο ισχύος της από 25-9-1990 ιδιόγραφης διαθήκης, εμπεριεχόμενης στον κλειστό κατατεθέντα φάκελο την 12- 2-1997 στο συμβολαιογράφο, ημεροχρονολογία της κατάθεσης αυτής (12-2-1997) και όχι την ημεροχρονολογία σύνταξης της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης (25-9-1990)", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1747 ΑΚ.
Ο κατ' αυτόν τον τρόπο διατυπούμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας Σ. Γ. ισχύει από 12-2-1997 (ημερομηνία κατάθεσης της άκυρης δημόσιας διαθήκης στον προαναφερόμενο συμβολαιογράφο), όπως αβασίμως οι αναιρεσείουσες διατείνονται, αλλ' ότι η γενόμενη ενώπιον αυτού (συμβολαιογράφου) και τριών μαρτύρων δήλωσή της, που περιλήφθηκε στη συνταγείσα από τον συμβολαιογράφο σχετική πράξη κατάθεσης, περί του ότι η από 25-9-1990 ιδιόγραφη διαθήκη της συνιστά τη διαθήκη της, αποτελεί κατ' ουσίαν νομότυπη ανάκληση της από 9-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της, κατ' εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1763 και 1764 ΑΚ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου Πολυγύρου και του κληθέντος, προσθέτως παρεμβάντος στη δευτεροβάθμια δίκη, Ελληνικού Δημοσίου (φερόμενου ως δεύτερου αναιρεσίβλητου), κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957 και 281 ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2017 αίτηση των Μ. Σ. του Ι. και Ι. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 535/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου Δήμου Πολυγύρου και του κληθέντος, προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος στη δευτεροβάθμια δίκη, Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πρώτο και τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Mαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ