Legislator Case Law & Legislation
434/2017 AI generated

434/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 434/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

434/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 16-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 434/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σημαντήρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2228/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 551/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 16-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή αόριστο, πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 16/2006). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ.

Α.Π. 13/2003). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 63, 92, 92 Α, 94 του κώδικα περί δικηγόρων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρο 63 παρ. 1-4 του κώδικα περί δικηγόρων).

Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου (άρθρο 63 παρ. 5 του άνω κώδικα). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του ίδιου κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, στο εφετείο, ή τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των εν λόγω υπαλλήλων του 15ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, αυτά δε τα κατώτατα όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις (άρθρο 92 Α παρ. 1 και 2 του κώδικα περί δικηγόρων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988).

Mε την ...1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 319), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και ίσχυσε από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92Α παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.

Επιπλέον χορηγούνται σ’ αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ. 2 του κώδικα δικηγόρων, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/1997. Εξ άλλου με τη 2/8250/0022/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 355), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003 (και έπαυσε να ισχύει από 1/11/2011 σύμφωνα με την παρ. 5 της οικ.2/17132/0022/2012 κοινής υπουργικής απόφασης) ορίσθηκε ότι: "1.

Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη... 3.

Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/1988". Εξ άλλου με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του κώδικα "περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως" που είχε κυρωθεί με το ν. 1188/1981, ως εξής: "α. Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία...

β. Με τη διαδικασία της παρ. 1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους. Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους.

γ. Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή. δ... ε. Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α.

για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών...". Επίσης με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ίδιου νόμου (3274/2004) αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του κώδικα "περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως" ως εξής: "Αντιμισθία: (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των Ο.Τ.Α.

με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους Ο.Τ.Α.

με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους Ο.Τ.Α. με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας..." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ιδρυμάτων που ανήκουν σ’ αυτούς χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της πάγιας αντιμισθίας τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις.

Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους, ο οποίος άλλωστε επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό. Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπ’ όψη η επιβάρυνση στις παρεχόμενες δικηγορικές υπηρεσίες την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ’ ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ’ ετέρου, εφ’ όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο που παράλληλα διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας.

Κατά συνέπειαν η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του κώδικα "περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως" που κυρώθηκε με το ν. 1188/1981, όπως αυτό ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή του, και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μη ανήκοντα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, προϋποθέτει την επίκληση και απόδειξη ότι η προσφορά των νομικών αυτών υπηρεσιών γίνεται συγχρόνως προς πλείονα του ενός νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου όπου υπηρετούν χωρίς πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον αυτή προσφορά, ότι υφίσταται υποχρέωση απασχόλησής τους εντός των εγκαταστάσεων του εν λόγω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για χρόνο που ανταποκρίνεται στις υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες με ανάλογο περιορισμό της άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος που παραλλήλως ασκούν, καθώς και ότι οι νομικές υπηρεσίες που παρέχουν είναι ουσιωδώς όμοιες με αυτές ενός συναδέλφου τους που προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες σε δήμο με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων (επί αιτουμένης προσαυξήσεως 30%), υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνον συνθήκες, εξειδικεύοντας τον αριθμό και το είδος των υποθέσεων, τις οποίες εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος όφειλε να διεκπεραιώνει ή να χειρίζεται αφ’ ενός ένας δικηγόρος δήμου με τον εν λόγω πληθυσμό και αφ’ ετέρου ο προς αυτόν συγκρινόμενος ενάγων δικηγόρος (Α.Π. 293/2015, 587/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Σύμφωνα με το αρ. 21 παρ. 3 εδ. β του Ν.3274/2004 που έχει επί λέξει ως εξής: [παρατίθεται η διάταξη], οι δικηγόροι των δήμων, περιορίζοντας την ελεύθερη επαγγελματική τους δραστηριότητα, λαμβάνουν την αντιμισθία που προβλέπεται στον Κώδικα των Δικηγόρων, προσαυξημένη κατά 30% επειδή ασχολούνται με όλες τις υποθέσεις του Δήμου στον οποίο υπηρετούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, η παροχή υπηρεσιών στην Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου είναι ποιοτικά και ποσοτικά, όχι μόνο ίση αλλά μεγαλύτερη από τους δικηγόρους των δήμων διότι περιλαμβάνει όλα τα δικαστήρια (Ειρηνοδικεία, Πρωτοδικεία, Εφετεία και Ανώτατα Δικαστήρια όλων των δικαιοδοσιών) σε όλόκληρη την υγειονομική περιφέρεια, ήτοι από Λήμνο έως Καστελλόριζο, Ρόδο, Σύρο, Πειραιά, Κύθηρα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Περιστέρι, Χαϊδάρι.

Η εργασία που παρέχεται από εμένα σε όλα αυτά τα ΝΠΔΔ, εποπτευόμενες μονάδες της ... Πειραιώς και Αιγαίου, ήτοι στα Νοσοκομεία Λήμνου, Μυτιλήνης, Σάμου, Ικαρίας, Λέρου, Καλύμνου, Κω, Ρόδου, Σύρου, Νάξου, Ελευσίνας, Νίκαιας, Πειραιώς, Χαϊδαρίου, στα Κέντρα Υγείας αυτών είναι, πλέον των γνωμοδοτήσεων, και η παράσταση στα Ανώτατα Δικαστήρια ή στα Εφετεία ή στα Πρωτοδικεία, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, με ανάλογο περιορισμό του ελεύθερου επαγγέλματος.

Ειδικότερα, παρέχω περί τις 310 γνωμοδοτήσεις ετησίως και παρίσταμαι σε 110 περίπου δικαστήρια ετησίως, εκ των οποίων 10 στον Άρειο Πάγο, 20 στο Συμβούλιο της Επικρατείας, 35 στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, 25 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, 5 στο Εφετείο Ρόδου, 5 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Σύρου κ.λπ. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν είτε την επιλογή ή μη ιατρών ΕΣΥ είτε εργατικά ζητήματα των υπηρετούντων στα Νοσοκομεία, είτε ασφαλιστικά μέτρα και αιτήσεις ακυρώσεως για θέματα δημοσίων διαγωνισμών και προμηθειών.

Θα έπρεπε λοιπόν το Εφετείο να εφαρμόσει ορθώς τη σχετική διάταξη και εφόσον δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά να κάνει δεκτή την αγωγή μου δεδομένου ότι οι εποπτευόμενες μονάδες από την Υγειονομική Περιφέρεια δεν πρέπει να αναφέρονται ειδικώς, αφού από το Ν. 3329/2005 ρητώς προσδιορίζονται οι περιφέρειες εντός των οποίων ασκεί εποπτεία η ...

και σε κάθε πόλη είναι κοινό τοις πάσι πόσα και ποια Νοσοκομεία ή εποπτευόμενες μονάδες υπάρχουν. Επί πλέον, η παρατήρηση της εκκαλουμένης απόφασης ότι όφειλα να αναφέρω πόσες υποθέσεις κατ’ είδος και αριθμό όφειλε να διεκπεραιώνει ή να χειρίζεται ένας δικηγόρος του Δήμου με πληθυσμό άνω των 100.000 είναι μη νόμιμη, διότι η υγειονομική περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου έχει άνω των 2 εκατ.

κατοίκων σε ακριτικά και μη νησιά και τα Νοσοκομεία δεν έχουν δικηγόρο, πλην των Νοσοκομείων Νίκαιας, Ελευσίνας, Αττικό και Μεταξά, ήτοι όλες οι γνωμοδοτήσεις όλων των Νοσοκομείων και όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας διεκπεραιώνονται από εμένα. Εάν η εκκαλουμένη εφήρμοζε το νόμο, δεν θα έκρινε την αγωγή μου αόριστη και θα εδέχετο αυτήν.

Γι’ αυτό πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή μου, επικυρουμένης της πρωτοδίκου αποφάσεως για παράβαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου". Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας προεχόντως διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ρητώς ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια.

Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (ενόψει της περιεχόμενης σ’ αυτόν φράσης "για παράβαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου" και της παράθεσης της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 3 εδ. β ν. 3274/2004), και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται σ’ αυτόν με σαφήνεια το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ούτε παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια.

Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: 1) Με την από 6-12-2012 αγωγή του ο αναιρεσείων είχε εκθέσει: Ότι είναι δικηγόρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με πάγια αντιμισθία. Ότι παρίσταται σε υποθέσεις του εναγομένου όλων των ειδών (αστικές, εργατικές, ποινικές, δημοσίων προμηθειών και έργων, διοικητικές) ενώπιον των δικαστηρίων κάθε βαθμού δικαιοδοσίας.

Ότι ασχολείται με τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων, τον έλεγχο συμβάσεων, τη νομική υποστήριξη του εναγομένου στις σχέσεις αυτού με το προσωπικό του, τη διοίκηση, τους τρίτους και όλες γενικά τις νομικές δραστηριότητες που απαιτούνται για την προάσπιση των συμφερόντων του εναγομένου. Ότι επί πλέον γνωμοδοτεί και παρέχει νομική στήριξη επί ποικίλων θεμάτων σε σαράντα και πλέον εποπτευόμενες από το εναγόμενο πρωτοβάθμιες δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες μονάδες υγείας, ήτοι νοσοκομεία, κέντρα υγείας, νοσοκομειακά ιδρύματα και ιδρύματα πρόνοιας.

Ότι οι δικηγόροι των δήμων, όπως και αυτός, παρίστανται ενώπιον των αστικών διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων σε υποθέσεις των δήμων, όπως εργατικές διαφορές με το προσωπικό τους, διαφορές με τους μισθωτές των ακινήτων τους, διαφορές από συμβάσεις έργων, προμηθειών, υπηρεσιών και μισθώσεων και γνωμοδοτούν επί των θεμάτων αυτών, όπως και επί των υποθέσεων του προσωπικού των δήμων.

Ότι παρά ταύτα δεν χορηγείται και σ’ αυτόν η προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας του ποσοστού 30%, η οποία με βάση τη διάταξη του άρθρου 246 ν. 1181/1981 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 ν. 3274/2004, χορηγείται στους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία των δήμων με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, με τους οποίους έχει τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και καθήκοντα ουσιωδώς όμοια προς τα καθήκοντα εκείνων.

Ότι η διαφορετική αυτή μισθολογική μεταχείριση των δικηγόρων των δήμων από τους συναδέλφους τους που υπηρετούν στο Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως ο ίδιος, δεν τελεί σε συνάφεια με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την άσκηση των καθηκόντων τους ούτε δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, με αποτέλεσμα να συνιστούν αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος του.

Ότι προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας η ανωτέρω ευμενέστερη ρύθμιση πρέπει να εφαρμοσθεί και ως προς αυτόν. Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με δήλωσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 30.537,30 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-10-2011 κατά ποσοστό 30%, κυρίως με βάση την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. 2) Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά την απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε τη διαφορά, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με την αιτιολογία ότι σ’ αυτήν δεν αναφερόταν:

α) ότι ο ενάγων δεν λάμβανε πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον εργασία του στις εποπτευόμενες από το εναγόμενο μονάδες υγείας και β) ότι απασχολείται εντός των εγκαταστάσεων του εναγομένου με ανάλογο περιορισμό της άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος που παραλλήλως ασκεί, ενώ επίσης δεν ανέφερε τον αριθμό και το είδος των υποθέσεων τις οποίες όφειλε να χειρίζεται ή να διεκπεραιώνει αφενός μεν ένας δικηγόρος δήμου με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων και αφετέρου ο ίδιος (ο ενάγων).

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 246 του κώδικα "περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως" που κυρώθηκε με το ν. 1181/1981, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 ν. 3274/2004, αφού τα ανωτέρω κατά την προσβαλλομένη ελλείποντα στοιχεία, τα οποία κατά τα προεκτεθέντα ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, πράγματι δεν περιέχονταν στην αγωγή του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς ο ανωτέρω (πρώτος) λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός μπορεί να θεμελιωθεί αν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και όχι όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη και δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Η συνομολόγηση από τη ... Πειραιώς και Αιγαίου των πραγματικών περιστατικών, ήτοι ότι αμείβομαι με πάγια αντιμισθία, εκπροσωπώ σε όλα τα δικαστήρια της χώρας χωρίς επί πλέον αμοιβή όλες τις εποπτευόμενες κατά τον Ν. 3329/2005 υγειονομικές μονάδες και παρέχω σε αυτές γνωμοδοτήσεις, ενώ ο αριθμός του πληθυσμού είναι κατά πολύ ανώτερος των 100.000 που τίθεται ως όριο από το νόμο 3274/2004 αρ. 21 παρ. 3, αποδεικνύει το πραγματικό της αγωγής μου και την παραβίαση της συνταγματικής ισότητος σε σχέση με το παρεχόμενο έργο από τους δικηγόρους δήμων με 100.000 και πλέον κατοίκους.

Έσφαλε λοιπόν η αναιρεσιβαλλομένη κρίνοντας την αγωγή μου αόριστη, διότι η συνομολόγηση των πραγματικών περιστατικών από την υγειονομική περιφέρεια και ο προσδιορισμός του πληθυσμού των 100.000 που πρέπει να έχει ένας δήμος για να λαμβάνει ο δικηγόρος του προσαύξηση 30% αποδεικνύουν την επί πλέον εργασία που παρέχω από τους δικηγόρους των δήμων.

Ήτοι η αναιρεσιβαλλομένη αφενός μεν παρέβη τη συνταγματική διάταξη της ισότητας, αφετέρου εσφαλμένως εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά. Γι’ αυτό πρέπει να εξαφανιστεί, να επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή μου". Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πέρα από τις απαραδέκτως προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) - η οποία εκτίμηση αποδείξεων σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε χώρα, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη - είναι απορριπτέος και κατά τα λοιπά ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται σ’ αυτόν ρητώς οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες.

Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του και ειδικότερα: α) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και β) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ. (μη λήψη υπόψη ομολογίας του εναγομένου) διότι επί απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης δεν έχει εφαρμογή ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος κατά τα προεκτεθέντα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 711/2014).

Περαιτέρω το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Γι’ αυτό, για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, δεν μπορεί δε να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Α.Π. 4/2011).

Τέλος από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο "Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία", προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη συνδρομή δεδικασμένου είναι η ταυτότητα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αρ. 7207/2013 απόφασή του, έκρινε ότι ο δικηγόρος του Νοσοκομείου "..." δικαιούται της προσαυξήσεως 30% επί της καταβαλλομένης αντιμισθίας, διότι το Νοσοκομείο αυτό απευθύνεται σε πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, ότι ο δικηγόρος παρέχει τις ίδιες και περισσότερες σε ποσότητα και ποιότητα υπηρεσίες από εκείνες του δικηγόρου του δήμου, ότι υπάρχει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ότι πρέπει να υπάρχει ενιαία μισθολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων που υπηρετούν στο δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ.

Το Εφετείο Πατρών με την υπ’ αρ. 488/2009 απόφασή του έκρινε ότι η δικηγόρος Πατρών Α. Μ. δικαιούται της προσαυξήσεως 30% στη λαμβανόμενη από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο αντιμισθία, διότι αυτή παρέχει τις ίδιες ποιοτικώς και ποσοτικώς νομικές υπηρεσίες με τους δικηγόρους των δήμων που έχουν πληθυσμό άνω των 100.000 και λαμβάνουν τη σχετική προσαύξηση κατ’ επιταγήν της συνταγματικής ισότητος.

Τέλος, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την υπ’ αρ. 241/2015 απόφασή του έκρινε ότι ο δικηγόρος Πειραιώς Ε. Σ., που υπηρετεί επίσης στη ... Πειραιώς και Αιγαίου δικαιούται της προσαυξήσεως 30% στην καταβαλλόμενη αντιμισθία διότι ως Προϊστάμενος της Ενιαίας Νομικής Υπηρεσίας παρέχει όμοιες ποσοτικώς και ποιοτικώς νομικές υπηρεσίες στην υγειονομική περιφέρεια και τις εποπτευόμενες από αυτήν υγειονομικές μονάδες σύμφωνα με το Ν. 3329/2005, ήτοι στα Νοσοκομεία ....

Ήτοι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέβη όχι μόνο τη συνομολόγηση των πραγματικών περιστατικών και το δεδικασμένο των ανωτέρω αποφάσεων, αλλά και την ουσιαστική διάταξη του νόμου και τη συνταγματική επιταγή της ισότητος. Ειδικότερα, ενώ έχει γίνει δεκτό από πληθώρα δικαστικών αποφάσεων ότι οι υγειονομικές περιφέρειες του Ν. 3329/2005 και ειδικότερα η Ενιαία Νομική Υπηρεσία της Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου εξυπηρετεί όλα τα νοσοκομεία σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως βαθμού χωρίς επιπλέον αμοιβή και γνωμοδοτεί για όλες τις υγειονομικές μονάδες σε πληθυσμό 20πλάσιο του ελαχίστου προβλεπομένου για την προσαύξηση 30% της αντιμισθίας των δικηγόρων των δήμων, η αναιρεσιβαλλομένη ούτε ενδιαφέρθηκε, ούτε ανέγνωσε, ούτε μελέτησε τη διάταξη της οποίας επικαλούμεθα την εφαρμογή και δεν έλαβε υπ’ όψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα κοινά τοις πάσι, το Ν. 3329/2005, τα ΦΕΚ που ορίζουν τις αρμοδιότητες των εποπτευομένων μονάδων και της Ενιαίας Νομικής Υπηρεσίας, αλλά έλαβε υπ’ όψιν αυθαιρέτως την περικοπή κάθε οικονομικής δαπάνης για να διασφαλίσει δήθεν τη δημοσιονομική σταθερότητα, αδιαφορώντας για τη συνταγματική ισότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρετούντων στην υγειονομική περιφέρεια δικηγόρων".

Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού δεν αναφέρονται σ’ αυτόν ρητώς οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και β, αριθ. 11 περ. γ και αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του και ειδικότερα: α) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, β) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β Κ.Πολ.Δ. λόγω αοριστίας αφού, εκτός από την αόριστη αναφορά ότι το εφετείο "δεν έλαβε υπ’ όψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας", δεν αναφέρεται οτιδήποτε για τη νόμιμη θεμελίωσή του, γ) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και δ) όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.

προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κυρίως όμως διότι από το περιεχόμενο του ανωτέρω λόγου σαφώς προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ’ αυτόν αποφάσεις δεν εκδόθηκαν μεταξύ των εδώ διαδίκων αλλά μεταξύ τρίτων και συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω το ουσιώδες στοιχείο για τη συνδρομή δεδικασμένου που είναι η ταυτότητα των διαδίκων.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 551/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ